Εις τρελλός

Εις τρελλός

Το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Εις τρελλός» δημοσιεύτηκε στις 15 Μαρτίου 1887 στο περιοδικό «Εστία».

Μεταξύ των ολίγων περιέργων θεαμάτων της μικράς επαρχιακής πόλεως εις ην διήλθον την παιδικήν μου ηλικίαν, κατελέγετο και εις παράφρων, ούτινος η ανάμνησις έμεινεν βαθέως εγκεχαραγμένη εις το πνεύμα μου.
Υψηλός μάλλον το ανάστημα, κάτισχνος, την κόμην μακράν και αγρίαν, τους οφθαλμούς έξω των κογχών, το γένειον πυκνόν και άτακτον, το δέρμα κατερρικνωμένον υπό του ήλιου και του ψύχους, τον αυχένα κεκυφώς, περιέφερεν από πρωίας μέχρις εσπέρας ανά τας οδούς το ρακένδυτου σώμα του και την πειναλέαν ύπαρξίν του.
Τον ενθυμούμαι ακόμη διατρέχοντα μεγάλοις βήμασιν εν σοβαρότητι την πόλιν, πλανώμενον εις τα περίχωρα αυτής, εξηπλωμένον ακίνητον ως νεκρόν και θερμαίνοντα την κοιλίαν του εις τας αφορήτου φλογός ακτίνας θερινής μεσημβρίας ή ριγώντα συνεσπειρωμένον παρά την είσοδον αχυρώνος τινος τον χειμώνα.
Καθήμενος έξω των καταστημάτων της αγοράς ή οκλάζων παρά τον ουδόν οικίας, έμενεν επί ώρας βυθισμένος εις σιωπηλήν και άγνωστον μελέτην. Άλλοτε εμονολόγει βαδίζων ως να συνδιελέγετο μετ’ αοράτων ομιλητών και τινασσόμενος υπ’ αιφνίδιων ορμών αναιτίου θυμού εγροθοκόπει βαρέως τον αέρα, ως επιτεθέμενος κατ’ αφανών εχθρών.
Άλλοτε ήδεν ακαταλήπτου στιχουργίας άσματα, κατελαμβάνετο υπ’ εκρήξεων αλλοκότου ευθυμίας, έβαλλε δια μιας, ενώ εφαίνετο χαίρων, σπαρακτικωτάτους λυγμούς ή ετρέπετο, ενώ περιεπάτει γαλήνιος, εις δρομαίαν και ακατάσχετον φυγήν.
Αβλαβής άλλως κατά πάντα, ήρεμος ως αρνίον, συμπαθής μάλιστα, μ’ όλην της μορφής του την έκφρασιν και του βλέμματός του την ανήσυχον και αόριστον λάμψιν. Αλλ’ ίσα ίσα διότι ήτο αβλαβής υφίστατο τα πάνδεινα. Τα παιδία των σχολείων παρηκολούθουν αλαλάζοντα κατόπιν του, έσυρον εκ των όπισθεν τα εσχισμένα του φορέματα ή τον ελιθοβόλουν κατά βούλησιν. Οι χαριτωμένοι νεανίαι του γυμνασίου εδοκίμαζον την δύναμιν των βραχιόνων των επί της ράχεώς του. Τον εκύλιον εις την λάσην όταν έβρεχε και εις τον κονιορτόν όταν δεν έβρεχε· τον ηνάγκαζον να ασχημονή παντοιοτρόπως έμπροσθέν