
Καλή φαίνεται η οινική χρονιά!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Από τον Αλέξανδρο Βλαχογιάννη η πιο κάτω ανάρτηση :
ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Η καλλιέργεια της αμπέλου και η παραγωγή οίνου στην Ελλάδα ξεκινάει από τον 15ο αιώνα π.Χ. Οι αρχαίοι μνημονεύουν με επαίνους τους οίνους της Μαρώνειας στη Θράκη (με μαρώνιο οίνο μέθυσε ο Οδυσσέας τον Κύκλωπα Πολύφημο), της Λέσβου, της Θάσου, της Κω, της Πάρου, της Χίου, της Ικαρίας (στην πόλη Πριάμη της Ικαρίας ορισμένοι αποδίδουν και τον περίφημο «ιαματικό και πολύτροφο» Πράμνειο οίνο).
Οι αρχαίοι Ελληνες δεν ξεχώριζαν τον οίνο μόνο σε παλαιό και νέο, αλλά και σε λευκό, μέλανα, κιρρόν (ξανθόν), και ερυθρόν, και σε γλυκύν και αυστηρόν, σε λεπτόν και παχύν, ευώδη και ουχί ευώδη, αλλά και σε αδύνατο, μέτριο και δυνατόν. Οίνο κατασκεύαζαν όχι μόνο από σταφύλια, αλλά και από σταφίδες (αποξηραμένα σταφύλια), και από άλλα προϊόντα όπως σύκα, ρόδια, μήλα, απίδια, κυδώνια, φοίνικες. Επίσης καταναλώνουν αρωματισμένους οίνους με προσθήκη ρητίνης, πίσσας, ίων, ρόδων, αλλά και ανακατεμένους με αλάτι ή θαλάσσιο ύδωρ (τεθαλασσωμένους) καθώς και ανακατεμένους με κρίθινο αλεύρι και τριμμένο τυρί (κυκεώνας), και παρασκευάζουν σταφιδίτη οίνο (από σταφίδες), και σίραιον οίνο τον οποίο βράζουν και παίρνουν το σίραιον(πετιμέζι).
Οι αρχαίοι Ελληνες εισήγαγαν και τον όρο «ανθοσμία» (δηλαδή bouquet) που αφορά την προτιμώμενη οινώδη οσμή των παλαιοτέρων οίνων όπως ο σαπρίας.
Οι αρχαίοι υποψιαζόταν και την ύπαρξη οινοπνεύματος στον οίνο, παρατηρώντας κάποια εύφλεκτη ουσία σε αυτόν, χωρίς να καταφέρουν να την απομονώσουν. Ο Αριστοτέλης στα μετεωρολογικά του αναφέρει ότι ο οίνος περιέχει «ελαφράν τινά ατμίδα», γι? αυτό και αναφλέγεται.
Ανατρέχοντας στις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την ιστορία του οίνου πρώτο (και πρωτόγονο) οινοποιό συναντάμε τον Νώε, ο οποίος φύτεψε αμπέλι, έστιψε τα σταφύλια, ήπιε το χυμό τους, και αφού μέθυσε,ξεγυμνώθηκε. Ο Νώε ήπιε το χυμό, κρασί όμως δεν ήπιε, όπως δεν είχε πιει και ο Φαραώ, στη γνωστή ιστορία με την Ιωσήφ, του οποίου ο οινοχόος ονειρεύτηκε κλήμα με σταφύλια από τα οποία κόβει και στίβει για να τα προσφέρει στον κύριό του. Το όνειρο ερμηνεύτηκε θετικά από τον Ιωσήφ και επαληθεύτηκε. Και από τον Αρτεμίδωρο η κατανάλωση καλού κρασιού και σε μικρή ποσότητα στα όνειρα έχει θετική ερμηνεία.
Έτσι και στην αρχαία Ελλάδα η έκθλιψη ή εκχύμωση των σταφυλιών γίνεται ή με τα χέρια χρησιμοποιώντας όχι μόνο τα δάχτυλα, αλλά και τους πήχεις και τους αγκώνες, αφού πρώτα αφαιρούσαν τους βοστρύχους (κοτσάνια), οπότε το γλεύκος που παραγόταν μ? αυτόν τον τρόπο, και λεγόταν κάρμα, ήταν ανώτερης ποιότητας και λαμβανόταν ο εκλεκτότερος οίνος, γιατί οι πατημένοι και σπασμένοι βόστρυχοι προσδίνουν χορτώδη γεύση στον παραγόμενο οίνο και υποβαθμίζουν την ποιότητα του, ή με τα πόδια σε ληνούς (πατητήρια). Αυτός ο τρόπος εκχύμωσης, βασισμένος στη μυϊκή δύναμη του ανθρώπου ? τροφοσυλλέκτη, διαρκεί επί αιώνες, και μόνο στους νεώτερους χρόνους χρησιμοποιήθηκαν τα μηχανικά πιεστήρια.
