Μορφές εκφοβισμού στα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (της Μένης Πουρνή)

της Μένης Πουρνή

Στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη πρωταγωνιστούν οι αδικημένοι και περιθωριοποιημένοι άνθρωποι της κοινωνικής ζωής της εποχή του. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, άνθρωποι με σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όσον αφορά τα παιδιά, πιο ελεύθερα παρά ποτέ, τριγυρίζουν στις εξοχές και τις αλάνες της Σκιάθου και της Αθήνας, με ελάχιστη γονεϊκή επίβλεψη, όπως και στο σχολείο. Χωρίς επίβλεψη και απολαμβάνοντας μία, σχεδόν, απόλυτη ελευθερία τα παιδιά δημιουργούν το δικό τους μικρόκοσμο, όπου ισχύουν βασικοί κανόνες και αρχές, όπως ακριβώς πρωτεϊκή περίοδος της ανθρώπινης ύπαρξης συνιστά και η παιδική ηλικία. Επικρατεί ο δυνατότερος, ο πιο ισχυρός, ο πιο δημοφιλής και γενικότερα, εκείνος που επιδεικνύει ηγετικές ικανότητες. Για τα παιδιά μεγαλύτερη σημασία έχουν οι εντυπώσεις και οι εντυπωσιασμοί. Τα αγόρια είναι πολύ πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα από τα κορίτσια, τα οποία από πολύ νωρίς αναλαμβάνουν οικιακά καθήκοντα. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε παιδική παραβατικότητα ήταν ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και η μοίρα αυτών των παιδιών θεωρούνταν συχνά προδιαγεγραμμένη.

Η έννοια της νεανικής παραβατικότητας αποτελεί μία σχετικά καινούργια έννοια. Ως την εποχή του Διαφωτισμού, τα παιδιά από την ηλικία των επτά ετών και άνω θεωρούνταν νομικά υπόλογα για τις πράξεις τους, σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο (Sims & Preston, 2006: 7). Τα πράγματα άλλαξαν κατά την βιομηχανική περίοδο, όταν ο όρος νεανική παραβατικότητα εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1815 (Αβδελά, 2006: 56). Η εισροή πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού από την ύπαιθρο στις μεγαλουπόλεις (Hobsbawn, 2003: 318), οδηγεί μεγάλο ποσοστό των νεοφερμένων στην εξαθλίωση. Τα παιδιά για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους και της οικογένειάς τους δουλεύουν στα εργοστάσια (Sheldon & Osborne, 1989: 570) ή συχνάζουν στους δρόμους, όπου προβαίνουν σε μικρές παραβατικές πράξεις (Rush, 1992). Τα κινήματα για τη σωτηρία των παιδιών (the childsavers movements) στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού θα θέσουν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός ξεχωριστού ποινικού μηχανισμού, του Δικαστηρίου Ανηλίκων (Platt, 1969/2009). Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν εμπεριστατωμένες εγκληματολογικές μελέτες για την νεανική παραβατικότητα κατά τον 19ο αιώνα. Ποινική ευθύνη των ανηλίκων προκύπτει από την ηλικία των δέκα ετών, σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα (Κουράκης, 2012: 450). Οι πρωτοβουλίες για την περίθαλψη των φτωχών παιδιών που βρίσκονταν σε κίνδυνο ήταν κυρίως ιδιωτικές (φιλόπτωχοι σύλλογοι κυριών, κτλ).

Στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου όταν γράφτηκαν τα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ο σχολικός εκφοβισμός και η έννοια του εκφοβισμού γενικά δεν υφίσταται. Γι’ αυτό θα παραθέσουμε ορισμένα στοιχεία από την σύγχρονη έρευνα που θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τους μικρούς ήρωες των διηγημάτων.

Σύμφωνα με τον Olweus (1994), ο σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ως μια ενέργεια κατά την οποία ένας μαθητής εκτίθεται συνεχώς και για μεγάλο διάστημα, σε αρνητικές πράξεις, που προκαλούνται από ένα ή περισσότερους μαθητές. Οι αρνητικές πράξεις αποτελούν ένα τύπο επιθετικότητας κατά την οποία σκόπιμα κάποιος τραυματίζει ή ενοχλεί κάποιον άλλο. Συνήθως εμφανίζεται με την μορφή της λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής βίας στο χώρο του σχολείου, αλλά και εκτός αυτού.

Οι αιτίες του σχολικού εκφοβισμού, κατά τη σύγχρονη βιβλιογραφία, εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον και το σχολείο. στο οικογενειακό περιβάλλον σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του τόπου κατοικίας, το ασταθές ή βίαιο περιβάλλον ανατροφής η παιδική κακοποίηση, τα οικονομικά προβλήματα, το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα κλπ (Holt et al., 2007). Τα αγόρια φαίνεται να εκφοβίζουν και να εκφοβίζονται λίγο περισσότερο σε σχέση με τα κορίτσια (Olweus, 1993). Η ακαδημαϊκή επίδοση δεν φαίνεται να παίζει πάντα σταθερό ρόλο (Blum et al., 2004/Konishi et al., 2010).

Τα θύματα είναι άτομα κοινωνικά απομονωμένα, με ελάχιστους ή καθόλου φίλους, όχι ιδιαίτερα δημοφιλή, από υπερπροστατευτικό οικογενειακό περιβάλλον (Bollmer et al.,  2005/Boulton et al., 1999/Hodges et al.,  1999/Olweus, 1993). Πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η διαφορετικότητα στην εμφάνιση, ειδικά ο αυξημένος δείκτης μάζας σώματος (Griffiths et al., 2006). Οι ελλιπείς ή προβληματικές επικοινωνιακές ικανότητες με τους άλλους συμβάλλουν σημαντικά στη θυματοποίηση ενός παιδιού ή εφήβου  (Almeida,  Caurcel,  & Machado, 2006/De Rosier et al., 1994). Ωστόσο, η ύπαρξη μίας ποιοτικής φιλικής σχέσης με κάποιον συνομήλικο μπορεί να προστατεύσει ένα παιδί από το να θυματοποιηθεί από άλλους συνομηλίκους  (Salmivalli & Isaacs, 2005). Το προφίλ του θύτη αφορά άτομα με υψηλή αυτοπεποίθηση και δυνατότητες κυριαρχικές επιβολής-κάποτε μεγαλύτερη σωματική διάπλαση και ηλικία. Τα αγόρια χρησιμοποιούν περισσότερο άμεσους τρόπους εκφοβισμού, ενώ τα κορίτσια πιο έμμεσους (Kumpulainen et al., 1998). Η συναισθηματική συμπαράσταση των άλλων συνομηλίκων τους βοηθά στο να εδραιώσουν την επιρροή και την εξουσία τους  (Barboza et al., 2009). .

Ο συγγραφέας περιγράφει στο έργο του πολλά περιστατικά εκφοβισμού παιδιών στο έργο του με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδιαφέρον.

Στο διήγημα Ο τυφλοσύρτης (1892) ο αυστηρός δάσκαλος μίας υπεράριθμης τάξης με μαθητές από διαφορετικές τάξεις, ηλικίες και επίπεδα απαιτεί από εκείνους να αποστηθίζουν το μάθημα. Όταν γίνει μία αταξία στην τάξη, αν τυχόν οι μικρότεροι μαθητές μαρτυρήσουν τον δράστη τους περιμένει σκληρή μοίρα από τους μεγαλύτερους συμμαθητές τους:

Ὅσοι τῶν νεωτέρων μαθητῶν ἦσαν «μαρτυριάρικα» καὶ «προδότικα» ἀπὸ τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, στιγματιζόμενοι διὰ τῶν ἐπιθέτων καὶ στενοχωρούμενοι διὰ τρόπων περιφρονήσεως ὑπὸ τῶν μεγαλυτέρων τὴν ἡλικίαν συμμαθητῶν των, διωρθώνοντο ἅμα ἔφθαναν εἰς τὸ Ἑλληνικόν. Ἔπειτα καὶ ἂν ἦτό τις μαρτυριάρης, ἐφοβεῖτο νὰ ἐξασκήσῃ τὴν τοιαύτην ροπήν του ἐν πλήθοντι θαλάμῳ, ἐν ἀντιπαραστάσει διδασκάλου καὶ μαθητῶν(Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 469).