των. Του έδιδον και εκάπνιζε τσιγάρα εις τα όποια περιείχετο πυρίτις, όπως γελώσιν έπειτα βλέποντες αναφλεγομένας τας τρίχας του πώγωνός του. Ειδικαί συμμορίαι κατηρτίζοντο προς ανεύρεσίν του, τον συνελάμβανον, τον έδενον και τον έφερον όπου υπήρχε σύναξις κόσμου και ανελάμβανον τα καθήκοντα των εκτελεστών των προαποφασισθέντων προς τέρψιν των περιισταμένων και αναπλήρωσιν άλλης δημοσίας διασκεδάσεως.
Αν έλειπεν αυτός, θα ήτο αδύνατον να διέρχωνται ευαρέσκως τας μικράς αέργους ώρας των οι κάτοικοι. Μόνον αι γυναίκες περιέθαλπον αυτόν κατά τι, οσάκις εζήτει άσυλον εις τας αυλάς των οικιών, ενώ απέπεμπον συνήθως μετ’ οργής τούς δύο άλλους πλανοδίους της πόλεως, ένα ειδεχθή κωφάλαλον και μιαν ανάπηρον επαίτιδα.
Μ’ όλα όμως ταύτα δεν εφαίνετο υποφέρων. Έπί έτη έζη ούτω καί διέτριβεν έν τη πόλει. Ουδέποτε δε του επήλθεν η ιδέα να απομακρυνθή της περιοχής της. Είχε γίνη απαραίτητος, και αυτός εις εκείνη και εκείνη εις αυτόν. Γεγονός εθεωρείτο αν παρήρχετο ημέρα τις ολόκληρος χωρίς να φανή που.
Όλοι εγνώριζον και αυτόν καί την ιστορίαν του.
Έμπορος πρότερον, ιδιοκτήτης καταστήματος, εκ των πλέον μάλιστα νοημόνων και ευπορούντων. Αλλεπάλληλοι όμως ατυχίαι, εις τας οποίας προσετέθη ταυτοχρόνως και η ανακάλυψις της απιστίας της συζύγου του, διέσεισαν τον νουν του και συνεπήραν τας φρένας του. Έκτοτε, εν διαρκεί αφαιρέσει διατελών, εβίου απαθής προς πάσαν έξωθεν αίσθησιν και επήρειαν, ως να εταξείδευε μακράν, εις σφαίρας άλλας, και μόνον τυχαίως να επανήρχετο δι’ ολίγον κάποτε, υπνοβατών, εν τη ζωή. Εν τούτοις μίαν ημέραν ουδαμού εφάνη, και την επιούσαν ομοίως και επίσης την μεθεπομένη. Δια μιας εχάθη από της πόλεως. Είχεν αποφασίση άραγε επί τέλους να μεταναστεύση; Ήτο κεκρυμμένος; Του είχε συμβή άλλο τι;
Ποικίλαι εκυκλοφόρησαν διαδόσεις. Άλλ’ η πιθανωτέρα πασών υπήρξεν η κομισθείσα υπό χωρικών, ότι ώφθη κάτωθεν ενός των πέριξ βουνών, εντός βαθέος κρημνού, καταπεσών από δυσθεωρήτου ύψους, με την κεφαλήν διερρωγυίαν και εσκορπισμένον επί των γύρω πετρών τον εγκέφαλον – όστις από τόσου χρόνου δεν του εχρησίμευε πλέον…
Πηγή: https://www.sansimera.gr/