Για την έκθλιψη ? αποβοστρύχωση των σταφυλιών χρησιμοποιούσαν ??σουρωτήρια?? δηλαδή πήλινους ηθμούς ή πλεγμένα σχοινιά ή ρηχά πανέρια από λυγαριά, που τοποθετούσαν πάνω σε λεκάνες, κάδες, δεξαμενές, και μέσα σε αυτά χώριζαν τις ράγες από τους βοστρύχους και τις έθλιβαν με τα χέρια. Καθώς έσπαζε ο φλοιός των ραγών, ο χυμός που έρρεε περνούσε από τις οπές στο χώρο υποδοχής ? συλλογής, και έτσι διαχωριζόταν από τα στερεά υπολείμματα των σταφυλιών. Αν όμως οι οπές ήταν μεγάλες, τότε περνούσαν μαζί με το χυμό και οι σπασμένες ράγες, και τότε ο παραγόμενος οίνος προερχόταν από γλεύκος εμπλουτισμένο κατά την ζύμωση με χρωστικές, αρώματα, και άλλα συστατικά των στερεών μερών της ράγας και του φλοιού της.
Στην ελληνική αγγειογραφία σώζονται εικόνες από αρχαίους ξύλινους ληνούς με πλέγμα. Ξύλινη τράπεζα με οριζόντιο πλέγμα πάνω στο οποίο πιέζουν τα σταφύλια με τα χέρια, και ένα επικλινές ξύλινο επίπεδο από κάτω, το οποίο οδηγεί σε κάδη όπου συλλέγεται ο χυμός, ενώ οι βόστρυχοι μένουν πάνω στο πλέγμα και απομακρύνονται με τα χέρια, είναι ακόμη σε λειτουργία σε ορισμένα ελληνικά χωριά και σε νησιά.
Άλλη αρχαία τεχνική για την εκχύμωση των σταφυλιών, αλλά και άλλων καρπών ήταν το ??σακκίζειν??, το σούρωμα μέσα σε ύφασμα ή υφασμάτινους σάκκους, που γινόταν είτε με τη μυϊκή δύναμη των χεριών ή των ποδιών, είτε με τη βοήθεια δύο ξύλινων ράβδων και με περιστροφή του σάκκου, είτε με την ανάρτηση του σάκου σε δύο ξύλινους ορθοστάτες καλά στερεωμένους στο έδαφος, και στην συνέχεια στρίψιμο και στίψιμο.
Ο σάκκος αυτός ήταν ένα είδος πιεστηρίου, το πιο απλό και το από πιο παλιά γνωστό όργανο εκχύμωσης, χρησιμοποιείται δε και σήμερα σε φτωχά μέρη, μεταξύ των οποίων και σε χωριά της Κορσικής, όπου ο σάκκοςονομάζεται saccula, γεγονός που δείχνει ότι η αρχέγονη αυτή τεχνική έφθασε εκεί από την Ελλάδα.
Το πάτημα των σταφυλιών με τα πόδια στην αρχή γινόταν μέσα σε δεξαμενή έκθλιψης της οποίας τα κατακόρυφα τοιχώματα έφθαναν μέχρι τους αστραγάλους των πατητάδων, αλλά με το χρόνο εξελίχθηκε σε απερυψωμένο οικοδόμημα (δεξαμενή) με έναν ή πολλούς κρούνους εκροής του γλεύκους σε μικρότερη δεξαμενή. Οι μεταγενέστεροι χώροι έκθλιψης σταφυλιών, μικρές παραλλαγές παρουσίασαν.
Απορίες γεννά ο Όμηρος που θέλει τον Οδυσσέα να θαυμάζει το κτήμα του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, και μας πληροφορεί ότι μέσα στον αμπελώνα υπήρχε ένας χώρος ??θειλόπεδον?? για το λιάσιμο των σταφυλιών, όπου και ??ετράπεον??, δηλαδή έθλιβαν, τα σταφύλια.
