Το βιβλίο που σκανδαλίζει και «σκοτώνει» την παρισινή διανόηση

Το τελευταίο συγγραφικό πόνημα του φιλοσόφου Ραφαέλ Εντοβέν, έχει προκαλέσει σάλο στο Παρίσι, καθώς μιλάει έξω από τα δόντια για μερικά από τα πιο επιφανή μέλη της σύγχρονης παρισινής ιντελιγκέντσιας, όπως ο διάσημος φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Και κάποιοι νοσταλγούν τις εποχές των στρατευμένων διανοητών σαν τον Ζολά, τον Καμί, τον Μαλρό ή τον Σαρτρ

πηγή: Protagon

Τεράστιο ντόρο έχει προκαλέσει στο Παρίσι και ειδικά στο περίφημο Σεν Ζερμέν ντε Πρε, το πάλαι ποτέ κέντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της πρωτεύουσας της Γαλλίας, η έκδοση του «Le Temps Gagné», του τελευταίου συγγραφικού πονήματος του γάλλου φιλοσόφου Ραφαέλ Εντοβέν. Στην 500 σελίδων αυτομυθοπλασία του (autofiction – ένα «μπέρδεμα» της αυτοβιογραφίας με τη μυθοπλασία) ο Εντοβέν μιλάει έξω από τα δόντια για μερικά από τα πιο επιφανή μέλη της σύγχρονης παρισινής ιντελιγκέντσιας, με την πλοκή να εκτυλίσσεται στο σικ 6ο διαμέρισμα της πρωτεύουσας της Γαλλίας, στον περίγυρο των «σοσιαλιστών της σαμπάνιας», σύμφωνα τουλάχιστον με την Le Figaro.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο διάσημος γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, γνωστός ανά τον κόσμο ως BHL, αλλά και η κόρη του, η συγγραφέας Ζιστίν Λεβί, με την οποία ήταν παντρεμένος ο Ραφαέλ Εντοβέν. Ο γάμος τους, ωστόσο, είχε άδοξο τέλος. Τον συντάραξε η Κάρλα Μπρούνι, που πριν ξελογιάσει τον Ραφαέλ Εντοβέν, με τον οποίο απέκτησε και ένα παιδί, είχε σχετιστεί, ερωτικά φυσικά, και με τον πατέρα του, τον επίσης φιλόσοφο, εκδότη και δημοσιογράφο Ζαν-Πολ Εντοβέν. Η μετέπειτα Πρώτη Κυρία της Γαλλίας (ως σύζυγος πλέον του Νικολά Σαρκοζί) την οποία ο Εντοβέν χαρακτηρίζει στο βιβλίο του «ιδανική γυναίκα» είναι ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα κατά του οποίου δεν βάλλει ο συγγραφέας, περιγράφοντας τη στενάχωρη νεότητά του. Ο 46χρονος γάλλος φιλόσοφος Ραφαέλ Εντοβέν Ο ίδιος δηλώνει πως δεν πρόκειται για ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Ο 71χρονος πατέρας του, ωστόσο, αποκήρυξε δημόσια τον 46χρονο γιο του. Οχι γιατί του πήρε από την αγκαλιά την Κάρλα Μπρούνι, αλλά επειδή το βιβλίο «συνέτριψε» τον ίδιο, πνίγοντας συγχρόνως αγαπημένα πρόσωπα «σε μια θάλασσα αγνωμοσύνης». «Δεν μου αρέσει η προσωπική ζωή των ανθρώπων να ξετυλίγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δημοσίως. Γιατί να πρέπει να υποστώ εγώ και οι αγαπημένοι μου αυτήν τη συμπεριφορά, που εδράζεται στην αδιακρισία και την υποτίμηση; Ποιος έχει το δικαίωμα να βγάζει δίχως τη συναίνεσή μας και για την προσωπική του ευχαρίστηση τις μάσκες τις οποίες ο καθένας από εμάς πιθανώς να χρειάστηκε να φορέσει κατά τη διάρκεια της ζωής του;», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Εντοβέν ο Πρεσβύτερος στην Le Figaro. «Οπως είπε ο Καμί, τον οποίο ο γιος μου αρέσκεται τόσο πολύ να παραθέτει, “ένας άνδρας πρέπει να συγκρατείται”».