Στην αρχή του διηγήματος Η δασκαλομάννα (1894) ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Γιαννιός, που έχει μείνει αρκετές φορές μετεξεταστέος, ηγείται των μικρότερων συμμαθητών του παριστάνοντας τον δάσκαλο, ενώ ο συγγραφέας αναφέρεται και στην ταραχοποιό δράση του παλιού δεκαοκτάχρονου μαθητή Τζώρτζη στο σχολείο:

― Ἀκοῦστε ἐμὲ νὰ σᾶς πῶ! Νὰ μὴν ἀνοίγετε χαρτί!… Νὰ μὴν ἀκοῦτε τὸ δάσκαλο! Νὰ μὴ φοβᾶστε τς πατεράδες σας!… Νὰ δέρνετε τς μαννάδες σας!

Οὕτως ἠγόρευε πρὸς θορυβώδη ὅμιλον δεκαετῶν καὶ δωδεκαετῶν παιδίων, ἀναβὰς ἐπὶ τοῦ τελευταίου θρανίου τοῦ ἀπωτάτου ἀπὸ τῆς δασκαλοκαθέδρας, ὁ Γιαννιὸς ὁ Βρυκολακάκης, εἷς τῶν μεγαλυτέρων μαθητῶν. Ἐφοίτα ἀπὸ ἑπταετίας καὶ ἦτο ἤδη δεκαπενταετής, ἀλλὰ μόλις εἶχε μάθει νὰ διαβάζῃ συλλαβιστά. Ἐνθυμούμενος τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα χρόνια, δὲν ἔπαυε νὰ οἰκτείρῃ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ σχολείου, ὅπου ὅλα τὰ παιδιὰ ἦσαν μικρά, ὅλο σμαρίδα, ὅλο ἀθερίνα. Πρῶτα ἦσαν ὅλο μεγάλοι. «Ποῦ νὰ ἤσαστε σεῖς τὸν καιρὸ ποὺ ἦτον ὁ ἄλλος ὁ δάσκαλος ποὺ πέθανε, ὁ Φλάσκος, Φλασκο-μπιμπῖνος, ὁ κιτρινιάρης!» Καὶ σείων τὴν κεφαλήν, διηγεῖτο πρὸς τοὺς μικροὺς μαθητάς, οἵτινες τὸν ἤκουον ἐκπέμποντες μεγάλα ἐπιφωνήματα θαυμασμοῦ, πῶς ὁ Τζώρτζης ὁ Σγούρας, δεκαοκτὼ χρόνων, ὑψηλός, μὲ ἀνωρθωμένα σγουρὰ μαλλιά, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ διευθετήσῃ τὸ κτένιον, ἔδειρε μίαν φορὰν τὸν ἄλλον διδάσκαλον, «τὸ Φλάσκο, Φλασκο-μπιμπῖνο, τὸν κιτρινιάρη», πολιορκήσας αὐτὸν ὄπισθεν τῆς δασκαλοκαθέδρας, καὶ κατενεγκὼν τρεῖς σφιγκτοὺς γρόνθους κατὰ τοῦ στέρνου του, διότι ὁ διδάσκαλος ἠπείλησε νὰ τὸν κλείσῃ εἰς τὸ κάτωθεν τῆς δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, ὅπου ἔβοσκον βλατοῦδες* καὶ ψαλίδες πολυποδαροῦσες καὶ ὄχι ὀλίγοι ποντικοί. Πῶς ὁ διδάσκαλος εἶχε συγκαλέσει τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπῄτει τὴν ἀποβολὴν τοῦ Τζώρτζη, ἀλλ᾽ ἡ ἐπιτροπὴ ἀντέτεινε, μὴ θέλουσα νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς οἰκείους τοῦ μεγαλοσώμου καὶ φριξότριχος μαθητοῦ. Πῶς παραδόξως, δηλ. λίαν εὐλόγως, ὁ Τζώρτζης εὑρέθη σύμφωνος μὲ τὸν διδάσκαλον εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, καθόσον, ἀφοῦ ἐπὶ δεκαετίαν εἶχε φοιτήσει εἰς τὸ Σχολεῖον καὶ μόλις εἶχε μάθει νὰ συλλαβίζῃ (μόνον ὅτι συνέχεε κάποτε τὸ η μὲ τὸ π καὶ τὸ ζ μὲ τὸ ξ), ᾐσθάνετο νῦν ἀκατάσχετον πόθον νὰ διαρρήξῃ τ᾽ ἀφόρητα ἐκεῖνα δεσμὰ καὶ νὰ ἐμβαρκάρῃ μὲ τὸ καράβι τοῦ θείου του. Ἴσως μάλιστα δι᾽ αὐτὸ τὸ ἔκαμεν, ἔδειρε τὸν διδάσκαλον ἐπίτηδες διὰ νὰ τὸν ἀποβάλουν. Καὶ τότε ἡ ἐπιτροπὴ ἔπεισε τοὺς οἰκείους του νὰ τὸν ἀποσύρωσιν εὐσχήμως (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 19-20).

Στη Θεοδικία της δασκάλας (1902) η νέα δασκάλα εκείνη εκφοβίζει και υποτιμά τις μαθήτριες της:

Ἡ πρώτη μικρὰ μαθήτρια ἥτις ἐπαρουσιάσθη τῆς ἐμύρισε σκόρδα.

― Μπά! μυρίζεις… Νὰ μὴ τρῷς σκόρδα, ὅταν ἔρχεσαι στὸ Σχολεῖον.

Μία ἄλλη ἐρωτηθεῖσα ἀπήντησεν, ὅτι ὀνομάζεται Μαρούσα Σκυλοβοριᾶ.

― Τί ἄσχημο ὄνομα! εἶπεν ἡ δασκάλισσα.

Μία τρίτη, καθὼς εἶχε πλησιάσει εἰς τὸ γραφεῖον, εἶπε, ὅτι ὁ πατήρ της ἦτο ἁμαξάς.

― Μπά! μυρίζεις σταύλους! εἶπεν ἡ δασκάλα. Τί ἄσχημη μυρωδιά! (Άπαντα, 1984, τ. Δ΄: 113).

Σκηνές νεανικής παραβατικότητας περιγράφονται από τον Παπαδιαμάντη στο διήγημα Της Κοκκώνας το σπίτι (1893), όπου ο μεγαλύτερος νεαρός Γιάννης ο Παλούκας τρομοκρατεί και ληστεύει μία παρέα παιδιών που τραγουδά τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για το αυριανό μεθύσι του:

Ὁ Παλούκας εἶχεν ἐξορμήσει, τρίτην ἢ τετάρτην φοράν, ἀπὸ τὴν κρύπτην του.

Ὁ Στάμος καὶ ὁ Ἀργύρης ἀφῆκαν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἠθέλησαν νὰ φύγουν. Ἀλλ᾽ ὁ Παλούκας ἐφήρμοσε τὴν μέθοδόν του, καὶ τοὺς ἐλήστευσε.

― Εἶναι ἄλλη ζυγιά; ἠρώτησεν εἶτα.

Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ᾽ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην.

― Εἶναι κι ἄλλη ζυγιά; ἐπανέλαβεν ἀκαταλήπτως ὁ παράδοξος ἄνθρωπος.

― Τί ζυγιά; ἠδυνήθη ν᾽ ἀρθρώσῃ ὁ Στάμος.

― Εἶναι ἄλλα παιδιὰ νὰ κατεβοῦν, ἀπ᾽ τὸν ἀπάνω μαχαλά;

― Δὲ ξέρω, εἶπεν ὁ Στάμος.

Τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Παλούκας εἶχεν ὀλιγωρήσει νὰ σβήσῃ τὸν φανόν, διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας του ἐπείσθη ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀνεγνώριζαν τὰ παιδία. Ἀλλ᾽ ὁ Στάμος τὸν ἐκοίταξε τόσον καλά, ὥστε «ἐγύριζε μὲς στὸ νοῦ του» ὅτι κάποιος ἦτον καὶ δὲν ἀπεῖχε πολὺ τοῦ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 646).

