


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Ντοστογιέφσκι: «Ύστερα από λίγο γεννήθηκε η ηδυπάθεια, η ηδυπάθεια γέννησε τη ζηλοτυπία, η ζηλοτυπία τη σκληρότητα…»
Μάθανε να λένε ψέμματα και τους άρεσε το ψέμα, και μάθανε την ομορφιά του ψέματος.
Ίσως όλα αυτά να αρέσανε πολύ αθώα, για τ’ αστεία, από απλή φιλαρέσκεια, σαν ένα ευχάριστο παιχνίδι, και ίσως πραγματικά εξ αιτίας κάποιου μορίου, μα αυτό το μόριο εισχώρησε μέσα στην καρδία τους και τους φάνηκε ευχάριστο.
Ύστερα από λίγο γεννήθηκε η ηδυπάθεια, η ηδυπάθεια γέννησε τη ζηλοτυπία, η ζηλοτυπία τη σκληρότητα…
Α δεν ξέρω δεν θυμάμαι μα σε λίγο, πολύ γρήγορα χύθηκε το πρώτο αίμα: αυτό τους κατέπληξε, τους τρόμαξε, κι άρχισαν να απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο και να χωρίζονται.
Σχηματίστηκαν συμμαχίες, μα εναντίων των άλλων.
Ακούστηκαν μομφές και κατηγορίες.
Μάθανε τι είναι ντροπή και κάνανε αρετή τη ντροπή.
Τους γεννήθηκε μέσα τους το αίσθημα της τιμής και κάθε συμμαχία ύψωσε πάνω της το λάβαρο της.
Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα και τα ζώα φύγανε από κοντά τους για να κρυφτούν μέσα στα δάση και τους εχθρεύτηκαν.
Άρχισε ένας αγώνων για την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό, την προσωπικότητα, τη διάκριση του δικού μου και τού δικού σου.
Άρχισαν να μιλούνε διαφορετικές γλώσσες.
Μάθανε τη θλίψη και αγαπήσανε τη θλίψη.
Ποθήσανε την οδύνη και είπανε πως μόνο με την οδύνη αποκτιέται η αλήθεια.
Σαν γίνανε κακοί τότε άρχισαν να μιλάνε για την αδελφοσύνη και τον ανθρωπισμό και τότε καταλάβανε αυτές τις ιδέες.
Σαν γίνανε εγκληματίες τότε επινόησαν τη δικαιοσύνη και θεσπίσανε πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν, κι ύστερα για να εξασφαλίσουν το σεβασμό για αυτούς τους κώδικες θεσπίσανε τη λαιμητόμου.
Τώρα πια πολύ αμυδρά θυμούνται αυτά που είχαν χάσει και μάλιστα δεν θέλουνε να πιστέψουν πώς άλλοτε ήταν αθώοι και ευτυχισμένοι.
Κορόιδευαν αδιάκοπα το ότι μπορεί παλιότερα να ήταν ευτυχισμένοι και λέγανε πως ήταν όνειρο.
Και μάλιστα δεν μπορούσαν να το φανταστούν αισθητά και εικονικά, κι όμως, τι θαυμαστό, τι παράξενο πράγμα, μ’ όλο που είχαν χάσει την πίστη τους στην παλιά ευτυχία, μ’ όλο που λέγανε πως ήταν παραμύθι για μωρά παιδιά, ωστόσο τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξανακατακτήσουν την αθωότητα και την ευτυχία που γονατίσανε μπροστά στους πόθους της καρδιάς τους, χτίσανε ναούς και προσεύχονταν στην ιδέα τους, στην ”επιθυμία“ τους μ’ όλο που ξέρανε πως ήταν απραγματοποίητη, μα δεν παύανε να τη λατρεύουν με προσευχές, και δάκρυα.
Κι όμως αν μπορούσαν να ξαναγυρίσουν σ’ αυτή την κατάσταση αθωότητας και την ευτυχίας που είχαν χάσει κι αν τους έδειχναν αμυδρά και τους ρωτούσαν αν πραγματικά θέλανε να ξαναγυρίσουν – σίγουρα θα αρνιόνταν….
Μια πλούσια οικογένεια ζει -όπως είναι φυσικό- με όλες τις ανέσεις, απολαμβάνοντας καθημερινά ό,τι επιθυμεί, μόνο που όλα τα μέλη της δείχνουν να μην εκτιμούν τον πλούτο τους.
Το αντίθετο, μάλιστα! Είναι τις περισσότερες φορές αχάριστοι, δύσκολα ικανοποιούνται και πάντα ονειρεύονται κάτι παραπάνω από αυτό που έχουν.
Ο πατέρας, απογοητευμένος από την αχαριστία, αποφασίζει να ξεκινήσει τη διδαχή από το γιο του και να του δείξει στην πράξη τι σημαίνει πραγματική φτώχεια.
Έτσι επιλέγει μια φτωχή οικογένεια που ζει σε ένα ορεινό χωριό και τον παίρνει μαζί του να περάσουν λίγες μέρες μέσα στην απόλυτη φτώχεια…
Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως ακριβώς θα ήθελε! Το αποτέλεσμα εκπλήσσει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και όλους εμάς…
Πέρασαν τρεις μέρες και δύο νύχτες στο χωριό. Στο δρόμο της επιστροφής ο πατέρας γεμάτος αγωνία ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία», απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;», συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
– Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις…
– Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί έχουν ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
– Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
– Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
– Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας, ενώ αυτοί σπέρνουν και θερίζουν γι’ αυτό…
– Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη «συμφωνία» από πουλιά, βατράχια και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται πού και πού από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
– Εμείς μαγειρεύουμε στην ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ψήνουν στα ξύλα και ό,τι τρώνε έχει θεσπέσια γεύση…
– Εμείς για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις πόρτες ορθάνοιχτες, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
– Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση… Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης, την οικογένειά τους…
Ο πατέρας, έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:
«Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά, που μου δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»!!!
Πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι υπάρχεις;
Ερωτά και απάντηση δεν περιμένει ο αιπόλος της Πάρνηθας
Αν το σύμπαν δημιουργήθηκε με το Big Bang, τι υπήρχε πριν από αυτό;
Ερωτά και απάντηση δεν περιμένει ο αιπόλος της Πάρνηθας.
′′ Είναι ένας ολόκληρος χρόνος που έχει χάσει την αρμονία του. Ποιος κάθεται τώρα κάτω από τον νυχτερινό ουρανό για να αναζητήσει τους αρμονικούς νόμους των αστεριών; Ήθελα να βρω τον Θεό ως παιδί, αλλά ο Θεός ήταν νόμος: αρμονία. Μπορείς να βρεις την αρμονία του σύμπαντος σε ένα τραγούδι, σε ένα ποίημα, σε ένα στίχο. Τέχνη είναι αυτό που μας ενώνει με την συμπαντική αρμονία και μετά γινόμαστε άνθρωποι.”
Μίκης Θεοδωράκης




Σε δυο μέρες ένδεκα νέες ζωές στο αγρόκτημα και μια απώλεια

Χλωρή λίπανση 