Είναι πιθανό η έκθλιψη και εκχύμωση των λιαστών και μισοσταφιδιασμένων σταφυλιών να γινόταν με πίεση, αφού τα τοποθετούσαν σε αλλεπάλληλες στρώσεις ανάμεσα σε πανιά, όπως γίνεται και με τις ελιές, και να τα χτυπούν με ξύλινους κόπανους, τεχνική που εξακολουθούν να εφαρμόζουν και σήμερα στη Σάμο, αλλά και στη Σαντορίνη όπου η παρασκευή του πολύ γλυκού Vinsantoαπό μούστο με γράδο πάνω από 25 μπωμέ, γίνεται από ψημένα σταφύλια που δεν είναι δυνατόν να τα εκθλίψουν με τα πόδια. Σε όλη την ιστορία του οίνου, τα ψημένα στον ήλιο σταφύλια δεν τα πατούσαν, για να τα εκχυμώσουν τα έτριβαν σε ??τριπτήρες?? όπως τις ελιές. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας χρησιμοποιούσαν μέχρι προσφάτως την πρωτόγονη μέθοδο να κυλάνε μία λίθινη κυλινδρική κολώνα τυμπανοειδούς σχήματος, πάνω στις απλωμένες σε μια στέρεη λίθινη βάση ελιές. Ένα ίδιο λίθινο σύστημα σύνθλιψης, τριβείο με τριπτήρα, που βρέθηκε στην Κρήτη ανάγεται στο 2160 ? 1700 π.Χ., και παρόμοιο βρέθηκε στο Χαμαλεύρι, παραλιακή Κοινότητα, 10 χλμ ανατολικά από το Ρέθυμνο, και ανάγεται στα 2160 ? 1700 π.Χ. περίπου.
Κατά την Κλασική και Ελληνιστική εποχή, σε περιοχές μεγάλης οινικής παραγωγής (Κύπρο, Κρήτη) χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο σκοπό λίθινους κυλινδρους, τους ??κυλινδρικούς σπαστήρες??, οι οποίοι ταιριάζουν και με τον τρόπο που στην αυλή του Ομηρικού Αλκίνοου έθλιβαν τα μισοσταφιδιασμένα σταφύλια, ??ετράπεον?? γύριζαν, έστρεφαν, διεύθυναν μπρος ? πίσω τους (κυλινδρικούς) σπαστήρες.
Κατά τον Πολυδεύκη, σταφυλοβολείον καλούσαν το μέρος όπου οι τρυγητάδες απέθεταν τα σταφύλια, και ληνό το κτίσμα όπου πατούσαν τα σταφύλια. Η λέξη ληνός έχει διττή έννοια: δεξαμενή έκθλιψης, και κτίσμα που στέγαζε τα πατητήρια και το σταφυλοβολείον, το οποίο χαρακτηριζόταν και ως ??ταμιείον??. Στα οινοποιεία της σύγχρονης εποχής υπάρχουν τέτοιες δεξαμενές, οι ??σταφυλοδόχοι??.
Ένα οργανωμένο οινοποιείο της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής στέγαζε: μία ληνό για την έκθλιψη των σταφυλιών με τα πόδια, ένα χώρο απόθεσης των σταφυλιών, ένα ζεύγος τουλάχιστον πιεστηρίων για την εκπίεση των στεμφύλων, για να μη διακοπούν οι εργασίες του τρύγου σε περίπτωση βλάβης αν υπήρχε μόνο ένα πιεστήριο.
Τον χυμό (γλεύκος) που εκρέει πριν από την έκθλιψη των σταφυλιών με τα πόδια, εξ αιτίας της διάρρηξης του φλοιού μέρους των ραγών από το βάρος των υπερκείμενων σταφυλιών, ονόμαζαν πρότροπο. Γλεύκος ονόμαζαν τον χυμό που έρρεε μετά το πάτημα στα πατητήρια.


Τα τελευταία χρόνια, όψεις του Εμφυλίου, αλλά και του μεταπολεμικού ελληνικού κόσμου επανέρχονται στη σύγχρονη πολιτική σκηνή και σχεδόν επικαθορίζουν ακόμη και πολιτικές συμπεριφορές
Μακρονήσια και Μελιγαλάδες σε μια χώρα που γυρνά στο… 1949 | tanea.gr
Δημήτρης Ν. Μανιάτης
7 Σεπτεμβρίου 2020
Χθες εκτός απροόπτου έγινε η εκδήλωση του ΚΚΕ στη Μακρόνησο για τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου που φιλοτέχνησε ο γλύπτης και καθηγητής της ΑΣΚΤ Μάρκος Γεωργιλάκης. Στην εκδήλωση θα μιλήσει ο Δημήτρης Κουτσούμπας ενώ θα γίνει και συναυλία με τα έργα του Θάνου Μικρούτσικου «Καντάτα για τη Μακρόνησο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη».