Ωστόσο, τα παιδιά στο τέλος πήραν εκδίκηση:

Τὰ πρῶτα ληστευθέντα παιδία, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελής, ἀφοῦ ἔφθασαν ἀσθμαίνοντα εἰς τὴν μικρὰν πλατεῖαν τὴν ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ, μὴ ἔχοντα πλέον διὰ τί πρᾶγμα νὰ μαλώσωσιν, ἔκαμαν ἀγάπην. Μετὰ φιλικωτάτην δὲ συζήτησιν ἐκ συμφώνου, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ παράδοξον ὄν, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπῆρε τὰ λεπτά, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἐπῆρε οὔτε τὴν φωνὴν οὔτε τὸν νοῦν των, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτον φάντασμα, οὔτε βρυκόλακας, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐδοκίμασε νὰ τοὺς φάγῃ, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτον οὔτε σκαλικάντζαρος. Τί ἄλλο θὰ ἦτον λοιπόν; Θὰ ἦτον ἄνθρωπος, χωρὶς ἄλλο.

Ἡ δευτέρα ζυγιὰ τῶν παιδίων ἔφθασε μετ᾽ οὐ πολύ, εἶτα ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη. Ὅλα τὰ ὁμοιοπαθῆ παιδία δὲν ἤργησαν νὰ συνεννοηθῶσιν ὁμοῦ. Τέλος ὁ Στάμος, ὅστις ἦλθε τελευταῖος μετὰ τοῦ Ἀργύρη, ἐπρότεινε καὶ ὅλοι ἐψήφισαν νὰ ἐκτελέσωσι τακτικὴν νυκτερινὴν ἔφοδον κατὰ τῆς οἰκίας.

Ὁ Παλούκας, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐδίσταζε, καὶ εἶχεν ἀποφασίσει πλέον ν᾽ ἀποσυρθῇ ἀφοῦ εἶχε κάμει ἀρκετὴν λείαν, ὅση θὰ ἤρκει διὰ νὰ μεθύσῃ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τὴν ἡμέραν τῶν Ἐπιλοχίων, καὶ τὴν τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἀκόμη. Ἐνῷ δὲ ἦτο ἕτοιμος νὰ φύγῃ καὶ πάλιν ἔμενεν, ἐπῆλθεν ἡ πρώτη πυκνὴ χάλαζα τῶν λίθων.

― Νά μιὰ ζυγιά! ἐφώναξε φιλέκδικος ὁ Στάμος.

― Νά μιὰ ζυγιά! ἐπανέλαβον ἐν χορῷ τὰ παιδία.

Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον ἂν ἀπεφάσιζεν ὁ Παλούκας νὰ φύγῃ, θὰ ἦτο ἤδη ἐκτὸς βολῆς. Δυστυχῶς ἦτο ἀργὰ τώρα (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 647).

Τοποθετημένο, επίσης, στην εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων με υπόθεση που διαδραματίζεται την παραμονή της γιορτής των Θεοφανίων είναι το διήγημα Ο Σημαδιακός(1889). Ο  νεαρός ναυτικών με το προσωνύμιο Σημαδιακός είναι ερωτευμένος με την νεαρή κόρη ενός καπετάνιου. Θέλει να της στείλει ένα ερωτικό ραβασάκι και να λάβει απάντηση. Για να το πετύχει εκφοβίζει μία παρέα παιδιών λίγο πριν πάνε στο σπίτι της κοπέλας για να πουν τα κάλαντα:

―  Δὲν θέλω τὰ λεπτά σου, βρέ… ἐπανέλαβεν Ἐλόγου του, στρίβων ὑπερηφάνως τὸν μακρὸν πυρρὸν μύστακά του… μὴ φοβᾶσαι, ἄκουσε… νά, τί θέλω.

Καὶ τῷ ἔτεινε μικρὸν ἐπιστόλιον ἐντὸς χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλου.

―  Νὰ τὸ δώσῃς, ἀπάνω ποὺ θὰ πᾷς, εἶπε.

―  Τίνος νὰ τὸ δώσω;

―  Στὸ Μπραϊνάκι, βρέ… δὲν ξέρεις ποὺ μ᾽ ἀγαπάει;

― Ἀλήθεια; εἶπε μετὰ προσποιήτου θαυμασμοῦ ὁ Ἀλέκος, ὅστις εἶχε πλησιάσει ἐν τῷ μεταξύ.

―  Σένα δὲν σοῦ μιλῶ, εἶπεν αὐστηρῶς Ἐλόγου του.

―  Καλά, τὸ δίνω, ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος, εὐχαριστημένος διότι θὰ ἐγλύτωνε.

―  Μὰ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ἐλόγου του.

―  Τί σημάδι;

―  Αὐτὴ ξέρει.

Καὶ ἐπανέλαβε:

―  Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ, θέλω νὰ μοῦ φέρῃς σημάδι ἀπόψε.

―  Καλά.

―  Κρατῶ ἀμανάτι τὸ φέσι σου, καὶ σὲ περιμένω ἐδῶ τριγύρω. Ἀκοῦς;

Καὶ ἀπέσπασεν αὐθαιρέτως τὸ φέσι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σωτήρου.

―  Δός του τὸ φέσι του! ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος.

―  Σοὺτ ἐσύ!…

Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη τίποτε καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν 〈του〉 νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου (Άπαντα, 1982, τ. Β΄: 104-105).

Στα Δαιμόνια στο ρέμα (1900) ο συγγραφέας αναφέρεται σε αυτοβιογραφικό τόνο στον εκφοβισμό που δεχόταν από τα άλλα παιδιά, επειδή ήταν γιος ιερέα:

Τἆλλα παιδιά, ὅσον σέβας καὶ φόβον ἐδείκνυον ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν πρεσβυτέρων μελῶν τῆς οἰκογενείας μου, ὅλον τὸ ἐξέσπων εἰς φθόνον καὶ ἐπιβουλὴν κατ᾽ ἐμοῦ (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 241).                                                                                […]

Τὰ παιδιά, ἡ ἀσυμπαθὴς καὶ ἄστοργος συντροφιά μου, κατέβαινον, ἔτρεχον, ἐχάνοντο· ἐκυλίοντο, οἱονεί, τὸν κατήφορον, κ᾽ ἐκυνηγοῦσαν τὰ καβούρια, μέσα εἰς τοὺς διαφόρους λάκκους τοῦ νεροῦ. Ἔτρεχα, ἐπλανώμην κ᾽ ἐγὼ κατόπιν των. Ἔψαχνα νὰ εὕρω καβούρια.

Μὲ τὸ σήκωμα τῆς πέτρας, ἐθόλωναν τὰ νερά, καὶ τὰ καβούρια ἐκρύπτοντο. Ἂν ἐδοκίμαζα νὰ ἁρπάσω ἓν εἰς τὰ τυφλά, μοῦ ἐδάγκανε τὰ δάκτυλα· ἐπόνουν, τὸ ἄφηνα, κ᾽ ἐκεῖνο ἔφευγε. Νὰ τὸ πιάσω μὲ προφύλαξιν, νὰ φυλαχθῶ ἀπὸ τὰ δύο κυκλοτερῆ, μακρὰ στόματά του, δύσκολον ἦτο, ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔβλεπα καλά· τὰ νερὰ θολωμένα.

Καθὼς μ᾽ ἐδάγκαναν τὰ καβούρια, οὕτω μὲ ὠνείδιζαν καὶ τὰ παιδιά. Δύο ἢ τρία ἐξ αὐτῶν, ἄνευ αἰτίας, ἤρχισαν νὰ μὲ «ἀναγορεύουν», ὅπως λέγουν εἰς τὴν γλῶσσάν των, νὰ μὲ προσφωνοῦν δηλαδὴ μὲ ὑβριστικὰ ἐπίθετα. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ κλαίω.