ο Κουρτ Βόνεγκατ

Τα τελευταία λόγια που έγραψε ο Κουρτ Βόνεγκατ στο τελευταίο βιβλίο του είναι τα εξής:

Όταν το τελευταίο ζωντανό ον
Θα έχει πεθάνει εξαιτίας μας
Τι ποιητικό που θα ‘ταν
Αν μπορούσε η Γη να πει
Με φωνή που θα ‘βγαινε
Μπορεί
Από τα βάθη
Του Γκραν Κάνυον,
“Τετέλεσται.
Δεν τους άρεσε το μέρος των ανθρώπων”.

Κουρτ Βόνεγκατ (1922-2007) αμερικανός συγγραφέας. Είναι πιο γνωστός για την μαύρη κωμωδία : το Σφαγείο Νούμερο 5 (1969).

ΠΑΛΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ.

Από τον φίλο μου τον Δημήτρη Ζορμπά η πιο κάτω ανάρτηση:

Δέκα συμμαθητές από το Γυμνάσιο ξαναβρέθηκαν μετά από 30 χρόνια και άρχισαν να κάνουν καθημερινή παρέα. Με διαφορετική οικονομική κατάσταση ο καθένας τους, αποφάσισαν να βρίσκονται στο καφενείο/ουζερί «Το Τηνιακό» όπου έπιναν τις μπυρίτσες τους και έκαναν καθημερινό λογαριασμό 100 €.
Οι 10 φίλοι συμφώνησαν επίσης να πληρώνουν τον λογαριασμό με βάση την οικονομική κατάσταση του καθενός, γεγονός που όλοι θεώρησαν δίκαιο. Έτσι πλήρωναν τον λογαριασμό ως κάτωθι (όπως περίπου πληρώνουμε τους φόρους μας):

Όνομα
Πληρώνει
Εργασία
Εισόδημα

  1. Αρτέμιος
    0€
    ταμείο ανεργίας
    5.000€
  2. Βασίλειος
    0€
    ταμείο ανεργίας
    5.000€
  3. Γεώργιος
    0€
    ταμείο ανεργίας
    5.000€
  4. Δημήτριος
    0€
    ταμείο ανεργίας
    5.000€
  5. Ευστάθιος
    1€
    Part time ταμίας
    10.00€?
  6. Ζαφείρης
    2€
    Τεχνικός Η/Υ
    15.00€?
  7. Ηρόδοτος
    8€
    Δημόσιος υπάλληλος
    25.000€
  8. Θεοφάνης
    12€
    Δικηγόρος
    40.000€
  9. Ιγνάτιος
    22€
    Γιατρός
    70.000€
  10. Κωνσταντίνος
    55€
    Επιχειρηματίας
    200.000€

ΣΥΝΟΛΟ
100€

Οι φίλοι μας, πλήρως ικανοποιημένοι με την συμφωνία, βρισκόταν καθημερινά για τις μπυρίτσες τους. Ο καφετζής, ο Δήμος, που απέκτησε ξαφνικά 10 νέους πελάτες, σαν επιχειρηματικό μυαλό που ήταν και για να μην τους χάσει από πελάτες, τους λέει ένα Σαββατόβραδο: «Επειδή είσαστε οι καλύτεροι πελάτες μου, θα σας κάνω έκπτωση 20% στον λογαριασμό σας! Έτσι από εδώ και στο εξής θα μου δίνετε 80€ για τις μπύρες σας αντί για 100€».
Ξαφνικά οι 10 φίλοι μας απέκτησαν ένα πρόβλημα να λύσουν: τι ποσό θα πλήρωνε τώρα ο καθένας τους εάν συνέχιζαν να πληρώνουν τον λογαριασμό όπως πληρώνουμε τους φόρους μας; Πως θα μοίραζαν την μείωση των 20€ μεταξύ τους;
Ο Αρτέμιος (1ος) είπε στους υπόλοιπους ότι λογικό θα ήταν οι τέσσερις πιο φτωχοί να συνεχίσουν να μην πληρώνουν τίποτε και οι υπόλοιποι έξι να μοιραστούν την έκπτωση ισόποσα μεταξύ των. Δηλαδή ο καθένας από τους έξι να πληρώνει 3,33€ λιγότερα. Εάν γινόταν αυτό, ο Ευστάθιος (5ος), και ο Ζαφείρης (6ος), πίνοντας δωρεάν μπύρες, θα κέρδιζαν και χρήματα καθημερινά! Αυτή η ιδέα απορρίφτηκε πάραυτα από τους υπόλοιπους!
Έτσι οι δέκα (10) φίλοι μας ζήτησαν την βοήθεια του Δήμου του καφετζή που τους πρότεινε την παρακάτω λύση:

Όνομα
Πλήρωνε
Πληρώνει
Διαφορά
% μείωση

  1. Αρτέμιος
  2. Βασίλειος
  3. Γεώργιος
  4. Δημήτριος
  5. Ευστάθιος
    1€

1€
100%

  1. Ζαφείρης
    2€
    1€
    1€
    50%
  2. Ηρόδοτος
    8€
    5€
    3€
    38%
  3. Θεοφάνης
    12€
    8€
    4€
    33%
  4. Ιγνάτιος
    22€
    18€
    4€
    18%
  5. Κωνσταντίνος
    55€
    48€
    7€
    13%