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Guardian η οικογενειακή διαμάχη μεταξύ των δύο γάλλων στοχαστών αποτελεί το σκάνδαλο της αποκαλούμενης στη Γαλλία «La rentrée», της μεγάλης επιστροφής στην κανονικότητα μετά τις καλοκαιρινές διακοπές η οποία συμπίπτει και με την έναρξη της νέας εκδοτικής περιόδου. O Ραφαέλ Εντοβέν, o Ζαν-Πολ Εντοβέν και στη μέση η Κάρλα Μπρούνι και το εξώφυλλο του βιβλίου «Le Temps Gagné» Το περιοδικό Gala χαρακτήρισε το βιβλίο «ευφυές», σημειώνοντας ότι στις σελίδες του ο συγγραφέας διηγείται «την κόλαση της παιδικής του ηλικίας και τη μακρά χειραφέτησή του από το να είναι “ο γιος του”…» πατέρα του. Η Figaro από την πλευρά της επισήμανε πως η έκδοση του βιβλίου είχε αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένας «πόλεμος χαρακωμάτων» μεταξύ των υποστηρικτών πατέρα και γιου. «Θρηνώ. Η καρδιά μου είναι ραγισμένη. Είναι ένα απαίσιο βιβλίο για εκείνους, όπως εγώ και άλλοι, που αγαπήσαμε τον Ραφαέλ και τώρα πνιγόμαστε σε μια θάλασσα αχαριστίας. Ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι η ζωή μου, στην οποία εκείνος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο, θα έπαιρνε τόσο στενάχωρη τροπή», σημείωσε ο πατέρας Εντοβέν.

Αρκετοί βιβλιοκριτικοί, κάνοντας λόγο για οιδιπόδειο σύμπλεγμα, υποστήριξαν πως ο Ραφαέλ αποφάσισε να σκοτώσει τον πατέρα του. Ο θάνατος του «στρατευμένου διανοούμενου» Σύμφωνα, όμως, με τον Τζουζέπε Σκαράφια, ο υιός Εντοβέν, πέρα από τον πατέρα του, σκότωσε και ό,τι έχει απομείνει από τη γαλλική διανόηση. Σε κείμενό του στο Il Venerdi, το εβδομαδιαίο περιοδικό της La Repubblica, ο ιταλός συγγραφέας αναφέρει πως το «Le Temps Gagné» αποτελεί τη νεκρώσιμη ακολουθία της φιγούρας του «intellectuel engagé», του στρατευμένου διανοούμενου. Γιατί οι σημερινοί διανοούμενοι – θαμώνες των καφέ και των μπιστρό του Σεν Ζερμέν ντε Πρε έχουν ελάχιστα κοινά με τον Εμιλ Ζολά, ο οποίος δεν δίστασε να υπερασπιστεί με το ιστορικό του «Κατηγορώ» τον Αλφρεντ Ντρέιφους που κατηγορήθηκε αδίκως για κατασκοπεία. Και απέχουν παρασάγγες από τον Αντρέ Μαλρό, ο οποίος στα νιάτα του δεν σταματούσε να καταγγέλλει «τις κοινωνικές αδικίες και τις αποικιοκρατικές καταχρήσεις», αναφέρει ο ιταλός δημοσιογράφος. Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου ο Μαλρό έσπευσε να συνδράμει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας μικρής Πολεμικής Αεροπορίας. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο συγγραφέας και κριτικός της τέχνης Μαλρό εντάχθηκε αρχικά στον Γαλλικό Στρατό και στη συνέχεια στη Γαλλική Αντίσταση, ενώ αρκετά χρόνια μετά το 1958, όταν ο Ντε Γκολ επανήλθε στην εξουσία, ανέλαβε χρέη υπουργού Πολιτισμού της χώρας έως το 1969, καθαρίζοντας τις μαυρισμένες προσόψεις εξαιρετικών αρχιτεκτονημάτων της Γαλλίας και ιδρύοντας πλήθος «maisons de la culture» στη γαλλική επαρχία. Ο συγγραφέας και κριτικός Τέχνης Αντρέ Μαλρό Καμιά σχέση δεν έχουν οι σύγχρονοι διανοούμενοι της Γαλλίας ούτε με τον «διακριτικό δανδή» Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, ο οποίος έζησε μια σύντομη και τραγική και αντιφατική ζωή. Συγγραφέας και δοκιμιογράφος, φίλος των ντανταϊστών, αρχικά αριστερός και μετά δεξιός, άλλοτε φτωχός και άλλοτε πλούσιος χάρη στα χρήματα των γυναικών με τις οποίες σχετιζόταν, ο Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ παρασύρθηκε τελικά από τις Σειρήνες του φασισμού. Μετά το τέλος του πολέμου, όμως, δήλωνε πως εάν είχε επικρατήσει ο φασισμός, θα περνούσε στην αντίσταση. Ο φασισμός, ωστόσο, ηττήθηκε και εκείνος αυτοκτόνησε τελικά, παρά την προστασία που του πρόσφερε ο φίλος του Μαλρό. Στρατευμένος υπήρξε φυσικά και ο Λουί Αραγκόν, ο οποίος «πέρασε από τον υπερρεαλισμό στον σταλινισμό και κατέστη σύμβολο του κομμουνιστή διανοούμενου», σημειώνει ο Σκαράφια.