Καθὼς μ᾽ ἔφευγαν τὰ καβούρια, οὕτω μ᾽ ἔφυγαν, μετ᾽ ὀλίγον, καὶ τὰ παιδιά. Εἶχαν ἀλλάξει διεύθυνσιν ἔξαφνα, κ᾽ ἐπήγαιναν πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος. Ἐκεῖνα ἔτρεχαν, ἐγὼ ἔμενα ὀπίσω.

Δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν περίπου συνομήλικά μου. Ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἦσαν ἀπὸ δώδεκα ἕως δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ἦσαν δέ, ὅσον δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκτιμήσω, πανοῦργοι, παμπόνηροι. Ἐθόλωναν τὰ νερά, ἐστραβοπατοῦσαν, ἔφευγον τρέχοντα. Ὡμοίαζον πολὺ μὲ τοῦ ρεύματος τὰ καβούρια.

Ἔτρεχον ἐγὼ ἀπηλπισμένος κατόπιν των.

― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμέ!

Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην.

―Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!

― Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!

Ὠνόμαζαν οὕτω τὰ πρόσφορα, τοὺς ἄρτους τοὺς προσφερομένους εἰς τοὺς ναούς. Μὲ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαίδι. Ἐκεῖνοι ἦσαν τέκνα ναυτικῶν, πορθμέων, ναυπηγῶν, γεωργῶν. Οἱ πατέρες ἐθαλασσοπνίγοντο ἢ ἵδρωναν πολὺ γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί, καὶ οἱ υἱοὶ τὸ εἶχον διὰ καύχημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐμὲ μ᾽ ἐπεριφρονοῦσαν,

― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμένα!

― Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα…

― Μιὰ στιγμή, καρτερεῖτε!

― Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…

Ἔβαλα κλαυθμηρὰς φωνάς, ἀλλ᾽ εἰς μάτην. Ὅσην ἀκρόασιν ἔδωκε τὸ πάλαι τὸ εἴδωλον τοῦ Βάαλ εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν ἀλσῶν, τοὺς ἐπικαλουμένους ἀπὸ πρωίας ἕως ἑσπέρας, ἄλλην τόσην ἔδωκαν εἰς τὰς φωνὰς τὰς ἰδικάς μου οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ἔνσαρκοι δαίμονες τοῦ ρεύματος καὶ τῶν βράχων. «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν!». Καὶ οὐκ ἦν φωνή, καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις.

Ἔγιναν ἄφαντοι. Καὶ μακρόθεν ἐκάγχαζον εἰς τοὺς κλαυθμούς μου (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 242-243).

Το διήγημα Γουτού γουπατού  (1899) προσεγγίζει το θέμα του εκφοβισμού μέσα από την πτυχή της διαφορετικότητας του ήρωα λόγω της αναπηρίας του. Ο Μανόλης το Ταπόη θα αποδείξει την αξία του, όταν έρθει η ώρα και ο αντίπαλός του θα πάρει το μάθημα που του αξίζει:

Τὸν ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες τῆς ἀγορᾶς, τὸν ἐχλεύαζον τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς, τὸν ἐφοβοῦντο τὰ νήπια καὶ τὰ βρέφη. Τὸν ἔλεγαν κοινῶς «ὁ Ταπόης» ἢ «ὁ Μανώλης τὸ Ταπόι».

―Ὁ Ταπόης! Νά, ὁ Ταπόης ἔρχεται…

Φόβος καὶ τρόμος ἐκολλοῦσε τὰ ἄκακα βρέφη εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τούτου. Ἡ νεολαία τοῦ χωρίου, οἱ θαμῶνες τῶν μαγαζειῶν καὶ τῶν καφενείων, δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ τὸν πειράζουν.

― Εἶσ᾽ ἕνα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· εἶσαι χταπόδι.

Κ᾽ ἐκεῖνος, μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν δεμένην διὰ γλωσσοδέτου μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὀδόντων, ἀπήντα:

― Ναί, εἶμι ταπόι!… Ἰσὺ εἶσι ταπόι. (Ναί, εἶμαι χταπόδι. Ἐσὺ εἶσαι χταπόδι.)

Εἶχε φίλους τόσον ὀλίγους καὶ τόσον ἀμετρήτους ἐχθρούς, εἰς μέρος τόσον ὀλιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ἢ διακριτικός τις τὸν ὑπερήσπιζεν ἐναντίον τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀγυιοπαίδων. Εἰς ἐκεῖνον ἐγίνετο σκλάβος ἰσόβιος, κ᾽ ἐξετέλει δι᾽ αὐτὸν διακονήματα προθύμως, μετὰ βίας δεχόμενος φίλευμα ἢ κέρασμα. Πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους δὲν ὑπῆρχε φιλία οὔτε σπονδή.

[…]

Εἰς τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἐκεῖ ἄνωθεν τοῦ Βράχου, ἐβασίλευεν ὁ φοβερὸς Τσηλότατος. Ἦτο ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Βράχος ἐφ᾽ οὗ εἶχε τὸν θρόνον του, σγουρομάλλης, ἀκτένιστος, ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, καὶ ἀποτρόπαιος. Ἦτο αὐτὸς ὁ ἀνεγνωρισμένος ἀρχηγὸς τῶν μαγκῶν τῆς Ἄνω Ἐνορίας καὶ ὅλου τοῦ χωρίου.

[…]

Πέντε ἢ ἓξ παιδιὰ τοῦ σχολείου, ἀπ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκυνήγει ἀσπόνδως ὁ Τσηλότατος, εἶχον ἀναβῆ ἐν συνοδίᾳ τοῦ Μανωλιοῦ τοῦ Ταπόη εἰς τὴν ἐπάνω γειτονιάν, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τοῦ Ἁγ. Βασιλείου κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος.

[…]

 Μετὰ μίαν στιγμὴν ὁ λαιμὸς τοῦ Τσηλότατου εὑρίσκετο ὡς ἐν φοβερᾷ ἁρπάγῃ ἐντὸς τοῦ σφιγκτοῦ γρόνθου μὲ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας, τῆς πελωρίας χειρὸς τοῦ Ταπόη. Ὁ Τσηλότατος ἀφῆκε πνιγμένην κραυγήν. Ἤσπαιρεν, ἠγωνία, ἐσφάδαζεν. Ὀλίγον ἀκόμη ἂν ἔσφιγγεν ὁ Ταπόης, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον Τσηλότατος.

― Πόκυλου! ἔκραξε μόνον ὁ Ταπόης. (Χασαπόσκυλο!)

Τὰ παιδιὰ τῆς συμμορίας, ἐκρέμασαν τὰ χέρια κάτω, καὶ ἄφησαν τὰ «κελεπούρια». Δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψάξουν τὰ θυλάκια.

Ἡ συνοδία ἀπὸ τὴν Κάτω Ἐνορίαν ἀνεθάρρησε.

― Μπράβο, Μανώλη! Μπράβο! (Άπαντα, 1984, τ. Γ΄: 183, 186, 188, 190-191).

Στο διήγημα Τ’ αερικό στο δέντρο (1907) μία ομάδες από «μάγκες» κατεβαίνει στην εξοχή για να κόψει βέργες και να γκρεμίσει με αυτές φωλιές πουλιών. Ένας από τους μάγκες, ο Μιχάλης ο Βεργής, ρίχνει με μία βέργα κάτω από το δέντρο τον μικρό Κώτσο, ο οποίος πάσχει από ελαφριά χωλότητα. Η γιαγιά του Κώτσου διώχνει το Μιχάλη και τον καταριέται. Όλα αυτά συμβαίνουν το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου:

Οἱ μάγκαι τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητεί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπείρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κυρτὸν σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδίας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ράβδον, καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κ᾿ ἐβάρεσεν, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοὶ τῶν κοίλων βράχων, καὶ τῶν ἀπορρώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀνὰ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα, δίπλα εἰς τὸν ὑγρὸν χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ρεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ρύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγραμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γρια-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον, καὶ τὸ ἠγάπα ὡς «δυὸ φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τί εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλην νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του, καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ᾐσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως, καὶ ἤρχισε συνάπτουσα τὰς χεῖρας νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

―Ἀρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τί ἔκαμες!… Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾷς;… Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοῦ ᾽ρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δεντρί, ἐκεῖ!… 

Τελικά ο Μιχάλης αρρωσταίνει ξαφνικά την Διακαινίσιμο Εβδομάδα:

Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄρρωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸν ἐμάρανε.

