«Τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από τη συνήθεια», Οβίδιος

Η συνήθεια είναι η πιο ήσυχη δύναμη που κυβερνά τη ζωή μας. Δεν επιβάλλεται με βία ούτε με εντυπωσιακές ανατροπές· εγκαθίσταται αργά, επαναληπτικά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Κι όμως, όταν παγιωθεί, γίνεται νόμος εσωτερικός, συχνά ισχυρότερος από τη βούληση και τη λογική.

Ο Οβίδιος δεν μιλά για τη συνήθεια μόνο ως πρακτική ευκολία, αλλά ως δύναμη διαμόρφωσης του ανθρώπου. Μέσα από τη συνήθεια, το προσωρινό γίνεται μόνιμο και το τυχαίο μετατρέπεται σε χαρακτήρα. Αυτό που επαναλαμβάνεται παύει να αμφισβητείται· γίνεται φυσικό, σχεδόν αναπόφευκτο.

Η συνήθεια μπορεί να είναι σωτήρια. Μας δίνει σταθερότητα, ρυθμό, συνέχεια. Χτίζει αρετές, καλλιεργεί δεξιότητες, στηρίζει την καθημερινότητα. Αλλά μπορεί και να γίνει δεσμώτης. Όταν αντικαθιστά τη σκέψη, όταν νεκρώνει την επίγνωση, τότε δεν μας στηρίζει — μας περιορίζει.

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο της συνήθειας είναι ότι δεν μοιάζει με φυλακή. Μοιάζει με άνεση. Και γι’ αυτό δύσκολα την αμφισβητούμε. Ζούμε μέσα της χωρίς να τη βλέπουμε, όπως ζει το ψάρι στο νερό.

Η ρήση του Οβίδιου λειτουργεί έτσι ως προειδοποίηση αλλά και ως υπόμνηση ευθύνης. Αφού τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από τη συνήθεια, τότε το ερώτημα δεν είναι αν έχουμε συνήθειες, αλλά ποιες. Γιατί τελικά δεν ζούμε τη ζωή που θέλουμε, αλλά τη ζωή που συνηθίσαμε.

Ο άνθρωπος διαθέτει επίγνωση

Ο άνθρωπος διαθέτει επίγνωση — και αυτή είναι η πιο ουσιαστική του ιδιότητα.

Δεν ζει απλώς· ξέρει ότι ζει. Μπορεί να σταθεί απέναντι στον εαυτό του, να τον σκεφτεί, να τον αμφισβητήσει, να τον κρίνει. Η επίγνωση τον καθιστά ικανό για μνήμη, προσδοκία, ευθύνη. Τον καθιστά, ταυτόχρονα, ελεύθερο και εκτεθειμένο.

Η επίγνωση όμως δεν είναι δεδομένη· είναι δυνατότητα. Μπορεί να καλλιεργηθεί ή να αδρανοποιηθεί. Στην καθημερινότητα συχνά υποχωρεί μπροστά στη συνήθεια, στον φόβο, στη μαζική σκέψη. Τότε ο άνθρωπος συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά παύει να συνειδητοποιεί. Υπάρχει, χωρίς να κατοικεί την ύπαρξή του.

Γι’ αυτό η επίγνωση δεν είναι άνεση. Είναι βάρος. Σημαίνει να αναλαμβάνεις το γεγονός ότι είσαι θνητός, περαστικός, αλλά υπεύθυνος για τον τρόπο που ζεις. Όταν όμως ενεργοποιείται, μετατρέπει τη ζωή από απλή διαδρομή σε βίωμα με νόημα.

Η επίγνωση είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν ρωτά πια μόνο πώς ζει, αλλά γιατί. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ουσιαστική ανθρώπινη ύπαρξη.

Η λήθη της ύπαρξης*

Στη σύγχρονη ζωή, η λήθη της ύπαρξης δεν μοιάζει με έλλειψη, αλλά με υπερφόρτωση. Ζούμε μέσα σε ρόλους, ρυθμούς και υποχρεώσεις, τόσο πυκνά οργανωμένα, ώστε δεν μένει χώρος για το ερώτημα του είναι. Δεν αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε· μας αρκεί να λειτουργούμε.

Η τεχνολογία και η εργασία ενισχύουν αυτή τη λήθη. Ο χρόνος κατακερματίζεται, η προσοχή διασπάται, η αξία του ανθρώπου μετριέται σε απόδοση. Έτσι, η παρουσία αντικαθίσταται από διαθεσιμότητα και η εμπειρία από ταχύτητα.

Η λήθη της ύπαρξης σήμερα δεν είναι θορυβώδης· είναι ήσυχη και επίμονη. Εκδηλώνεται ως κόπωση, άγχος, ένα αδιόρατο κενό. Όχι επειδή κάτι λείπει από τη ζωή μας, αλλά επειδή λείπουμε εμείς από τη ζωή μας.

Ίσως γι’ αυτό η πιο ουσιαστική αντίσταση της εποχής μας είναι μια απλή παύση: να σταθούμε, να σιωπήσουμε και να ξαναρωτήσουμε τι σημαίνει να είμαστε.

*. Κατά τον Χάιντεγκερ. -ένας από τους πιο επιδραστικούς και συνάμα πιο αμφιλεγόμενους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Κεντρικό του έργο είναι το «Είναι και Χρόνος»_ ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει να αναρωτιέται τι σημαίνει «είμαι». Αντί να βιώνει την ύπαρξη, τη διαχειρίζεται