
Σκυλίσια ζωή!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.








Στην απλότητα κρύβεται η ευτυχία (ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ)
ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφηµες λέξεις που µου ‘ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιµάζοµαι ν’ ανοίξω ένα γράµµα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη µεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ.
Τη δικιά µου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ µε αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγµένη επάνω στο δέρµα µου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύµφωνα και µόνο µε τα αισθήµατα που µου την εµπνεύσανε.
Τέχνη – Τύχη – Τόλµη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισµατικά το περιεχόµενό τους, γίνανε αµέσως – αµέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη µου εφηβεία, γύρω από την πρώτη µου αντίληψη του κόσµου, δορυφόροι που ακόµη κι ως τα σήµερα, µε αποκορυφωµένη ένταση, δεν παύουν να µου είναι πιστοί.
Ωστόσο, ανάµεσα σ’ όλα τα κυµατιστά, µονά ή ζυγά, χρόνια που µας φέρνουν πιο κοντά ή πιο µακριά σ’ εκείνα που αγαπούµε, δεν είναι -ας τ’οµολογήσουµε- και µερικά που, σάµπως ν’ ανάβει άξαφνα µέσα τους ένας λαµπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε µονοµιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά;
∆εν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνότους περιεχόµενο, αποχτούνε µια σµαραγδένια λάµψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύµησης δηµιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν µια µέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραµµή – πιο ψηλά ήπιο χαµηλά, αδιάφορο, πάντα όµως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;
Για µένα, σήµερα, τη στιγµή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σηµαδεµένη από την πρώτη µου επαφή µε την ελληνική φύση, την πρώτη µου γνωριµία κι εφαρµογή του Υπερρεαλισµού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σηµαντικών βιβλίων φίλων µου ποιητών, και το φανέρωµα ενός τολµηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράµµατα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σηµαδούρα στο µικρό πέλαγος όπου αγαπώπαντοτινά µου να ταξιδεύω.
Θέλω να φαντάζοµαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ’ ασήµαντα αυτά γεγονότασα σηµαντικά, µια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες µιας κατάστασης πέρα γιαπέρα αντικειµενικής. Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγµές που µ’ ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισµα δείχνουν λουσµένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσµου, γυµνωµένο από την καθηµερινή του σηµασία και φανερωµένο µεµιαν άλλη, µια πρωτοείδωτη -την αληθινή του άραγε;- φυσιογνωµία.
Υπάρχουν στιγµές όπου τα πράγµατα και τα γεγονότα, όσα µοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόµο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάµψουνε µ’ ένα άλλο νόηµα και µ’ έναν άλλο προορισµό στιγµές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε µονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν’ αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστηµα των ολοφάνερων αισθηµάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσµένουν εκεί, σε µια πικρή γωνιά της ζωής του.
Κανένα ξένο στοιχείο, καµιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόµοιες στιγµές, ο κόσµος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγµατα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε µια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ’ την πρώτη, µια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουµε, θα ‘πρεπε να τηνονοµάσουµε “υπερπραγµατική”.
Α µα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαµε δώσει µια γλώσσα µονάχα στον κόσµο, γιατί του ‘χαµε δώσει ένα µονάχα τρόπο ναεκφραστεί;
Γιατί του ‘χαµε καταλογίσει µιαν όψη µονάχα, κι εκείνη κοµµατιασµένη, ανάπηρη, µετρηµένη αποκλειστικά πάνω στη λογική µας, και την είχαµε ονοµάσει ωραία – ωραία “πραγµατικότητα”;
Και γιατί, στο όνοµα της πραγµατικότητας αυτής, δεν επιτρέπαµε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να µια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζοµαι να την κάνω, µια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος µεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας µου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπηµένος από µια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίµα που του αποκαλύφτηκε· µατώνεται να δώσει έκφραση σ’αυτή τη µυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που µονοµιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχείατου κόσµου µέσα του.
Αποτιµώντας από κει και πέρα µε διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναµετράει µε οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από την µεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων.
Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωµένη σ’ ένα χώρο συµβατικό, ν’ απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα µπορούσε να τη φέρει αντιµέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήµατα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί µαζί µε τον καηµό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόµη – τον καηµό της κατανόησης, ανίσως όχι τη µοίρα της µοναξιάς.
Έτσι συµβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανηµένοι επιµένουν να κρατάνε καλά κλειστή µια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της.