ΣΥΝΟΛΑ
100€
80€

Και οι 10 φίλοι μας είχαν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένοι. Οι 4 πιο φτωχοί εξακολουθούν να πίνουν τις μπυρίτσες τους δωρεάν. Ο 5ος της παρέας (Ευστάθιος) δεν πληρώνει πλέον τίποτε. Οι 5 που θα συνεχίζουν να πληρώνουν τον λογαριασμό, τώρα πληρώνουν λιγότερα.
Όμως, όταν βρέθηκαν έξω από το καφενείο, άρχισαν να συγκρίνουν πόσο λιγότερο πλήρωνε ο καθένας και έτσι άρχισαν οι γκρίνιες.
· «Εγώ κέρδισα μόνο 1€ από την έκπτωση» είπε ο Ευστάθιος (5ος). «Αλλά ο Κωνσταντίνος κέρδισε 7€»
· «Σωστά» είπε ο Ζαφείρης (6ος). «Και εγώ κέρδισα 1€ αλλά είναι αδικία που ο Κωνσταντίνος κέρδισε 700% περισσότερα»
· «Αυτό είναι αλήθεια» είπε ο Ηρόδοτος (7ος). «Εγώ κέρδισα 3€ και αυτός 7€. Οι πιο πλούσιοι κερδίζουν τα πιο πολλά» (Σ.Σ: ΑΘΑΝΑΤΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΑΜΕΣΩΣ ΤΟ ΕΝΤΟΠΙΣΕΣ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ)
· Ταυτόχρονα σχεδόν οι 4 πρώτοι (Αρτέμιος, Βασίλειος, Γεώργιος και Δημήτριος) ούρλιαζαν: «ΜΙΣΟ ΛΕΠΤΟ. Εμείς ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΣΑΜΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΕ. Το σύστημα εκμεταλλεύεται μονίμως τους φτωχούς»

Οι εννιά φίλοι, όλοι δυσαρεστημένοι με τον Κωνσταντίνο που κέρδισε τα πιο πολλά, το περικύκλωσαν έξω από το καφενείο, τον έκαναν τουλούμι στο ξύλο και τον άφησαν αναίσθητο στο πεζοδρόμιο της Λεωφ. Αλεξάνδρας.
Την επόμενη μέρα, την Κυριακή, όπως ήταν αναμενόμενο, ο δαρμένος της παρέας, ο Κωνσταντίνος, δεν εμφανίστηκε στο καφενείο. Οι υπόλοιποι εννιά έπιναν χαρούμενοι τις μπυρίτσες τους έχοντας ταυτόχρονα βγάλει και το άχτι τους με τον Κωνσταντίνο!

Η χαρά όμως τους κόπηκε απότομα όταν ήλθε η ώρα του λογαριασμού! Τότε ανακάλυψαν ότι τα χρήματα που είχαν όλοι μαζί πάνω τους ήταν μόλις 32€… Ούτε τον μισό λογαριασμό δεν μπορούσαν να πληρώσουν γιατί τους έλειπαν τα 48€ του Κωνσταντίνου.
Ο καφετζής αγανακτισμένος γιατί έχασε τα λεφτά του, τους έκοψε την έκπτωση.
Οι φίλοι δεν ξαναβρέθηκαν γιατί οι 4 πρώτοι δεν είχαν λεφτά για μπυρίτσες και ο τελευταίος που έβαζε και τα περισσότερα δεν του άρεσε και πολύ το γεγονός ότι οι άλλοι έπιναν με τα λεφτά του και τον έδερναν κιόλας.

Λοιπόν, φίλοι ,συνεργάτες, συγγενείς ,συνάδελφοι, εργαζόμενοι, άνεργοι, συμφοιτητές και δημοσιογράφοι: Έτσι ακριβώς δουλεύει και το σύστημα πληρωμής των φόρων.
Οι πιο πλούσιοι πληρώνουν τα πιο πολλά. Όταν όμως γίνεται μείωση φόρων, αυτοί που πλήρωναν τους υψηλότερους φόρους κερδίζουν τα πιο πολλά από την μείωση!
Εάν τους φορολογείς περισσότερο από τους άλλους και τους επιτίθεσαι επειδή έχουν την ευχέρεια που εσύ εκμεταλλεύεσαι, μπορεί να μην ξαναεμφανιστούν ποτέ στο «καφενείο».
Στη πραγματικότητα, μπορεί να αρχίσουν να πίνουν μπύρες σε άλλα «καφενεία», εκτός της χώρας πιθανόν, όπου η ατμόσφαιρα είναι πολύ πιο φιλική και πιθανώς οι μπύρες να κοστίζουν λιγότερο!!!