Ο κορυφαίος ποιητής είχε ταυτιστεί απόλυτα με τη σοβιετική πολιτική και όταν του προσήψαν ότι είχε αποδεχτεί την κομμουνιστική καταδίκη του φιλοσόφου και δοκιμιογράφου Πολ Νιζάν ο οποίος ήταν αντίθετος στο γερμανό-σοβιετικό σύμφωνο, εκείνος απάντησε πως «το Κόμμα μου είπε πως ο Νιζάν ήταν ένας προδότης και το δέχτηκα. Εγώ πάντα πιστεύω ό,τι μου λέει το Κόμμα». Μόνον μετά την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην τότε Τσεχοσλοβακία ο Αραγκόν καταδίκασε την ΕΣΣΔ και μόνον μετά τον θάνατο της συζύγου του Ελσα Τριολέ αποκάλυψε την ομοφυλοφιλία του. Ζαν-Πολ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ σε παριζιάνικο καφέ, το 1969 Οσον αφορά τον μεγάλο αστέρα της γαλλικής αριστερής διανόησης στα μέσα του περασμένου αιώνα, είναι ευρέως γνωστό ότι ο Ζαν-Πολ Σαρτρ συγκαταλεγόταν μεταξύ των πιο μαχητικών διανοούμενων της εποχής του. Πέρα από φιλόσοφος και συγγραφέας, υπήρξε και ακτιβιστής, παρών σε όλα τα μεγάλα γεγονότα στην πατρίδα του και στον υπόλοιπο κόσμο, υποστηρικτής, για παράδειγμα, του Φιντέλ Κάστρο και όλων των επαναστατημένων.

Δίπλα στον Σαρτρ μεγαλούργησε μια εξίσου στρατευμένη διανοούμενη της Γαλλίας η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η οποία προσέφερε στο παγκόσμιο φεμινιστικό κίνημα το «Δεύτερο Φύλο», ένα απόλυτο έργο αναφοράς για τις γυναίκες. Ως δημόσιος στοχαστής ξεχώρισε φυσικά και ο Αλμπέρ Καμί, πνεύμα ελεύθερο και ιδιαίτερα αγωνιστικό που μαχόταν ακατάπαυστα για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, παίρνοντας θέση, λόγου χάρη, στο ζήτημα της Αλγερίας κατά της βίας από όπου κι αν προερχόταν αυτή.

Με το που έδυσε το άστρο του Σαρτρ, δημιουργήθηκε ο κύκλος των αποκαλούμενων «nouveaux philosophes», των νέων φιλοσόφων της Γαλλίας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο Αλέν Φινκελκρότ, ο Πασκάλ Μπρικνέρ και ο Αντρέ Γκλικσμάν, στοχαστές που αξιοποίησαν ιδιαίτερα τα ΜΜΕ για την ανάδειξη των θέσεων και των απόψεών τους. Τώρα, ένας δικός τους βάλθηκε να τους αποδομήσει. Πηγή: Protagon.gr

Καταλαβαίνει κανείς πως δουλεύει καλά, όταν κάθε περιστατικό, το πιο μικρό και ασήμαντο, της καθημερινής ζωής του και της σκέψης του, έρχεται, σαν μοναχό του, και βάζει ένα πετραδάκι στο πράγμα που φτιάνει.

Σεφέρης

Μαχάτμα Γκάντι: Από άθεος ληστής, πνευματικός ηγέτης ενός ολόκληρου λαού

Ο Μαχάτμα Γκάντι
Ο Μαχάτμα Γκάντι

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, Μαχάτμα Γκάντι, ο οποίος υπήρξε κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα και καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας.

Ο Μαχάτμα Γκάντι το 1931.
O Μαχάτμα Γκάντι
O Μαχάτμα Γκάντι

Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869, στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τέταρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.

Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και – το χειρότερο – έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.Ο Μαχάτμα Γκάντι το 1931.  

Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.

Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.

Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.

Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. 

Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

Σύμφωνα με το SanSimera.gr, ο Γκάντι με την πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική.

Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».