Όµως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαµάχης ανάµεσα στη συντήρηση και στη µεταβολή, ανάµεσα στη φυσιολογική και τη µη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να οµολογηθεί ότι η διαµάχη τούτη σήµανε πρώτη φορά στον αιώνα µας µ’ όλο το βάρος της σηµασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουµε το αιώνιο στοιχείο της οµορφιάς στο αεί µεταµορφούµενο σηµείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, µε άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόµος.
Ανάγκη, και µάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, µ’ επαναστατική σηµαία στο χέρι, ν’ αναθεωρήσουνε την κληρονοµιά τους, και ν’ αναλάβουν µια ριζική ανακατάταξη των αξιών.
Ας χαρακτηρίστηκε από µερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν’ ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόµο µπροστά της.
Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή τωνπαραµεληµένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησµονηµένες από τη σεµνοτυφία µεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι “µοντέρνοι” πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα µε αξία ουσιαστική είτε µε φανατισµό δικαιολογηµένο ποδοπατήσανε µερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσµατα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλµη, ε ναι λοιπόν!
Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουµε να δώσουµε µια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να µπει επικεφαλής µιας καινούριας αποτίµησης του κόσµου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σµίξει τα χρώµατα και τα σχήµατα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά µας και τηνκαρδιά του Σύµπαντος σ’ ένα σηµείο, το λυρικό σηµείο που ονειρευόµαστε· και Τόλµη, αφού κάθε βήµα σωστό µέσαστην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν’ αφήνει πίσω του αίµατα, καπνούς, και δάκρυα…
Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο “γράµµα” και στο “πνεύµα” του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγµή τούτη που, µε τη σειρά της κι αυτή, ετοιµάζεται να πηδήσει πιο µπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάµπος σκοταδερός και γεµάτος λογής κινδύνους.
Είναι φορές που, µα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυποµονησία της, είτε µε το πέταλο ενός αλόγου επάνω στολιθόστρωτο είτε µε το βλέµµα ενός αµούστακου ακόµη παιδιού επάνω στις µορφές των αινιγµατικών γυναικών και των φρεσκοτυπωµένων βιβλίων.
Θυµούµαι ότι µε τον ίδιο τρόπο που µια ωραία µέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη µια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον µου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιοµεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve -ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό µου (κι αργότερα επέτυχαπρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό-, µ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.
∆εν είχα φτάσει ακόµη στην τελευταία τάξη του Γυµνασίου όταν, σπρωγµένος έν’ απόγεµα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία µου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό µαγαζάκι του Κάουφµαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όµως αποφεύγοντας µ’ επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που -το θυµάµαι σα σήµερα- τα σφιγµένα στις ρίµες των τετραστίχων τους περιεχόµενα µου ‘διναν την εντύπωση µιας δεσµευτικής, κι οµοιόµορφα επαναλαµβανόµενης, αισθηµατολογίας, ασυµβίβαστης ολότελα µε τις τότε ανταρτικές διαθέσεις µου.
Ο πειρασµός, παρ’ όλ’ αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόµη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα µαύρα και κόκκινα κεφαλαία µερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς µου δισταγµούς: Capitale de la Douleur, Defense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλοµετρώ ένα-ένα… και…
Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραµέρισαν αµέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίµα στη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασµα µερικών, στην τύχη παρµένων, στίχων που µε συνέπαιρναν, όχι πιαχάρη στο ρυθµικό ισόµακρό τους λίκνισµα, αλλά -κι αυτό ήταν το σπουδαίο- χάρη στη µαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσµου, κόσµου διαφορετικού, που ζούσε γύρω µου ή µέσα µου και δε ζητούσε παρά µεποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγµατικότητά του.
Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονοµιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορήσανε κάθε µέρα γύρω µου, οι πραχτικοί και ικανοποιηµένοι, άρχισαν να γίνονται στα µάτια µουξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να µιµηθώ ή να εξυπηρετήσω.
Τι διάβολο γιατρός, µηχανικός ή δικηγόρος θα γινόµουνα µεθαύριο, νιώθοντας πως µια και µόνο εµπνευσµένη φράση µπορούσε να ξαναεµπνεύσει χιλιάδεςάλλες, που χωρίς τελειωµό ν’ αστράφτουν µες στη διάρκεια;
Le poete doit etre beaucoup plus qui inspire que celui quiest inspire.
∆έκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Eluard να µιλάει µε τόση αυτοπεποίθηση, θυµήθηκα τη στιγµήν εκείνη που, όρθιος, µέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:
Si tu t’en vas la porte s’ouvre sur le jour
Si tu t’en vas la porte s’ouvre sur moi-meme.
Ήµουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήµουν κακόπιστος.
∆ε µου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάµετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να ‘ταν η πόρτα που θ’ άνοιγε πάνω στη µέρα ούτε αν µπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί µα τέτοια πόρτα· για µένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, µε τις µικρές µου δυνάµεις, όφειλα να βοηθήσω ν’ ανοιχτεί.
Από τη χαραµάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα µελτέµι αισθήµατα, που ριχνόταν κατάστηθα.
Ένας κόσµος αληθινός αλλά καταδικασµένος να µένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και γιαµερικούς, ορατός µια στιγµή µονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας.
Ένας κόσµος αρµονισµένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήµατά του, µα, ωστόσο, κλεισµένος πίσω από πελώριες τάφρους µοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να µη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να µπει στην ψυχή του διπλανού του,και µαζί να παλινορθώσουνε τα τροµερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίµα από τη σάρκα τους και τοαίµα τους.
Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναµε; δε θα τη φτάναµε;
Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;
Οδυσσέας Ελύτης, “Τέχνη-Τύχη-Τόλµη”, Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα, εκδ. Ίκαρος, 1987


Πάρνηθα – Σπήλαιο Πανός
Έχω βγει στο πλάτωμα στο σπήλαιο του Πανός, στον αρχαίο ποταμό Κελάδωνα, στα Βόρεια της Πάρνηθας. Ουφ! Σταματώ να πάρω μια ανάσα και η ματιά μου δεν οδηγείται στην είσοδο του σπηλαίου αλλά λοξεύει. Εστιάζει – παρατηρεί τον διπλανό κισσό, που σκαρφαλώνει στην είσοδό του. Παρατηρώ τον κορμό του που χαράζει πάνω στον συμπαγή βράχο την ανοδική του πορεία, τις γραμμές, τον χοντρό κορμό του «σκοινί/10άρι» και βάλε και πάει όσο πιο ψηλά να βρει φως. Αντί να χωθώ στο σπήλαιο, επιλέγω να ακολουθήσω τις λαξευμένες πατημασιές στον βράχο και να βγω πάνω απ’ αυτόν.
Πάρνηθα – Άρμα
Τώρα είμαι απ’ την άλλη μεριά του ρέματος κι ακολουθώ το μονοπάτι του υδραύλακα της Γιαννούλας, δρόμος του νερού (διαδρομή 9), όπου στο ξέφωτο σταματώ. Κάνω μερικά βήματα δεξιά και στο «μπαλκόνι» ανασταίνομαι. Στα μάτια μου απέναντι ορθώνεται το Άρμα, (Αναρριχητικό πεδίο). Καρφώνω τη ματιά μου πάνω του, δεν ξέρω που να την πρώτο-ρίξω. Είναι τόσες πολλές οι αναρριχητικές διαδρομές, που δεν μπορώ να βρω τη διαδρομή της νιότης μου. Νότιο Άρμα, διαδρομή «ψάχνοντας» IV βαθμού, του Δημήτρη Κορρέ. Περιμένω να πέσει το φως, να σβήσουν οι αναμνήσεις. Σηκώνομαι και φεύγω με το κεφάλι σκυφτό.
Γενικά: Αναρριχητικό πεδίο Άρματος, ύψ. 884μ. κοντά στο φρούριο Φυλής. Στο Άρμα έχουν ανοιχτεί περίπου 60 διαδρομές των 40 – 180 μέτρων. (Τιτόπουλου Δημήτρη- Paul Bailay:Αναρριχητικός οδηγός Αττικής, εκδ. Ε.Ο.Σ. Αθηνών.


Λευτέρης Κατσιφής

Tο περιστατικό είναι παλιό, αλλά το μήνυμά του είναι πάντα επίκαιρο. Είναι από εκείνες τις «ξεχασμένες» ιστορίες που σπάνια έρχονται στην δημοσιότητα και συ- νήθως τις περισσότερες τις «καταπίνει» ο χρόνος όχι διότι δεν έχουν ενδιαφέρον αλλά διότι οι πρωταγωνιστές τους δεν επιδίωξαν να τις εξαργυρώσουν με παράσημα και προβολή.
Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα τον Οκτ. του 1944 δεν συνέβη το ίδιο και στα Δωδεκάνησα καθώς οι Σύμμαχοι κυριαρχούσαν στην Θάλασσα και η αποχώρηση των Γερμανών από τα νησιά ήταν δύσκολή. Τα Γερμανικά Στρατεύματα που απέμειναν στην Ρόδο αναγκάσθηκαν να παραδοθούν στους Συμμάχους και η σχετική συνθήκη υπογράφθηκε στις 9 Μαΐου 1945 στην Σύμη. Οι Συμμαχικές δυνάμεις απελευθέρωσαν τα Δωδεκάνησα αλλά δεν τα παραχώρησαν στην Ελλάδα.
Τον Μάρτιο του 1946 έγιναν οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στη χώρα μας και τον Ιούλιο άρχισαν στο Παρίσι οι εργασίες της διάσκεψης για την σύναψη συνθηκών ειρήνης με τους δορυφόρους της Γερμανίας (Ουγγαρία-Ρουμανία-Φιλανδία-Βουλγαρία και Ιταλία). Την Ελλάδα εκπροσώπησε στο Παρίσι αντιπροσωπία με επικεφαλής τον Πρωθυπουργό Κων/νο Τσαλδάρη και η οποία ενισχύθηκε από τους ηγέτες των κοινοβουλευτικών κομμάτων όταν εμφανίσθηκαν οι πρώτες δυσχέρειες. Η χώρα μας στην συνδιάσκεψη πρόβαλε μετριοπαθείς και δίκαιες διεκδικήσεις (Απελευθέρωση Δωδεκανήσου και Βορείου Ηπείρου, προσάρτηση Λωρίδας Ανατολικής Ρωμυλίας που ενίσχυε τη συνοριακή ασφάλεια της χώρας μας από τις συχνές επιδρομές των Βουλγάρων και περιελάμβανε μικρό πληθυσμό Πομάκων που μετά δυσφορίας ανέχονταν την Βουλγαρική κυριαρχία και τέλος ανάλογες επανορθώσεις για τις καταστροφές που έγιναν από τις επιθέσεις των Ιταλών και Βουλγάρων). Από τις παραπάνω διεκδικήσεις ικανοποιήθηκε μόνο μία, η ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.
Κατά την διάρκεια των διαβουλεύσεων στο Παρίσι για την υπογραφή της συνθήκης παραχώρησης των Δωδεκανήσων, στην Ελληνική Κυβέρνηση περιήλθαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι Τούρκοι επρόκειτο να ζητήσουν την χάραξη νέων θαλασσίων συνόρων ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε είχαν χαραχθεί οριστικά θαλάσσια σύνορα μεταξύ Δωδεκανήσου και Μικράς Ασίας. Φαίνεται ότι η Ιταλία, πιθανώς έναντι ανταλλαγμάτων, είχε δεχθεί να βοηθήσει την Τουρκία στο ζήτημα αυτό και αυτό επιβεβαιώνεται από την άρνηση της Ιταλίας να ανταποκριθεί στο αίτημα της Ελλάδος να της παραχωρηθεί αντίγραφο της συμφωνίας με το αιτιολογικό ότι μέσα στην αναταραχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε χαθεί και δεν βρέθηκε στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών. Παράλληλα και η Τουρκία έδωσε την ίδια απάντηση που έδωσε και η Ιταλία στο αίτημα της χώρας μας να της δοθεί αντίγραφο της συνθήκης ότι δηλαδή κάπου είχε χαθεί στα παλαιά αρχεία. H Ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Τουρκίας αλλά και την διαφαινομένη Ιταλο-Τουρκική μεθόδευση, ζήτησε από τον τότε Αρχηγό της «Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής Δωδεκανήσου» Ταξίαρχο Χρ. Τσιγκάντε, πρώην Διοικητή Ιερού Λόχου, να αναζητήσει και αποστείλει στο Υπουργείο Εξωτερικών, το δυνατόν συντομότερα, το τρίτο και τελευταίο αντίγραφο της συνθήκης που έπρεπε να υπάρχει στο αρχείο της Ιταλικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου στη Ρόδο. Η Ελληνική αποστολή απευθύνθηκε αμέσως στην εκεί Βρετανική Διοίκηση η οποία της επέτρεψε να ερευνήσει τα αρχεία της Ιταλικής Διοίκησης που είχαν περιέλθει στους Βρετανούς μετά την παράδοση της Δωδεκανήσου τον Μάιο του 1945.