Εὐλογεῖτε, καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Χριστός.                                                      

(Άπαντα, 1985, τ. Δ΄: 212-213/215).

Τα παιδιά-ήρωες στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που παρουσιάσαμε υφίστανται εκφοβισμούς σε διάφορες μορφές, γεγονός αποδεκτό τις περισσότερες φορές στα κοινωνικά πλαίσια της εποχής. Στον Τυφλοσύρτη οι μικρότεροι μαθητές δεν μαρτυρούν στον δάσκαλο τις αταξίες των μεγαλύτερων, γιατί φοβούνται την αντίδρασή τους. Στην Δασκαλομάννα ο δεκαπεντάχρονος μαθητής-ακόμη-του Δημοτικού σχολείου έχει χριστεί αρχηγός των μαθητών και εκθειάζει την εκφοβιστική δράση ενός ακόμη μεγαλύτερου μαθητή που έφτασε να δείρει μέχρι και τον δάσκαλο! Η δασκάλα είναι εκείνη που εκφοβίζει τις μαθήτριες στην Θεοδικία της δασκάλας. Στης Κοκκώνας το σπίτι οι παρέες των παιδιών που λένε τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων δέχονται σωματική επίθεση και απειλές από έναν λίγο μεγαλύτερο νεαρό που τους ληστεύει, αλλά στο τέλος παίρνουν το αίμα τους πίσω. Ψυχολογικό και λεκτικό εκφοβισμό δέχονται τα παιδιά που λένε τα κάλαντα την παραμονή των Φώτων στο διήγημα Ο Σημαδιακός προκειμένου να μεταφέρουν ένα ραβασάκι και την απάντησή του. Η κοινωνική θέση του μικρού ήρωα ως γιο ιερέα τον καθιστά επίκεντρο του χλευασμού των συνομηλίκων του, οι οποίοι τον ζηλεύουν και τον εγκαταλείπουν μόνο του στην ερημιά. Στόχος και φόβητρο όχι μόνο των παιδιών, αλλά όλων σχεδόν των συγχωριανών γίνεται ο Μανώλης το Ταπόη λόγω της αναπηρίας του στο Γουτού Γουπατού. Ωστόσο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς προστατεύει μία ομάδα μικρότερων παιδιών από την απειλή του μάγκα Τσηλότατου και της παρέας του. Ο μικρός Κώτσος στο Αερικό στο δέντρο δέχεται επίθεση από έναν μεγαλύτερο νεαρό, εκπρόσωπο ομάδας μαγκών, που τον γκρεμίζει κάτω από το δέντρο με μια βέργα, αν και έχει ελαφρά αναπηρία. Εδώ το ρόλο του προστάτη αναλαμβάνει η γιαγιά του αγοριού που καταριέται τον μάγκα. Ο νεαρός λίγες μέρες αργότερα αρρωσταίνει σοβαρά.

Κλείνοντας, στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη με περιστατικά εκφοβισμού, εκφοβισμό δέχονται συνήθως τα μικρότερα αγόρια από μεγαλύτερα. Περιλαμβάνουν λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία. Κορίτσια εμφανίζονται μόνο σε ένα διήγημα, όπου εκφοβίζονται από τη δασκάλα τους. Ήρωες με αναπηρία, όπως ο Μανώλης είναι δυνατόν κάποτε να αναλάβουν το ρόλο του σωτήρα. Σταθερή πεποίθηση του συγγραφέα συνιστά πως τις ημέρες των εορτών το δίκαιο αποδίδεται με τους μικρότερους σε ηλικία εκφοβιζόμενους να παίρνουν την εκδίκησή τους ως απόδοση θείας δικαιοσύνης.

Γνωρίζεται ότι:

Οι ψυχοπαθείς κάνουν, σύμφωνα με μελέτες, τους καλύτερους γενικούς διευθυντες εταιριών ως προς την κερδοφορία γιατί έχουν υπολογιστικό νου και δε νιώθουν ενσυναίσθηση!

Γιατί αφέθηκε στην τύχη του αυτό το κόσμημα;

Έτσι είναι σήμερα το πάλαι ποτέ περίφημο σαλέ Κυκλάμινα στην Πάρνηθα

Το σαλέ “Κυκλάμινα” βρίσκεται στην Πάρνηθα στην τοποθεσία Αγία Τριάδα, μετά το Σανατόριο.

Το μικρό αυτό ξενοδοχείο – σαλέ για χρόνια συν-υπήρχε μαζί με το ελατοδάσος της Πάρνηθας που το αγκάλιαζε. Στα 18 του δωμάτια στέγαζε παρέες Αθηναίων, ζευγαράκια και μοναχικούς διαβάτες. Επίσης διέθετε εστιατόριο και καφετέρια.

Το σαλέ “Κυκλάμινα” κάηκε στην μεγάλη καταστροφική πυρκαγιά του 2007 όταν χάθηκαν στις φλόγες 48.744 στρέμματα δάσους. Σήμερα είναι απλά ερείπια.

Πηγή βίντεο: n.p. production

Πίτσος: Οταν η Ελλάδα έβγαζε βιομήχανους

Η «Κ» συνάντησε τον 103 ετών Απόστολο Πίτσο της θρυλικής εταιρείας λευκών συσκευών που ιδρύθηκε το 1865

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys0

«Είχαμε ένα ψυγείο Πίτσος χρόοοονια!». Πόσοι και πόσοι Ελληνες δεν έχουν πει αυτή τη φράση;

Ε, λοιπόν από τα ίδια ανθεκτικά υλικά που ήταν κατασκευασμένες οι λευκές συσκευές του, είναι φτιαγμένος και ο Απόστολος Πίτσος. Αρχοντικός, με μυαλό που δουλεύει σαν καλολαδωμένο μηχάνημα στα 103 του, καθόταν απέναντί μου στον καναπέ του σπιτιού του στο Παλαιό Ψυχικό.

Περιποιημένος, με ωραίο κόμπο στη γραβάτα και το πίσω μέρος της μέσα από το παντελόνι, όπως ακριβώς έκανε και ο πατέρας μου, μου είπε με καμάρι ότι έχει κάνει και τις δύο δόσεις των εμβολίων.

«Ξέρετε, όταν έφτασα στο εμβολιαστικό κέντρο με το καροτσάκι, διότι δυσκολεύομαι λίγο να περπατήσω, μου πήραν τα στοιχεία. Μόλις το νοσηλευτικό προσωπικό άκουσε το επίθετό μου, μου είπαν με χαρά: “Α, εσείς είστε;”. Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα. Είναι κάτι που με κάνει ακόμα πολύ υπερήφανο και το απολαμβάνω».

Λογικό. Το «Πίτσος» ήταν συνώνυμο των ηλεκτρικών συσκευών στην πατρίδα μας. Από τον Εβρο μέχρι την Κρήτη και από την Ηπειρο ώς τη Μυτιλήνη, δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε προικιστεί με ψυγεία, φούρνους, πλυντήρια, κουζίνες έως και τηλεοράσεις (που κυκλοφορούσαν όμως με την επωνυμία άλλων εταιρειών, όπως η Zanussi).


«Χρυσή» εποχή

Ηταν η εταιρεία που έφερε τη νέα τεχνολογία στα νοικοκυριά, σε μια εποχή όπου η Ελλάδα γνώρισε τον εξηλεκτρισμό και ύστερα την τεράστια οικονομική ανάπτυξη.

Επρόκειτο για την περίοδο κατά την οποία ακόμα και οι μη προνομιούχοι μπόρεσαν να αγοράσουν για το σπιτικό τους τα αγαθά της προόδου, που τους έλυσαν τα χέρια στην καθημερινότητά τους. Η επιχείρηση εδραίωσε στους καταναλωτές αυτό που έλεγε και η διαφήμισή της: «Πίτσος. Εμπιστοσύνη». Τα προϊόντα της διαρκούσαν για μια ζωή και συχνά μια γενιά τα κληρονομούσε από μια άλλη, διότι ακόμα το κόστος αγοράς ήταν ακριβό και τα παλιά δούλευαν ρολόι.