Για όσους κατάλαβαν, δεν απαιτείται εξήγηση!

Για όσους ΔΕΝ κατάλαβαν, ΔΕΝ υπάρχει εξήγηση!

Αυτό το άρθρο, είναι παράφραση ενός (“Bar Stool Economics” ) που έγραψε ο David Kamerschen, Ph.D., Professor of Economics, University of Georgia.

10 πράγματα που πρέπει να κάνεις πριν γεράσεις

Ο Γιώργος Ζορμπάς (που μάθαμε ως Αλέξη απ’ το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη) έγραφε σ’ ένα γράμμα που είχε στείλει στον συγγραφέα και φίλο του:

«Τίποτα δεν φοβάμαι. Έχω παλέψει με θεριά. Έχω πολεμήσει και με τ’ αληθινά θεριά, τους ανθρώπους. Τα ‘βαλα και με τα μεγάλα θεριά, τη θάλασσα και τη γη. Και το μεγαλύτερο θεριό, τη γυναίκα, την αγάπησα.

Θεούς και διαβόλους δεν φοβάμαι. Για τον θάνατο ούτε που με νοιάζει.
Τίποτα δεν φοβάμαι. Μόνο ένα: Τα γεράματα.
Φοβάμαι μην έρθει η στιγμή που δεν θα μπορώ ούτε να κατουρήσω. Που θα περιμένω την νύφη μου να με ταΐσει. Που δεν θα μπορώ να σταθώ όρθιος.
Μόνο αυτό φοβάμαι. Που θα ‘μαι γέρος κι ανήμπορος.»
Ο Ζορμπάς έζησε μέχρι τα 76, άλκιμος κι ανυπόταχτος. Πέθανε όρθιος στην Κατοχή. Τελευταία ανάσα την πήρε μπρος στο παράθυρο, αναθυμούμενος πόσες ωραίες πράσινες πέτρες βρήκε, πόσες γυναίκες αγκάλιασε, πόσα παιδιά έκανε. Τυχερός άνθρωπος.

~~

Βγαίνω απ’ το σπίτι και βλέπω ένα διπλωμένο σώμα στο παρτέρι μπρος στην πολυκατοικία. Μου παίρνει λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι είναι ένας γέρος. Πήγε να κάτσει στο πεζούλι, έπεσε πίσω κι έμεινε εκεί, ανήμπορος να κινήσει.

«Βόηθα με», μου λέει σαν στέκομαι μπρος του.

Τον πιάνω απ’ το χέρι να τον σηκώσω, αλλά αυτός δεν βάζει καθόλου δύναμη, δεν έχει δύναμη να βάλει. Για ν’ αποφύγω την εξάρθρωση του ώμου του και τα χειρότερα, πάω από πίσω να τον σπρώξω.

Σαν με βλέπει να φεύγω τρομάζει.

«Μη φεύγεις!» κάνει με τρόμο. «Βόηθα με να σηκωθώ».
«Δεν φεύγω, μη φοβάστε», του λέω.

Πάω πίσω και προσπαθώ να τον σηκώσω. Είναι βαρύς, παρότι λιπόσαρκος. Παράξενο είναι, πόσο δύσκολα σηκώνεις έναν άνθρωπο που έχει πέσει.

Τελικά τα καταφέρνω να τον φέρω σε καθιστή στάση. Τον στρίβω ώστε ν’ ακουμπάει σ’ ένα δέντρο, να μη φύγει πάλι πίσω. Το πουκάμισο του έχει σκιστεί, το παντελόνι του έχει καφέ λεκέδες. Είναι πολύ γέρος, το δέρμα του φεγγίζει.

«Σ’ ευχαριστώ», μου λέει.
«Τίποτα δεν έκανα.»
«Είναι άσχημα τα γηρατειά», κάνει, σαν να το λέει στον εαυτό του.
«Το ξέρω, το ‘χω καταλάβει», απαντάω εγώ.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις», μου λέει ο γέρος. «Αν δεν το ζήσεις, δεν μπορείς.»