Παρά την συστηματική έρευνα η συνθήκη δεν βρέθηκε. Η αποστολή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνθήκη είχε κλαπεί και συνέχισε τις προσπάθειες ανεύρεσής της. Στο πλαίσιο των ερευνών η Στρατιωτική Αποστολή πληροφορήθηκε από Δωδεκανήσιο τέως υπάλληλο της Ιταλικής Διοίκησης ότι ανώτερος Ιταλός Υπάλληλος την ημέρα της παράδοσης είχε μεταφέρει φακέλους και άλλα υλικά από το γραφείο της Διοίκησης στο σπίτι του και ότι ενώ η οικογένειά του είχε επιστρέψει στην Ιταλία μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Ιταλικής Διοίκησης, αυτός παρέμεινε ακόμη στην Ρόδο (προφανώς για να διευθετήσει την πραμάτεια του). Με την παρέμβαση της Ελληνικής Αποστολής ο Ιταλός κλήθηκε από την Βρετανική Διοίκηση να επιστρέψει ότι είχε υπεξαιρέσει από τα γραφεία πλην όμως αυτός αρνήθηκε τα αποδιδόμενα σ΄ αυτόν. Στην συνέχεια η Ελληνική Αποστολή επεδίωξε την εξαγορά των εγγράφων με διαπραγμάτευση μέσω τρίτων προσώπων, χωρίς αποτέλεσμα. Στην επιτροπή περιήλθε η πληροφορία ότι εκτός των άλλων ο Ιταλός είχε πάρει μαζί του το επίχρυσο αγαλματίδιο της Θέμιδος που κάθε Σεπτέμβριο με την έναρξη λειτουργίας των δικαστηρίων, τοποθετείτο σε περίοπτο θέση στην αίθουσα τελετών.
Η Ελληνική αποστολή πληροφορήθηκε από Κύπριους Αστυνομικούς (Αγγλικής υπηκοότητας που υπηρετούσαν στην Βρετανική αστυνομία στην Ρόδο) την ημερομηνία αναχώρησης του Ιταλού από την Ρόδο και με την βοήθεια αυτών, όταν επιβιβάσθηκε στο πλοίο, του έγινε λεπτομερής έλεγχος των αποσκευών του. Δεν βρέθηκε η συνθήκη αλλά βρέθηκε το επίχρυσο αγαλματίδιο και οι Αστυνομικοί τον κατηγόρησαν για υπεξαίρεση κρατικής περιουσίας, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής και έφυγαν. Ήταν μια σπουδαία πατριωτική πράξη των Κυπρίων Αστυνομικών που θα είχαν σοβαρές συνέπειες εάν η Βρετανική Διοίκηση πληροφορείτο την εμπλοκή τους στις έρευνες της Ελληνικής Αποστολής. Ήταν βράδυ όταν ο Ιταλός μεταφέρθηκε στα γραφεία της αποστολής και την επομένη το πρωί το πλοίο επρόκειτο να αναχωρήσει για Ιταλία. Οι Έλληνες Αξιωματικοί περί το μεσονύκτιο έστειλαν στο δωμάτιο που κρατείτο ο Ιταλός, Δωδεκανήσιο υπάλληλο της αποστολής που μιλούσε Ιταλικά, για να του ψιθυρίσει κρυφά ότι οι Αξιωματικοί και ιδιαιτέρως ο Αρχηγός ήταν εξαγριωμένοι μαζί του διότι «όπως πήρε το αυτί του» δεν ήθελε να τους παραδώσει κάποιο έγγραφο που είχε στην κατοχή του και γι αυτό θα τον εξαφάνιζαν πνίγοντάς τον στην θάλασσα. Ο Ιταλός προσπάθησε να τον εξαγοράσει προσφέροντάς του μεγάλο χρηματικό ποσό προκειμένου να ενημερώσει Άγγλο Αξιωματικό, να τον φέρει στα γραφεία της Αποστολής για να κάνει αυτός την σχετική έρευνα. Ο υπάλληλος προσποιήθηκε ότι φοβόταν διότι θα τον σκότωναν και αυτόν. Το «κόλπο έπιασε και ο Ιταλός έσπασε» και τότε ζήτησε να τον παρουσιάσουν στον αρχηγό. Ο Τσιγκάντε με πολύ αυστηρό ύφος του είπε ότι αυτό που είχε κάνει να υπεξαιρέσει την Συνθήκη Ιταλίας-Τουρκίας (έριχνε τουφεκιά στα κούφια αφού δεν γνώριζε εάν στα έγγραφα που είχε πάρει ο Ιταλός ήταν και η συνθήκη) αποτελεί έγκλημα κατά της Ελλάδος και