Οπως σημειώνει η ΚΕ του ΚΚΕ με το Μνημείο «τιμά τον άφθαστο ηρωισμό των αγωνιστών απέναντι στην επιστημονικά οργανωμένη κρατική βία, που ξεπέρασε κάθε φαντασία σε μεθόδους και μέσα βασανισμού για την εξόντωση των κρατούμενων αγωνιστών – στην πλειοψηφία τους κομμουνιστών – ηθικά και σωματικά. Τιμά την άρνηση των εξόριστων να αποκηρύξουν το ΚΚΕ, τις ιδέες τους, με βαρύ τίμημα εκατοντάδες νεκρούς και βαριές συνέπειες στην υγεία τους και τη σωματική τους ακεραιότητα».
Τα τελευταία χρόνια, όψεις του Εμφυλίου, αλλά και του μεταπολεμικού ελληνικού κόσμου, επανέρχονται στη σύγχρονη πολιτική σκηνή και σχεδόν επικαθορίζουν ακόμη και πολιτικές συμπεριφορές. Για να μην παρεξηγηθούμε: το ΚΚΕ με συνέπεια επεξεργάζεται – και κάτω απ’ τη δική του οπτική – ιστορικά γεγονότα. Προχωρεί στις δικές του «αναθεωρήσεις», ξαναδιαβάζει ολόκληρες περιόδους, παραδίδει συλλογικά κείμενα, ενίοτε κάνει αυτοκριτική, στέκεται με αυστηρότητα απέναντι και στον δικό του πρότερο εαυτό. Συχνά παρεξηγείται για την προσήλωσή του στη μία όχθη των γεγονότων. Ακόμη κι όταν αποκαθιστά τον Νίκο Ζαχαριάδη ή μερικώς τον Αρη Βελουχιώτη.
Εσχάτως βλέπει σε βάθος την Ιστορία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, επιμένει όμως και σε μια υπόμνηση του μαρτυρολογίου των μελών του αλλά και του λαϊκού κινήματος από άλλες περιόδους. Σε αυτό εντάσσεται και η αυριανή τελετουργία στη Μακρόνησο. Για το ΚΚΕ, ο κυρίαρχος λόγος σήμερα επιχειρεί μια συνολική αντιδραστική αναθεώρηση των γεγονότων. Αναβιώνει μια εθνικόφρονα χροιά. Αποσιωπά θυσίες και αγώνες. Αυτά στον Περισσό. Οι ιστορικές ανησυχίες από τις δραματικές μέρες της Μακρονήσου, ή της Κατοχής, ή του Εμφυλίου διαπερνούν κι άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Επιστροφή στο 1949
Είναι σχεδόν όλο και πιο πυκνό δε, πως η Ιστορία, δεν αποσπάται από την πολιτική επικαιρότητα. Εντάσσεται σε αυτήν, εργαλειοποιείται εκατέρωθεν. Επανέρχεται ως λόγος στη Βουλή ή ως δημόσιος λόγος στα θορυβώδη κοινωνικά δίκτυα. Πιο πρόσφατα παραδείγματα, το κάμπινγκ της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ στον Γράμμο. Οι αντιδράσεις που πυροδότησε. Αλλά και η αρθρογραφία από την άλλη για το τέλος του Εμφυλίου, για «την τύχη που είχαμε να νικήσει ο ελεύθερος κόσμος έναντι του ολοκληρωτισμού». Ακόμη και η τελικώς και ευτυχώς ματαιωθείσα συμμετοχή – με απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη – του υφυπουργού Εθνικής Αμυνας Αλκιβιάδη Στεφανή σε γιορτές μίσους κατά των «συμμοριτών», σήκωσε αντιδράσεις κομμάτων και προσώπων. Τελικά το 1949 είναι εδώ πιο ζωντανό από ποτέ; Τι έφερε αυτή την αναζωπύρωση του εμφυλιοπολεμικού λόγου, και μάλιστα συχνά με την οξύτητα άλλων εποχών; Θα έλεγε κανείς πως επειδή ακριβώς η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα έχει προχωρήσει πολύ, έχει καταδυθεί σε άγνωστες πλευρές της συλλογικής περιπέτειας, έχει ξαναδεί με τόλμη γεγονότα, θα ήταν πιο ώριμη και η ενασχόληση των πολιτικών με αυτά. Κι όμως. Το αντίθετο συμβαίνει. Το νέο και θορυβώδες καφενείο των κοινωνικών δικτύων συνετέλεσε σε μια αναβίωση του εμφυλιοπολεμικού λόγου με Μελιγαλάδες και Γράμμους. Κι ας ακούγεται όλο και πιο σοφή και πια ουτοπική μια παλιά ρήση του ιστορικού στελέχους της 3ης Σεπτέμβρη Μιχάλη Χαραλαμπίδη: «Ας κατέβουμε όλοι πια απ’ το Βίτσι και από τον Γράμμο».
