«Η ομορφιά δεν είναι για να τη φυλακίζεις σε λέξεις, αλλά για να τη θυμάσαι σαν κάτι που σε έκανε για λίγο πιο αληθινό.»

4 Οκτωβρίου – Η μέρα του Φραγκίσκου*

Στην Ασίζη, όταν χαράζει η 4η Οκτωβρίου, η πόλη ανασαίνει αλλιώς. Το φως πέφτει απαλά πάνω στις πέτρες, οι καμπάνες ηχούν γλυκά κι ένας άνεμος, σχεδόν προσευχητικός, κατεβαίνει από τον λόφο της Πορτσιούνκολα. Είναι η μέρα του Φραγκίσκου, του ανθρώπου που μίλησε με τα πουλιά, που αγκάλιασε τους λεπρούς, που βρήκε τον Θεό όχι στα παλάτια αλλά στα χωράφια και στα δάση.

Σήμερα, σε κάθε γωνιά της Ιταλίας, τα παιδιά φέρνουν τα ζώα τους στην εκκλησία για ευλογία — σκύλους, γάτες, καναρίνια, ακόμη και άλογα. Κι είναι σαν να συνεχίζεται εκείνος ο διάλογος που άρχισε πριν οκτώ αιώνες, ανάμεσα στον άνθρωπο και στη δημιουργία.

Ο Φραγκίσκος δίδαξε πως η φτώχεια μπορεί να είναι πλούτος, πως η ταπεινότητα είναι μεγαλείο, κι ότι ο κόσμος είναι όμορφος όχι γιατί μας ανήκει, αλλά γιατί τον μοιραζόμαστε.

Κι έτσι, κάθε 4 Οκτωβρίου, η Ιταλία δεν γιορτάζει μονάχα έναν άγιο, αλλά την ίδια την ιδέα της ειρήνης, της ευγνωμοσύνης και της απλής χαράς να είσαι ζωντανός.

Αν ο Φραγκίσκος ζούσε σήμερα, ίσως να μην κήρυττε στις πλατείες αλλά στα δάση που καίγονται, στις θάλασσες που πνίγουν πλάσματα από πλαστικό, στα παιδιά που γεννιούνται μέσα σε πόλεις χωρίς ουρανό. Θα φορούσε το ίδιο φθαρμένο ράσο, θα περπατούσε ξυπόλητος στους δρόμους της σιωπής και θα μας μιλούσε όχι με λόγια, αλλά με το βλέμμα:

«Αδελφοί μου άνθρωποι, ξεχάσατε να είστε μέρος του κόσμου, όχι αφέντες του».

Ίσως να έστηνε μια μικρή καλύβα σ’ έναν λόφο, με ένα κλαδί για σταυρό κι ένα πουλί για σύντροφο. Κι εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που κοιτούσε κάποτε στην Ασίζη, θα προσευχόταν ξανά για μας — να θυμηθούμε τη γαλήνη, την ταπεινότητα, το χαμόγελο της απλότητας.

Γιατί ο Φραγκίσκος δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει· ζει μέσα σε κάθε ψυχή που σκύβει να ποτίσει ένα δέντρο, που ταΐζει ένα πεινασμένο ζώο, που σιωπά για να ακούσει τον κόσμο να μιλά.

. “Αφιέρωμα στην εορτή του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης – εθνική γιορτή των Ιταλών

*

Είναι ο πολιούχος άγιος της Ιταλίας, μαζί με την Αγία Αικατερίνη της Σιένας, και η ημέρα αυτή θεωρείται εθνική εορτή αφιερωμένη όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και στα ιδανικά της ειρήνης, της ταπεινότητας και της αγάπης προς τη φύση που πρέσβευε.

Στην Ασίζη, κάθε 4 Οκτωβρίου, γίνεται μεγάλη λειτουργία στη Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου, με παρουσία εκπροσώπων από όλη τη χώρα· η γιορτή περιλαμβάνει λιτανείες, ψαλμούς, προσκυνηματικές πορείες και μουσικές εκδηλώσεις.

Είναι επίσης η ημέρα που πολλοί Ιταλοί τιμούν τα ζώα τους, καθώς ο Φραγκίσκος θεωρείται προστάτης των ζώων και της φύσης.