θα τον τιμωρούσαν όπως τιμωρούν οι Έλληνες τους προδότες εκτός εάν ομολογούσε πού είχε αποκρύψει την Συνθήκη και την εύρισκαν, θα τον συγχωρούσε και θα τον βοηθούσε να επιβιβασθεί στο πλοίο ώστε το πρωί να αναχωρήσει για την πατρίδα του. Ύστερα από πολλούς δισταγμούς, απαιτήσεις να παραδοθεί στη Βρετανική Διοίκηση, απειλές ότι θα ζητήσει ευθύνες η χώρα του από την Ελλάδα για την ταλαιπωρία που υπέστη, ο Ιταλός υποχώρησε όταν στο τέλος της συζήτησης ο Τσιγκάντε είπε δήθεν εκνευρισμένος «πάρτε τον από εδώ και να μην τον ξαναδώ» αφού χρόνια στα Δωδεκάνησα καταλάβαινε τα Ελληνικά. Ο Ιταλός αντιλαμβανόμενος την δυσχερή θέση του ζήτησε να μεταβεί σε φιλικό του σπίτι που είχε αφήσει ένα μπαούλο κλειδωμένο για να το φυλάξουν. Με συνοδεία δύο Αξιωματικών της αποστολής πήγε στο σπίτι όπου οι Αξιωματικοί βρήκαν την συνθήκη μαζί με διάφορα άλλα έγγραφα. Ολίγα λεπτά αργότερα επιβίβασαν τον Ιταλό στο πλοίο για να επιστρέψει στην πατρίδα του κρυφά διότι όλα αυτά είχαν γίνει με την βοήθεια Κυπρίων Αγγλικής υπηκοότητας Αστυνομικών και εν αγνοία της Βρετανικής Διοίκησης.
Την επομένη ημέρα αναχώρησε μέλος της Στρατιωτικής αποστολής για την Αθήνα και παρέδωσε την Συνθήκη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρωθυπουργός όταν πληροφορήθηκε το γεγονός απέστειλε τηλεγράφημα στον αρχηγό της Στρατιωτικής Αποστολής στην Ρόδο, εκφράζοντας τα συγχαρητήρια της Κυβέρνησης. Την τελευταία στιγμή ο Αρχηγός της Ελληνικής αντιπροσωπίας παρουσιάζοντας την συνθήκη στην συνδιάσκεψη στο Παρίσι πέτυχε να εξουδετερώσει την Τουρκική αντίδραση και να χαραχθούν τα ίδια θαλάσσια σύνορα που υπήρχαν μεταξύ της Ιταλικής Δωδεκανήσου και της Τουρκίας στην συνθήκη παραχώρησης της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα.
Το περιστατικό είναι παλιό, αλλά το μήνυμά του είναι πάντα επίκαιρο. Επαληθεύεται η συνεχής προσπάθεια της γείτονας χώρας να δημιουργεί εξελίξεις σε βάρος των Εθνικών μας συμφερόντων. Σε ότι αφορά την δική μας πλευρά αποδεικνύεται από πόσους αστάθμητους παράγοντας εξαρτώνται καμιά φορά τα Εθνικά μας συμφέροντα και το σπουδαιότερο ότι όταν το Δημόσιο αντλεί στελέχη από την δεξαμενή των ικανών και όχι «των φίλων» και αξιοποιεί αυτά, θα καταγράφονται επιτυχίες όπως η προαναφερομένη.
Το ιστορικό αυτό γεγονός δημοσιοποιήθηκε από επιστολή που έστειλε ο αείμνηστος Αντιστράτηγος ε.α. Κυριάκος Παπαγεωργόπουλος σε εφημερίδα των Αθηνών και αναδημοσιεύθηκε στις 26 Απριλίου 1981 από την εφημερίδα Ελληνικός Βορράς της Θεσσαλονίκης. Ο Στρατηγός ήταν μέλος της Ελληνικής Στρατιωτικής επιτροπής Δωδεκανήσου και «έζησε τα γεγονότα από κοντά». Πρόκειται για έναν υπέροχο Αξιωματικό με πλούσια Στρατιωτική δράση που άφησε άριστες εντυπώσεις στους νεώτερους Αξιωματικούς ως Διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων.

Πρόκειται για το φαινόμενο της άμπωτης, που κάποιες φορές είναι πιο έντονο, επισημαίνουν οι επιστήμονες. Το εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο με την υποχώρηση της στάθμης της θάλασσας έκανε κάποιους να ανησυχήσουν.