Την ιστορία αυτής της πασίγνωστης φίρμας που ιδρύθηκε από τον αδελφό του παππού του, το 1865, αποτυπώνει σε ένα βιβλίο προσωπικών αναμνήσεων ο Απόστολος Πίτσος και αυτό ήταν και η αφορμή για να συναντηθούμε.

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys1

Με φωνή σταθερή και βλέμμα όλο ζωντάνια, άρχισε την αφήγηση, ενθυμούμενος απίστευτες λεπτομέρειες με πολλή διαύγεια.Για πολλά χρόνια, 2.200 οικογένειες ζούσαν από το εργοστάσιο «Πίτσος».

Το ξεκίνημα

«Ο Νικόλαος Πίτσος ξεκίνησε μ’ ένα εργαστήριο τότε που έφτιαχνε φανάρια για τα τρόφιμα, καμινέτα, μπρίκια στο Μοναστηράκι. Δεν είχε παιδιά και έτσι έμαθε στα τρία πολύ εργατικά ανίψια του –εις εκ των οποίων και ο πατέρας μου– τη δουλειά. Επεκτάθηκαν με νέα έδρα την οδό Περικλέους στην Αθήνα. Αργότερα έκαναν ακόμα ένα πιο τολμηρό βήμα με τη δημιουργία του πρώτου εργοστασίου στους Αμπελόκηπους, που ήταν τότε στα όρια της πόλης των Αθηνών προς την εξοχή. Εγώ εκεί γεννήθηκα, μεγάλωσα και φοίτησα στη Γερμανική Σχολή, από την οποία πήρα και πολλά βραβεία. Λίγο αργότερα, με έβαλαν να πάω στο Πρακτικό Λύκειο για να εισαχθώ στο Πολυτεχνείο. Τότε όμως ο πατέρας μου έπαθε ένα ατύχημα σε μια πρέσα, που του έβλαψε την όραση.

»Μας είπαν ότι ο καλύτερος γιατρός ήταν στη Βιέννη. Μαθητής εγώ, ταξιδέψαμε μαζί για να του μεταφράζω τα γερμανικά. Ο ειδικός δεν μας άφησε ελπίδες. Στην επιστροφή στο τρένο, είδα τον πατέρα μου να κλαίει και μέσα μου πήρα την απόφαση ότι παρότι ήμουν ανήλικος θα έκανα τα πάντα να τον βοηθήσω.

»Με τη σύμφωνη γνώμη των θείων μου, μπήκα στην επιχείρηση και τα μαθήματά μου τα διάβαζα μόνος μου το βράδυ. Λίγο αργότερα, μας επισκέφθηκε στην Ελλάδα ο ανιψιός ενός Γερμανού εργοστασιάρχη, του Ερντμαν Κιρχαϊς, από τον οποίον αγοράζαμε μηχανήματα. Μας πρότεινε να πάω στην έδρα τους στο Αουε της Σαξονίας, να εργαστώ εκεί ώστε να προετοιμαστώ για τη φοίτησή μου στο Πολυτεχνείο της πόλης».

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys2

Οι εγκαταστάσεις στου Ρέντη, που για την εποχή τους ήταν σύγχρονες και πρωτοποριακές. Το 2020 μπήκε λουκέτο στη μονάδα.

Η ακμή, οι δυσκολίες, η ΕΟΚ, οι Γερμανοί

«Ο πατέρας μου που πάντα έβλεπε μπροστά με έστειλε. Εφτασα το 1937, λίγα χρόνια προτού ο Χίτλερ ξεκινήσει τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θυμάμαι στη Γερμανία ότι έβαζαν τα μικρά παιδιά να μαζεύουν με καροτσάκια όποιο κομμάτι σίδερο έβρισκαν. Ετσι τα προετοίμαζαν στη χιτλερική ιδέα του Πολέμου. Ημουν εκεί όταν εισέβαλαν στην Αυστρία. Κληρωτός του ’39, επέστρεψα στην Ελλάδα και πήγα στο αντιαεροπορικό πυροβολικό που είχε έδρα στο Μενίδι. Στον Πόλεμο δεν έφτασα ώς το Αλβανικό Μέτωπο. Εμεινα στην Αθήνα διότι εκεί ήταν η πυροβολαρχία μου. Η δουλειά μας ήταν να ρίχνουμε ιταλικά και μετά γερμανικά αεροσκάφη. Τον αδελφό μου, πιο ζωηρό και ριψοκίνδυνο από μένα, τον έστειλε ο πατέρας μου στην Αίγυπτο και πολέμησε στη Μέση Ανατολή. Στο μεταξύ, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην πρωτεύουσα μας επέταξαν το μισό εργοστάσιο. Εμείς κλεισμένοι στο άλλο μισό δίναμε αγώνα για να θρέψουμε τους λιγοστούς εργάτες που μας είχαν απομείνει».

Ο Απόστολος Πίτσος θυμόταν τα σκληρά χρόνια της Κατοχής, αλλά εξίσου σκληρά ήταν και εκείνα που ακολούθησαν.

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys3

Η άδεια οδηγήσεως του Απ. Πίτσου όταν σπούδαζε στη Γερμανία.

«Είχαμε ένα ραδιοφωνάκι. Από εκεί άκουσα την ανακοίνωση: “Οσοι νέοι να έρθετε στην Παλαιά Βουλή και να πάρετε μαζί ένα πιρούνι και μια κουβέρτα”. Είχε αρχίσει ο Εμφύλιος και έσπευσα να καταταγώ παρά τις αντιρρήσεις των δικών μου. Πολέμησα άλλα δυο χρόνια. Ηταν μια φρικτή περίοδος για τη χώρα μας. Στα μετεμφυλιακά χρόνια, προσπαθήσαμε να βρούμε πάλι τον βηματισμό μας. Θυμάμαι ότι κληθήκαμε εμείς στο Μποδοσάκη, στο Καλυκοποιείο, όσοι είχαμε βιομηχανίες, και με κλήρο παίρναμε διάφορα κατασκευαστικά μηχανήματα από την Αμερική και τον Καναδά, που μας έδιναν οι σύμμαχοι. Λίγο αργότερα μπήκε στα σκαριά και η ιδέα κατασκευής ενός σύγχρονου εργοστασίου».

Στις νέες αυτές εγκαταστάσεις στου Ρέντη που περιγράφει ο Απόστολος Πίτσος παρήχθησαν οι λευκές συσκευές που έκαναν τη φίρμα τόσο διάσημη. Ομως η υψηλή παραγωγικότητα δεν ήταν τυχαία. Οπως λέει, οι σχέσεις με το προσωπικό ήταν οικογενειακές. Κάθε Χριστούγεννα μοιράζονταν γαλοπούλες, το Πάσχα μισό αρνί σε κάθε εργαζόμενο. Υπήρχε γραφείο μέσα στο εργοστάσιο με κοινωνική λειτουργό, οργανωμένες εκδρομές με ξεναγούς σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Η επιχείρηση είχε νοικιάσει κατασκήνωση στον Πόρο για τα παιδάκια και καταλύματα για τις οικογένειές τους.

Επιχειρηματίες παλαιάς κοπής σαν εκείνον είχαν πάντα την έγνοια του προσωπικού αλλά και του καλού παραδείγματος μέσα από τη δική τους εργατικότητα. Από την αφήγηση του θαλερού κ. Πίτσου καταλαβαίνει κανείς πόσο μεγάλη συναίσθηση είχε ότι από τις δικές του αποφάσεις θα κρινόταν το ευ ζην πάνω από 2.200 οικογενειών των οποίων τα μέλη εργάζονταν για εκείνον.

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys4


Από το μηχανουργείο της εταιρείας.

