“Ντέμιαν”, Έρμαν Έσσε

 

“Και πάρα πολλοί άνθρωποι μένουν για πάντα κρεμασμένοι σε αυτόν το γκρεμό και προσκολλούν απελπισμένα όλη τους τη ζωή στο παρελθόν που ποτέ δεν έρχεται πίσω, στο όνειρο του χαμένου παραδείσου, το οποίο είναι το χειρότερο και το πιο ανηλεές από όλα τα όνειρα.”

Ο Έρμαν Έσσε είναι ένας συγγραφέας που αναζητούσε πυρετωδώς την εσωτερική αλήθεια, πράγμα εμφανές στα περισσότερα έργα του (“Ο λύκος της στέπας”, “Σιντάρτα”, “Η Φιλία”, “Νάρκισσος και Χρυσόστομος”), τα οποία εκφράζουν κάθε άνθρωπο που αγωνιά να συγκροτήσει μια αρμονική εσωτερική ολότητα.

Στο “Ντέμιαν”, όμως, ο Έσσε περιέγραψε τόσο άψογα την ουσιαστική ενηλικίωση του σύγχρονου “καλοαναθρεμμένου” ανθρώπου, καταφέρνοντας να φέρει στο φως και να αναλύσει, με συγκινητική ακρίβεια, τις πιο αιχμηρές υπαρξιακές εκφάνσεις αυτής της δύσκολης μετάβασης, για την οποία ποτέ και κανείς δε μας προετοιμάζει.

Ο Ντέμιαν, λοιπόν, πέρα από πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Έρμαν Έσσε, είναι κι ο εφηβικός μας εαυτός, αυτός μικρομέγαλος παρατηρητής της ζωής που “ακροβατεί” ανάμεσα στο “χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας” και τον απαιτητικό κόσμο της ενήλικης γνώσης.

Πηγή: Κοραλία Ξεπαπαδέα/ neolaia.gr

Σχέδια…

Αυτοί που πέθαναν εχθές είχαν σχέδια για σήμερα το πρωί. Και αυτοί που πεθαίναν σήμερα το πρωί είχα σχέδια για απόψε. Μην παίρνεις τη ζωή δεδομένη. Η ζωή μπορεί να αλλάξει μόνο με το ανοιγοκλείσιμο του ματιού.

Έτσι συγχώρεσε συχνά και αγάπησε με όλη σου την καρδιά. Μπορεί να μην ξέρεις πότε μπορεί να μην έχεις ξανά αυτή την ευκαιρία.……..

« Ένας Γέρος» / Κ Καβάφης.

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος

σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·

με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια

σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια

που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.

Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει

σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·

και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα!

– την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση

χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι

κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται

ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται

στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.