Όταν η πάμπτωχη Ελλάς πάλεψε την κρίση με όπλο τον τουρισμό (μέσα δεκαετίας 1930)

Η εκστρατεία της κυβέρνησης Τσαλδάρη για την προσέλξυση ξένων επισκεπτών. Το γιγάντιο πρόγραμμα αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς και των πανέμορφων τοπίων

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Οι έκτακτες υγειονομικές συνθήκες που επικράτησαν και στη χώρα μας και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προστασία του κοινού, επηρέασαν αρνητικά και την τουριστική κίνηση πλήττοντας την εθνική οικονομία και μακρά σειρά επαγγελματιών. Οι προβλέψεις για την εφετινή κίνηση ήταν θαυμάσιες και τα τουριστικά πρακτορεία προέβλεπαν θεαματική άνοδο των αριθμών. Ωστόσο, τα πάντα ανατράπηκαν και οι επαγγελματίες ευελπιστούν πως σύντομα θα λήξει η πρωτοφανής περιπέτεια που τους έχει θέσει σε δοκιμασία. Με αφορμή τις εξελίξεις αυτές θα αναφερθούμε σε μία σημαντική σελίδα της ιστορίας του τουρισμού στη χώρα μας.

Το Πασαλιμάνι (1937).

Στα απόνερα της σφοδρής οικονομικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας 1930, η Κυβέρνηση Τσαλδάρη θα υιοθετήσει το σύνθημα «Τουρισμός – Πολιτισμός», προκαλώντας ένα λίαν προσοδοφόρο και πολλαπλά ωφέλιμο τουριστικό κύμα στην Ελλάδα. Όταν ο τουρισμός, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, αποκτούσε τα χαρακτηριστικά ενός παγκόσμιου κοινωνικού φαινομένου, η πάμπτωχη Ελλάς προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της και να αφήσει πίσω της τις εθνικές περιπέτειες και την οικονομική ανέχεια που μάστιζε τον πληθυσμό. Χρησιμοποιώντας ως εργαλείο άσκησης πολιτικής τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), ο οποίος είχε ιδρυθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το ελληνικό κράτος ιδεολογικοποίησε τις δράσεις του. Έτσι, η Ελλάδα γίνεται πρωτοπόρος στο φαινόμενο το οποίο σήμερα θα αποκαλούσαμε «πολιτιστικό τουρισμό». Στην έλλειψη υποδομών απαντούσε με την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στην αδυναμία επενδύσεων πρότασσε τα φυσικά της τοπία και τους πανέμορφους ελληνικούς τόπους. Το κύριο βάρος ρίχτηκε στην Αττική, στα νησιά και τις «Νεράιδες της Μακεδονίας», όπως αποκαλούσαν τις σημαντικότερες πόλεις του Bορρά (Θεσσαλονίκη, Νάουσα, Έδεσσα, Καστοριά κ.ά.). Με τις μικρές της δυνάμεις η χώρα εκπονούσε και υλοποιούσε ένα γιγαντιαίο –για τα δικά της μέτρα– πρόγραμμα που ξεκινούσε από την αποβάθρα του Περάματος, έφτανε στις πλαζ της Γλυφάδας και της Βουλιαγμένης για να καταλήξει στο μαγευτικό τοπίο του Σουνίου. Την περίσταση εκμεταλλεύονταν και οι Έλληνες, οι οποίοι την ίδια εποχή αναπτύσσουν το περίφημο κίνημα της «σκηνοπηγίας», όπως αποκαλούσαν τη δημιουργία πρόχειρων θερινών κατασκηνώσεων στα περίχωρα των Αθηνών.

Έδεσσα (φωτ. Fred. Boissonnas).

Ο «εξακροπολισμός»

Οι οργανωμένες προσπάθειες για προσέλκυση τουρισμού είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Η πρώτη υπηρεσία, το «Γραφείο Ξένων και Εκθέσεων» συστήθηκε ήδη το 1914, ενώ χρειάστηκαν περίπου 15 χρόνια για να ιδρυθεί ο ΕΟΤ. Παρά τις αδυναμίες του, το κράτος βελτίωνε τις υποτυπώδεις ξενοδοχειακές υποδομές και δημιουργούσε το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη και λειτουργία τους, προσπαθούσε να συνδέσει συγκοινωνιακά τους τουριστικούς προορισμούς με τις κοντινές μεγαλουπόλεις και να εξωραΐσει τις αρχαιολογικές περιοχές. Θεσμοί όπως η τουριστική αστυνομία και εκδόσεις ξενόγλωσσων τουριστικών οδηγών έβλεπαν το φως, ενώ δεκάδες εκδόσεις εντυπωσιασμένων ταξιδιωτών –κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρες– διαφήμιζαν τη χώρα.