Αφήνω τον γέρο στο πεζούλι, πάω κι έρχομαι, και καθώς περνάω ένα φανάρι τον βλέπω ξανά. Αυτή τη φορά στέκονται δίπλα του δυο Ζητάδες. Ο ένας αστυνομικός κρατάει μια σακούλα με πάγο. Ο άλλος τον βοηθάει να πάρει τηλέφωνο.

Ο γέρος είναι καθισμένος σ’ ένα παγκάκι. Το φρύδι του ματωμένο και πρησμένο. Μάλλον αυτή τη φορά έπεσε κατά πρόσωπο, χωρίς καν να βάλει χέρια για να σταματήσει την πτώση. Με κοιτάει για λίγο, αλλά δεν με αναγνωρίζει.

Κάποιες μέρες πριν βρέθηκα, για προσωπικούς λόγους, σε μια γηριατρική κλινική. Όλοι υπερήλικες εκεί μέσα. Οι πιο πολλοί να μην μπορούν καν να σηκωθούν απ’ το κρεβάτι τους, με καθετήρα και τη νοσοκόμα να τους ταΐζει στο στόμα σαν μωρά.

Μια γρια φωνάζει ακατάληπτες λέξεις κάθε τόσο. Ένας γέρος ακουμπισμένος στο μαξιλάρι κοιτάει τον τοίχο. Μια άλλη, σε καλύτερη κατάσταση, πηγαίνει πέρα δώθε στο διάδρομο με το πι. Μέχρι τον ένα τοίχο και πάλι πίσω, σαν φυλακισμένη.

Μια μικρόσωμη γρια με τσεμπέρι κάθεται δίπλα μου και με παρατηρεί που διαβάζω τον Αναρχικό των Δύο Κόσμων.

«Τι λέει;» με ρωτάει κάποια στιγμή, δείχνοντας με το πηγούνι το βιβλίο.
«Για μια αναρχική κοινωνία», της απαντώ.

Δεν μοιάζει να καταλαβαίνει, αλλά το κοιτάει επίμονα.

«Το θέλετε;» της λέω. «Να το διαβάσετε;»
«Δεν βλέπω να διαβάζω.»
«Θέλετε να σας διαβάσω εγώ λίγο;» τη ρωτάω.

Της διαβάζω μια σελίδα. Είναι στο σημείο όπου ο Σεβέκ ταξιδεύει με διαστημόπλοιο στον μητρικό πλανήτη. Σκέφτομαι ότι η γριά θα αντιδράσει, θα πει κάτι για τα διαστρικά ταξίδια ή κάτι ακόμα πιο παράξενο.

Γυρνάω να δω τι εντύπωση της έχει κάνει. Εκείνη κοιμάται, καθισμένη στην καρέκλα, σαν μωρό που το νανούρισαν με παραμύθια.

Δυο μέρες μετά βρίσκομαι ξανά στην κλινική. Παρατηρώ τους γέρους και τους φαντάζομαι σε άλλη ηλικία. Εκείνη η γιαγιά που λιώνει στο κρεβάτι της κάποτε ήταν παιδούλα κι έτρεχε στο χωράφι. Ο γέρος στο άλλο δωμάτιο, που κοιτά τον τοίχο, ήταν έφηβος κι αυνανιζόταν μετά μανίας. Ο άλλος μπορεί να πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο. Κι η κοπελίτσα (έτσι τη λέει η νοσοκόμα «κοπελίτσα μου») που δεν μπορεί να σηκώσει το χέρι της κάποτε έκανε τους άντρες να στενάζουν σαν τη βλέπαν να περνά. Η γιαγιά με το τσεμπέρι ίσως να ‘ταν δασκάλα και να διάβαζε τον Αόρατο Άνθρωπο σε μετάφραση του Παπαδιαμάντη. Κι ο γέρος με το οξυγόνο κάποτε εγκαινίασε το πρώτο του ζαχαροπλαστείο.