Η Μεταπολίτευση

Αυτό το κλίμα άρχισε να μεταβάλλεται στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Δύο απεργίες, μία που κράτησε 40 μέρες και άλλη μία πέντε μήνες, προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στην παραγωγή. Εκείνη την περίοδο ο Απόστολος Πίτσος είχε ήδη μπει σε μια διαπραγμάτευση για τη συμμετοχή Γερμανών στην εταιρεία. Ταυτόχρονα, η χώρα είχε εισέλθει στην τροχιά της εισόδου της στην ΕΟΚ, γεγονός που θα άλλαζε τη μοίρα της ελληνικής βιομηχανίας που προστατευόταν μέσα από τους δασμούς. Ο Απόστολος Πίτσος πήρε εντέλει τη μεγάλη απόφαση το 1977: ο γερμανικός όμιλος Bosch-Siemens Hausgeräte GmbH εξαγόρασε το 60% της ελληνικής εταιρείας και η Siemens A.E. Hellas το 20%.

Ο ίδιος υπογραμμίζει σήμερα ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος για τη σωτηρία: «Τη δεκαετία του ’70 υπήρχαν τέσσερις εταιρείες στο ίδιο πεδίο με εμάς στην Ελλάδα. Μία από αυτές, η ΙΖΟΛΑ, είχε ιδιοκτήτη τον Δράκο, που ήταν και πρόεδρος του ΣΕΒ. Κάθε τόσο έλεγε: “Πρέπει να ενωθούμε. Ερχεται η κοινή αγορά και χρειάζεται να μεγαλώσουμε για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε”. Εγώ ήμουν εντελώς της αντίθετης γνώμης. Ελεγα πως αν ενώσουμε νανάκια, νανάκια θα βγάλουμε. Για μένα η μόνη λύση, ώστε να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, ήταν να προσκολληθούμε σε μια μεγάλη ξένη εταιρεία που να είναι κορυφή στον χώρο. Αυτές ήταν ήδη γνωστές στην Ευρώπη και με τη συνεργασία θα μπορούσαμε και εμείς να επωφεληθούμε».
Τα πέντε πρώτα χρόνια οι Γερμανοί διατήρησαν τον κ. Πίτσο στο τιμόνι. Υπό τη δική τους διεύθυνση η εταιρεία τα πήγε πολύ καλά. Στου Ρέντη ξεκίνησε η παραγωγή ψυγείων Non Frost. Το 1996 θα υπάρξει μετονομασία της εταιρείας σε BSP ΑΒΕ (από τα αρχικά των προϊόντων Bosch, Siemens, Pitsos). Σεπτέμβριο του 2014, η εταιρεία που ελεγχόταν από την Bosch και τη Siemens κατά 50%-50%, πέρασε στον έλεγχο της πρώτης, η οποία εξαγόρασε το ποσοστό της δεύτερης. Ο πικρός επίλογος για το εργοστάσιο στου Ρέντη γράφτηκε πρόσφατα με τους Γερμανούς να κλείνουν τη μονάδα και να μεταφέρουν την παραγωγή στην Τουρκία. Κάτι που ξεκίνησε το 1865 έφτασε στο τέλος του τόσο άδοξα.

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys5

Ο Απόστολος Πίτσος πολλές δεκαετίες πίσω

Ο ρόλος κάποιων συνδικαλιστών και οι απεργίες

«Κάποια από αυτά τα εξιστορώ μέσα στο βιβλίο. Επειδή δεν κρατούσα αρχείο, το έγραψα πριν από λίγο καιρό εντελώς από μνήμης», μου είπε και αμέσως έβγαλε ένα γκάτζετ από την τσέπη του: «Χάρις σε αυτό το μικρό μαγνητοφωνάκι. Θυμόμουν ιστορίες, τις ηχογραφούσα και μετά κάποιος τις απομαγνητοφωνούσε. Ετσι, μέσα σε ένα χρόνο κατάφερα να το τελειώσω. Μη φανταστείτε όμως ότι με τη σύγχρονη τεχνολογία έχω και πολλή σχέση. Αυτά τα αφήνω στη σύζυγό μου την Ενη, που μπορεί και τα διαχειρίζεται τέλεια». Οση ώρα μιλούσαμε εκείνη είχε κάτσει διακριτικά στο διπλανό δωμάτιο και σκάλιζε φακέλους με φωτογραφίες. Σε έναν από αυτούς, ήταν όλες οι εκδρομές και οι εορτές με το προσωπικό. Μαυρόασπρα ενσταντανέ, πρόσωπα ευτυχισμένα και υπερήφανα για τη δουλειά τους. Τον ρωτώ πώς φτάσαμε από αυτήν την «οικογενειακή σχέση» στον συνδικαλισμό και στις απεργίες που γονάτισαν πολλές ελληνικές επιχειρήσεις της εποχής.

«Θα σας πω ένα περιστατικό για να καταλάβετε πόσο κοντά ήμουν με το προσωπικό», απαντά. «Οταν είχαν πια τη διοίκηση οι Γερμανοί, ζήτησα να κάνω μια βόλτα στο εργοστάσιο γιατί το είχα αποθυμήσει. Ο Γερμανός διευθυντής με συνόδευσε και μια εργαζόμενη τον ξάφνιασε. Ηρθε να με αγκαλιάσει. Τέτοιες σχέσεις είχαμε με τους ανθρώπους που δουλέψαμε μαζί. Εγκάρδιες και ειλικρινείς. Ομως ήδη μετά τη μεταπολίτευση είχαν αρχίσει να μπαίνουν στο προσωπικό άνθρωποι των οποίων η “δουλειά” ήταν να ξεσηκώνουν τους υπόλοιπους, να δημιουργούν έχθρα. Υπήρξαν δύο σε εμάς που είχαν αναλάβει αυτή την αποστολή από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Δηλητηρίαζαν το κλίμα και προκαλούσαν απεργίες. Δεν τους έπαιρναν όλους με το μέρος τους, αλλά αυτό δεν αρκούσε. Αυτοί οι δύο άνθρωποι όταν έγινε κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, ο ένας μπήκε στο διοικητικό συμβούλιο της Ολυμπιακής και ο άλλος στο Δ.Σ. της ΓΣΕΕ. Νομίζω δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο. Ή μάλλον όχι. Χρειάζεται», συνεχίζει ο Απόστολος Πίτσος.

«Την ελληνική βιομηχανία την κατέστρεψαν οι κρατικοί ιθύνοντες, μη με βάλετε να πω ονόματα, δεν έχει σημασία. Κάποιοι άφησαν τον συνδικαλισμό να είναι άτρωτος και τα συνδικάτα να ενεργούν με τρόπο ασυμβίβαστο έχοντας την ανοχή των κυβερνήσεων. Και αυτό σε μια πολύ κρίσιμη φάση για τη χώρα. Σε μεταίχμιο. Θυμάμαι τη φράση: “Πέταξα τους Ελληνες στα βαθιά νερά και ελπίζω να μάθουν να κολυμπούν”. Στο δικό μας πεδίο των βιομηχανιών, υπήρχαν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν για να επιζήσουν μετά την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Κάποιος θα έπρεπε να έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου σε αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις και να τους πει να κατεβάσουν τα κόστη, διότι δεν θα υπήρχε πλέον η προστασία που παρείχαν οι δασμοί. Θα έπρεπε όλη η υπόθεση να βασιστεί στη γερή παραγωγικότητα. Αλλαζαν τελείως τα πράγματα».

Τόσο από το βιβλίο όσο και από τη συζήτηση είναι σαφές ότι ο βιομήχανος πιστεύει ότι πήρε την κατάλληλη απόφαση όταν πούλησε την εταιρεία στους Γερμανούς στα τέλη του 1970: «Πιστεύω ότι ήταν ένας τρόπος να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας των ανθρώπων, να έχει ένα βέβαιο μέλλον η επιχείρηση. Αν δει κανείς τι έγινε σε άλλες περιπτώσεις, θα το καταλάβει».

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys6

Οψη του εσωτερικού του εργοστασίου που παρήγε χιλιάδες λευκές συσκευές για τα ελληνικά νοικοκυριά κάθε χρόνο.