Στους λόφους της Franciacorta

Ανάμεσα στο Μπέργκαμο και τη λίμνη Ίζεο, οι λόφοι κυματίζουν σαν ήρεμη θάλασσα από αμπέλια. Το φως του απογεύματος γλιστρά πάνω στα φύλλα, κι ο αέρας μυρίζει γη, σταφύλι και βροχή που έρχεται. Εκεί, σ’ ένα πέτρινο αγρόκτημα που λέγεται Al Rocol, ο χρόνος κυλά πιο αργά — με ρυθμό τρύγου και πατητηριού.

Οι οικοδεσπότες μας υποδέχονται με ένα χαμόγελο και ένα ποτήρι αφρώδες Franciacorta. Οι φυσαλίδες του αναδύονται σαν μικρές υποσχέσεις, κι η γεύση του θυμίζει φως και ασβέστη. Περπατάμε ανάμεσα στα κλήματα· τα σταφύλια κρέμονται βαριά, ώριμα, σαν να γνωρίζουν πως ήρθε η ώρα τους να γίνουν κρασί. Στο κελάρι, η σιωπή είναι πυκνή· μόνο ο ήχος από τις σταγόνες του μούστου που κυλούν αργά στις πέτρες θυμίζει ότι η ζωή δεν σταματά ποτέ.

Στο εστιατόριο, κάτω από τις καμάρες, το τραπέζι στρωμένο λιτά: ένα ριζότο με μανιτάρια, λίγο prosciutto, κι ένα μπουκάλι ακόμα να περιμένει. Από το παράθυρο φαίνονται οι λόφοι να σβήνουν μέσα στο σούρουπο, κι η γη να ανασαίνει, κουρασμένη αλλά ευτυχισμένη.

Όταν φεύγουμε, ο ουρανός έχει γίνει βαθύς, σχεδόν πορφυρός. Κι εγώ σκέφτομαι πως η Franciacorta δεν είναι τόπος για να την περνάς βιαστικά. Είναι τόπος που σε μαθαίνει να σταματάς, να γεύεσαι, να θυμάσαι.

Όπως ένα καλό κρασί που θέλει χρόνο για να φανερώσει την ψυχή του.

Χρόνος

Έμαθες κι εσύ αυτό το μυστικό από το ποτάμι; Ότι δεν υπάρχει αυτό που λέμε χρόνος; Το ποτάμι είναι παντού την ίδια στιγμή: και στην πηγή και στην εκβολή και στον καταρράκτη και στο πορθμείο και στο βουνό, παντού, και ότι το παρόν είναι αυθύπαρκτο, όχι η σκιά του παρελθόντος ούτε η σκιά του μέλλοντος.

Έρμαν Έσσε Γερμανός συγγραφέας Νόμπελ 1946

Μπεργκαμό, Οχτώβρης

Στην άκρη της Λομβαρδίας, το Μπεργκαμό μοιάζει με πόλη που ζει σε δύο χρόνους. Η Άνω Πόλη, κλεισμένη μέσα στα ενετικά της τείχη, σε υποδέχεται με καλντερίμια που τρίζουν κάτω από τα βήματα, με πλατείες που θυμίζουν σκηνές θεάτρου και με το καμπαναριό που χτυπά σαν καρδιά αιώνων. Στην Piazza Vecchia ένιωσα να πίνω καφέ παρέα με την Ιστορία: τουρίστες, ντόπιοι, περαστικοί, όλοι μοιράζονταν τον ίδιο χώρο σαν κομπάρσοι σε ένα αόρατο δράμα που παίζεται ξανά και ξανά.

Το βράδυ, ένα πιάτο casoncelli alla bergamasca — ζυμαρικά γεμιστά με κρέας και μυρωδικά, βουτυρωμένα με φασκόμηλο — με έφερε πιο κοντά στην ψυχή της Λομβαρδίας. Η γεύση του ήταν σαν να έκλεινε μέσα της την αλπική δροσιά και τη γη του κάμπου.

Κατεβαίνοντας στην Κάτω Πόλη, τα φώτα έπεφταν στα νεοκλασικά κτίρια και στις στοές, καθρεφτίζοντας το παλιό και το καινούργιο σε μια σιωπηλή συμφιλίωση. Εκεί η πόλη έδειχνε το σύγχρονο πρόσωπό της — ζωηρό, πολύβουο, αλλά πάντοτε με τη σκιά της ιστορίας να την αγκαλιάζει.

Κι έτσι, φεύγοντας, συνειδητοποίησα πως το Μπεργκαμό δεν είναι τόπος που τον βλέπεις· είναι τόπος που τον κουβαλάς. Σαν μυστικό, σαν ανάμνηση που μένει άσβεστη.