Θα περίμενε δε κανείς πως μετά τη μνημονιακή συναίνεση και το τέλος του ριζοσπαστικού λόγου του 2010- 2015 τα πράγματα θα αμβλύνονταν. Μια (αριστερή) άποψη λέει πως η σημερινή κυβέρνηση με τις πρακτικές της σε επίπεδο καταστολής και γενικής πολιτικής ζωηρεύει έναν νέο δεξιό λόγο και τα παράγωγά του. Βουλευτές της (π.χ. Μπογδάνος) συχνά μιλούν με πούρα ρητορική, γράφουν και δημοσιολογούν. Εδώ, κρατήστε πως υπάρχει μια άποψη πως για χρόνια η Αριστερά είχε την ιδεολογική ηγεμονία στη χώρα – παρά την πολιτική και στρατιωτική ήττα του ’49. Και πως οι συντηρητικοί φορείς θα πρέπει να βγουν πιο απενοχοποιημένα υπερασπιζόμενοι τις ιδέες τους. Οχι, όλο αυτό δεν έχει σχέση πια με την πολύτιμη συμβολή μιας «Ορθοκωστάς» ή μιας «Καθόδου των Εννιά» του Θανάση Βαλτινού που ανέδειξαν μιαν άλλη όψη του Εμφυλίου – λαϊκά παιδιά στελέχωναν και τον κυβερνητικό στρατό εξάλλου στον Εμφύλιο. «Συχνά τα δύο άκρα φαίνεται να αλληλοτροφοδοτούνται» λέει πεπειραμένος ιστορικός σήμερα, διαβάζοντας κυρίως τα κοινωνικά δίκτυα. Και ο νέος συντηρητικός λόγος στην προσπάθειά του να μιλήσει απενοχοποιημένα, ασπάζεται μέρος του εθνικόφρονος. Και ο νέος ριζοσπαστικός, συχνά, διατηρεί το άρωμα ενός «τρίτου γύρου» και μιας κόκκινης ρεβάνς που κάποια στιγμή θα έλθει.
Εμφυλιοπολεμικές ρητορικές
Μια πιο κεντρώα άποψη θέλει τα απόνερα του αντιμνημονιακού λόγου αλλά και έναν συνεχιζόμενο θολό ριζοσπαστισμό να επαναφέρει εμφυλιοπολεμικές ρητορικές από την άλλη. Θυμίζουν ας πούμε πως μια συχνή κατηγορία του δικομματισμού στις πάλαι πλατείες του Συντάγματος ήταν το «γερμανοτσολιάδες» – όσο κι αν το εν λόγω σύνθημα δεν ήταν το κυρίαρχο σύμφωνα με τις πιο φίλιες δυνάμεις των Αγανακτισμένων. Εγκαλούν τη Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ που έκανε κάμπινγκ στον Γράμμο. Οι νέοι της Κουμουνδούρου από την άλλη απαντούν πως απλώς έκαναν ιστορική περιήγηση στο Πάρκο Συμφιλίωσης.
Από τον Γράμμο μάλλον δεν κατεβήκαμε, για να επανέλθουμε στον Μ. Χαραλαμπίδη. Το θέμα επίσης είναι πως κλιμακούμενα στον δημόσιο λόγο ο Εμφύλιος είναι ζωντανός και μεταβάλλει συχνά την οξύτητα των επιχειρημάτων. Το δε δημοκρατικό Κέντρο, συρρικνωμένο σήμερα, δεν επιτελεί την παλιά του λειτουργία να ρευστοποιεί τα άκρα. Εχει σχεδόν σπάσει η αυτοτέλειά του, έχει εκχωρηθεί μέρος του στους δύο βασικούς πόλους του πολιτικού συστήματος. Το απόλυτα αντιφατικό είναι, όπως προείπαμε, πως η Ιστορία στην Ελλάδα έχει κάνει πολύ καλά βήματα, έχει αναμετρηθεί με τις πιο σκοτεινές όψεις της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο διάλογος που κάποτε σχεδόν ξεκίνησε από τούτην την εφημερίδα («Βιβλιοδρόμιο») συνεχίζεται με πλούσια βιβλιογραφία και νέα πεδία. Κι όμως δίπλα, χίτες και συμμορίτες μαλώνουν στα κοινωνικά δίκτυα. Και μέρος της σύγκρουσης περνάει στον νέο δημόσιο και πολιτικό λόγο.