Άποψη της Θεσσαλονίκης με τον Λευκό Πύργο (φωτ. Fred. Boissonnas).

Το σχέδιο που υλοποιεί η Κυβέρνηση Τσαλδάρη στα μέσα της δεκαετίας του 1930 περιλαμβάνει την αξιοποίηση των κειμένων που σπεύδουν να γράψουν φιλόσοφοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και πολιτικοί που επισκέπτονται την χώρα και ενθουσιάζονται από τα μνημεία της. Στις εντυπώσεις αυτές προστίθενται η λαογραφία και ο μεσογειακός τρόπος ζωής του ελληνικού λαού, το φαγητό και τα τοπικά προϊόντα. Οι σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της Ευρώπης γίνονται κήρυκες του ελληνικού πολιτισμού και της άφατης ομορφιάς τοπίου και μνημείων. Ο Γάλλος Ακαδημαϊκός Georges Duhamel (1884-1966) επισκέπτεται την Αθήνα και υπόσχεται: «Θα ξανάρθω ιερά γη! Θα ξανάρθω να ονειρευτώ αργότερα, εις τα ιερά σου χώματα»! Ο ίδιος θα εισάγει και τον «εξακροπολισμός» (s’ acropoliser) θέλοντας να δώσει με έντονο τρόπο τη μαγεία που ασκεί η Ακρόπολη στους επισκέπτες της. Στα ευρωπαϊκά έντυπα επανέρχεται στην επικαιρότητα η ρήση του Γάλλου ποιητή Jean Richepin (1849-1926): «Όταν η γη θα ξεψυχά στο διάστημα η τελευταία λέξη της θα είναι: Αθήνα!».

Το Μόντε Κάρλο στο Κεφαλάρι!

Το θαλάσσιο μέτωπο της πρωτεύουσας, από το Φάληρο έως τη Βάρκιζα, δέχεται τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες καλλωπισμού του, ώστε να είναι προσιτό στους επισκέπτες. Επίσης ευπρεπίζεται το λιμάνι του Πειραιά για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης αποβίβασης των τουριστών και απομακρύνονται τα περιθωριακά στοιχεία που αποτελούσαν όνειδος για τη χώρα, αφού συγκεντρώνονταν στο λιμάνι και γύρω από τους αρχαιολογικούς χώρους. Από το εστιατόριο του Τσελεμεντέ μέχρι το περίφημο «Ακταίον» σταθμεύουν αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που έχουν επιστρατευθεί για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Το ενδιαφέρον στρέφεται και σε περιοχές όπως η Κηφισιά και η Πεντέλη, με την δημιουργία ελκυστικών τουριστικών περιπτέρων, όπως το Στροφύλι. Έφθαναν στο σημείο να σχεδιάζουν πισίνα στο Κεφαλάρι, η οποία θα καλείτο να ανταγωνιστεί εκείνες της Ριβιέρας και του Μόντε Κάρλο!

Η χώρα χωρίζεται σε 5 τουριστικές περιφέρειες, όπου στη μεγαλύτερη πόλη της κάθε περιφέρειας εδρεύει η Επιτροπή Τουρισμού. Συγκαλούνται τοπικά συνέδρια στα οποία συζητούνται όλα τα εκκρεμή τουριστικά ζητήματα. Ξεκινά η δημιουργία ξενώνων στην Πεντέλη, το Σούνιο, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Υιοθετούνται ευρωπαϊκές διατάξεις για τους θορύβους στις πόλεις. Περιορίζονται δραστικά ο ανατριχιαστικός θόρυβος των τραμ στις ράγες, τα κλάξον, οι ρομβίες και τα γραμμόφωνα των πλανόδιων μουσικών.

Την ίδια εποχή ο ελληνικός λαός αδυνατώντας βεβαίως να ξοδέψει χρήματα για θερινές διακοπές, αναπτύσσει το περίφημο κίνημα της σκηνοπηγίας. Έστηναν τις σκηνές τους «εις την άβυσσον των Πεύκων του δάσους Μελίσσια» ή στις απόμερες παραλίες! Ήταν οι προπομποί των γνωστών μας κατασκηνώσεων, οι οποίες είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να εμφανίζονται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τον Αύγουστο 1936, με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά σχεδόν τα πάντα άλλαξαν. Ο ΕΟΤ καταργήθηκε για να επανιδρυθεί περίπου μία 25ετία αργότερα (1950), ο τουρισμός τέθηκε υπό αυστηρότατο έλεγχο και άρχιζε μια νέα περίοδος για την τουριστική μας ιστορία.