Όλοι αυτοί ήταν μωρά κάποτε. Μετά παιδιά κι έφηβοι, μετά μεγάλωσαν αγάπησαν παντρεύτηκαν δούλεψαν γέννησαν πολέμησαν πάντρεψαν τα παιδιά τους διάβασαν είδαν κινηματογράφο για πρώτη φορά ήπιαν και μέθυσαν με την παρέα τους έφαγαν όσο άντεχαν γλέντησαν θρήνησαν έβγαλαν λεφτά ταξίδεψαν αρρώστησαν έγιναν καλά έκαναν έπαθαν έζησαν.

Και τώρα πια έχουν μείνει μόνο οι σκιές τους, εκείνα τα άδεια μάτια και τα άτριχα κεφάλια και τα κόκαλα χωρίς κρέας.

Ανήμποροι.

«Δεν μπορείς να καταλάβεις», μου είπε ο γέρος που έπεσε, «τι είναι τα γεράματα».

Δεν μπορώ. Το ξέρω. Κι ίσως να μη θέλω να το βιώσω.

Αλλά θυμάμαι κάτι: Καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό που έχουμε μόνο όταν το χάσουμε.

Καταλαβαίνεις πόσο ωραίο είναι να μην σε πονάνε τα δόντια σου μόνο όταν αρχίζει ο πονόδοντος.
Καταλαβαίνεις ότι το σκυλί «σου» ήταν μέλος της οικογένειας μόνο όταν αναγκάζεσαι να του κάνεις ευθανασία.
Καταλαβαίνεις τι σημαίνει πατρίδα μόνο όταν ζεις καιρό ανάμεσα σ’ αλλόθροους ανθρώπους, σε ανήλιαγα μέρη, όπου εσύ είσαι ο ξένος.
Καταλαβαίνεις πόσο την αγαπούσες μόνο όταν την χάνεις.

~~

Κι όπως βλέπω τους γέρους που σβήνουν στην κλινική, βγάζω το τετράδιο μου και γράφω βιαστικά μια λίστα με 10 πράγματα που πρέπει να κάνω πριν βρεθώ κι εγώ εκεί -όχι ως επισκέπτης.

Να περπατάω, ίσως και να τρέχω. Είναι ωραία να στέκεσαι όρθιος στα πόδια σου.

Να φτιάχνω φαγητά νόστιμα, με πολύ αλάτι και λάδι, με καρυκεύματα και ταμπάσκο.

Να βγαίνω στον ήλιο. Να κλείνω τα μάτια και να στρέφω το πρόσωπο μου στον ουρανό.

Να φοράω όμορφα ρούχα. Σε ό,τι χρώμα μου ‘ρθει, σε ό,τι συνδυασμό θέλω.

Να γελάω, να θυμώνω και να κλαίω.

Να διαβάσω εκείνο το βιβλίο που πάντα αφήνω για μετά (Αδελφοί Καραμαζώφ του Ντοστογιέφκσι και Αμάντα του Τομ Ρόμπινς).

Να χαϊδέψω την Πέρλα, τον σκύλο, μέχρι που να βαρεθεί και να φύγει.

Να μάθω να κάνω κάτι καινούριο: Να ζωγραφίζω, να πλέκω, να παίζω σαξόφωνο, να οδηγήσω μηχανή.

Να δω με τον Τηλέμαχο το Blade Runner (το παλιό).

Να κάνω έρωτα.

Να παντρευτώ.

Να ευχαριστηθώ τον ύπνο και τα όνειρα.

Ν’ ακούσω ξανά ολόκληρο το «The Wall» των Pink Floyd.

Να χορέψω.

Να μείνω ξύπνιος μέχρι που να ξημερώσει.

Να πάω στην τουαλέτα.

Να πιω νερό.

Δέκα πράγματα είπα; Μα είναι τόσο πολλά αυτά που μπορούμε και προλαβαίνουμε να κάνουμε, αλλά σημασία δεν τους δίνουμε, μέχρι που να μην μπορούμε να τα κάνουμε.

Μάλλον ο τίτλος αυτού του κειμένου θα έπρεπε να ήταν: «100 πράγματα που πρέπει να (ξανα)κάνεις πριν γεράσεις».

Ή μπορεί 1000. Και πάλι λίγα λέω.


Πηγή: sanejoker