«Σημασία έχει να δουλεύει και το μυαλό»

Ο συνομιλητής μου, προσπαθούσε να μην εμπλακεί σε αναφορές στους εκάστοτε κυβερνώντες. «Εμένα ο σκοπός μου ήταν να πω την ιστορία μιας εταιρείας που άρχισε το 1865. Γι’ αυτό έγραψα το βιβλίο. Δεν θέλω να μιλάω για την πολιτική, ούτε να τοποθετούμαι. Οταν όμως σήμερα ακούω ορισμένους να επικαλούνται τον Εμφύλιο, που τον έζησα στα βουνά, το γεγονός αυτό ειλικρινά με απογοητεύει και με ανησυχεί αφάνταστα. Ο αιώνιος διχασμός της ελληνικής κοινωνίας, ο συνεχώς παρών, έδωσε την ευκαιρία στους Τούρκους να γίνουν σήμερα αυτοί που είναι και να μας απειλούν την ώρα που εμείς ασχολιόμασταν ο ένας με τον άλλο. Την ώρα που εμείς τσακωνόμαστε, ο κόσμος αλλάζει, προχωράει. Εχω χάσει πλέον την πίστη μου ότι αυτός ο τόπος θα μπορέσει να βρει τον εαυτό του. Η Ελλάδα είναι η ωραιότερη χώρα στον κόσμο. Δυστυχώς κατοικείται από Ελληνες που δεν σκέπτονται πάντα το καλό της πατρίδας τους».

Οση ώρα μου μιλούσε, θαύμαζα το αεικίνητο μυαλό του. Τον ρώτησα πώς κρατιέται τόσο καλά: «Δεν έχω ιδέαν. Ο Θεούλης ξέρει», μου είπε χαμογελώντας. «Γενικά στη ζωή μου δεν έκανα ποτέ υπερβολές, ούτε τρέλες με την έννοια των καταχρήσεων. Δεν είμαι και τελείως άθικτος, εδώ που τα λέμε. Ολο και κάτι συμβαίνει. Να, τώρα δεν μπορώ να περπατήσω γιατί έχω κάνει κάτι ενέσεις που μου δημιούργησαν οίδημα στα πόδια. Σημασία έχει να δουλεύει και το μυαλό, να είναι απασχολημένο». Παρακολουθώντας τον με τη σύζυγό του, θα προσέθετα με ασφάλεια ότι ένας καλός γάμος χαρίζει και μακροζωία.

otan-i-ellada-evgaze-viomichanoys7

Νεότερη όψη του εσωτερικού του εργοστασίου

«Πενήντα χρόνια δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ σοβαρά. Μπορεί να διαφωνήσαμε, αυτό είναι φυσιολογικό. Ομως περάσαμε υπέροχα μαζί, ταξιδέψαμε πολύ, γιατί είχε πάθος με τα αυτοκίνητα. Κυρίως ήταν ένας εξαιρετικός πατέρας», λέει η πανταχού παρούσα Ενη, που συμπληρώνει την αφήγηση όπου χρειάζεται. Τον ρώτησα ποια συμβουλή θα έδινε σήμερα σε έναν νέο άνθρωπο που θέλει να γίνει επιχειρηματίας. Τι θα έλεγε, λ.χ., στα εγγόνια του. «Πρώτα θα ήθελα να δω σε τι οικογένεια μεγάλωσε, ποια ήταν τα βιώματά του. Επηρεάζεται κανείς από τους δικούς του και τον τρόπο ανατροφής. Υστερα νομίζω ότι ο καθένας μας πρέπει να ακολουθεί κάτι στο οποίο έχει κλίση. Εγώ γεννήθηκα μηχανικός, το είχα μέσα μου. Και έτσι, όταν διάλεξα αυτή τη δουλειά, τα πήγα καλά. Αν έρθει κάποιος τώρα να μου πει να κάνουμε μια επιχείρηση να φτιάχνει κάτι, θα πω ασμένως “ναι!”».

Πριν περάσω το κατώφλι, ο Απόστολος Πίτσος ως αυθεντικός τζέντλεμαν σηκώθηκε όρθιος να με χαιρετήσει. Μιλήσαμε για την καλτσοβιομηχανία Πουρνάρα και όλες εκείνες τις επιχειρήσεις που είχαν άδοξο τέλος μέσα στο 1980. Η ζωή του και η πορεία του είχαν πολλά κοινά με τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν παρασημοφορημένος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατάφερε και αυτός να φτάσει σε μεγάλη ηλικία, παρά το ότι τον είχε διαλύσει ψυχικά η πτώχευση. Συνειδητοποίησα πως ίσως το στοιχείο στο οποίο έμοιαζαν περισσότερο ήταν η πεποίθηση ότι το επιχειρείν είναι –αναμφισβήτητα– μια μορφή πατριωτισμού.

Πηγή Kathimerini

Απόστολος Παύλος: 79 [6] Γαλ. Ε’ 19-23 [7] Ρωμ. ΙΒ’ 20-21.

Αν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, δώσε του να φάει, κι αν διψά, δώσε του να πιει. Αν το κάνεις αυτό, βάζεις αναμένα κάρβουνα πάνω στο κεφάλι του. Να μη νικιέσαι από το κακό, αλλά να νικάς το κακό, μέσα από το αγαθό.

Εάν ουν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν’ τούτο γαρ ποιών άνθρακας πυρός σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικώ υπό του κακού, αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν

Για ομαλή και παραγωγική συμβίωση :

Συσχέτισε τον εαυτό σου με κάθε άνθρωπο σαν να ήσουν στη θέση του.

Αποκαλυπτήρια για την σύνταξη στην Γερμανία – Πόσα λαμβάνουν μετά από 45 χρόνια εργασίας

Τι δείχνει σημερινό δημοσίευμα των εφημερίδων του Δημοσιογραφικού Ομίλου Funke.

Σχεδόν το ένα τρίτο των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης στη Γερμανία θα πρέπει να τα βγάλει πέρα με σύνταξη κάτω των 1.100 ευρώ μετά από 45 χρόνια εργασίας. Να αυξηθούν οι συντάξεις στο επίπεδο της εποχής Χέλμουτ Κολ, ζητά η Αριστερά (Die Linke).

Περίπου 6,3 εκατομμύρια εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης στη Γερμανία ελάμβαναν το 2019 ακαθάριστο μηνιαίο μισθό κάτω των 2.650 ευρώ. Μετά από 45 χρόνια εργασίας, αυτό σημαίνει ακαθάριστη σύνταξη κάτω των 1.100 ευρώ, σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα των εφημερίδων του Δημοσιογραφικού Ομίλου Funke.

Μετά την αφαίρεση των εισφορών, η καθαρή σύνταξη ανέρχεται σε περίπου 1.100 ευρώ το μήνα. Στη Γερμανία, αυτό αντιστοιχεί περίπου στο όριο φτώχιας και αφορά ορισμένες επαγγελματικές ομάδες όπως είναι οι υπάλληλοι στη νοσηλευτική και γηριατρική περίθαλψη, σε υπηρεσίες υγείας και διάσωσης, σε ταχυδρομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ταχυμεταφορών, οι μαίες και οι πωλητές. Εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης και όσοι έχουν μείνει άνεργοι δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία.

Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς (Die Linke), Nτίτμαρ Μπαρτς, επέκρινε μετά την ανακοίνωση των στοιχείων το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι απειλούνται με φτώχεια στα γηρατειά παρά την πλήρη απασχόλησή τους.

«Οι μισθοί είναι συχνά πολύ χαμηλοί και οι εργαζόμενοι παίρνουν πολύ μικρή σύνταξη. Δεν είναι δυνατό με 45 χρόνια εργασίας με ένα μέσο μισθό, η σύνταξη να είναι κάτω από 1.100 ευρώ καθαρά. Αυτό είναι το αντίθετο της αναγνώρισης των προσπαθειών μιας ζωής», δήλωσε στις εφημερίδες το Δημοσιογραφικού Oμίλου Funke και ζήτησε υψηλότερους μισθούς και νέα συνταξιοδοτική πολιτική. «Το συνταξιοδοτικό επίπεδο πρέπει να ανεβεί ξανά στο επίπεδο της εποχής του Χέλμουτ Κολ», τόνισε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