Ο άνθρωπος διαθέτει επίγνωση

Ο άνθρωπος διαθέτει επίγνωση — και αυτή είναι η πιο ουσιαστική του ιδιότητα.

Δεν ζει απλώς· ξέρει ότι ζει. Μπορεί να σταθεί απέναντι στον εαυτό του, να τον σκεφτεί, να τον αμφισβητήσει, να τον κρίνει. Η επίγνωση τον καθιστά ικανό για μνήμη, προσδοκία, ευθύνη. Τον καθιστά, ταυτόχρονα, ελεύθερο και εκτεθειμένο.

Η επίγνωση όμως δεν είναι δεδομένη· είναι δυνατότητα. Μπορεί να καλλιεργηθεί ή να αδρανοποιηθεί. Στην καθημερινότητα συχνά υποχωρεί μπροστά στη συνήθεια, στον φόβο, στη μαζική σκέψη. Τότε ο άνθρωπος συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά παύει να συνειδητοποιεί. Υπάρχει, χωρίς να κατοικεί την ύπαρξή του.

Γι’ αυτό η επίγνωση δεν είναι άνεση. Είναι βάρος. Σημαίνει να αναλαμβάνεις το γεγονός ότι είσαι θνητός, περαστικός, αλλά υπεύθυνος για τον τρόπο που ζεις. Όταν όμως ενεργοποιείται, μετατρέπει τη ζωή από απλή διαδρομή σε βίωμα με νόημα.

Η επίγνωση είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν ρωτά πια μόνο πώς ζει, αλλά γιατί. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ουσιαστική ανθρώπινη ύπαρξη.

Η λήθη της ύπαρξης*

Στη σύγχρονη ζωή, η λήθη της ύπαρξης δεν μοιάζει με έλλειψη, αλλά με υπερφόρτωση. Ζούμε μέσα σε ρόλους, ρυθμούς και υποχρεώσεις, τόσο πυκνά οργανωμένα, ώστε δεν μένει χώρος για το ερώτημα του είναι. Δεν αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε· μας αρκεί να λειτουργούμε.

Η τεχνολογία και η εργασία ενισχύουν αυτή τη λήθη. Ο χρόνος κατακερματίζεται, η προσοχή διασπάται, η αξία του ανθρώπου μετριέται σε απόδοση. Έτσι, η παρουσία αντικαθίσταται από διαθεσιμότητα και η εμπειρία από ταχύτητα.

Η λήθη της ύπαρξης σήμερα δεν είναι θορυβώδης· είναι ήσυχη και επίμονη. Εκδηλώνεται ως κόπωση, άγχος, ένα αδιόρατο κενό. Όχι επειδή κάτι λείπει από τη ζωή μας, αλλά επειδή λείπουμε εμείς από τη ζωή μας.

Ίσως γι’ αυτό η πιο ουσιαστική αντίσταση της εποχής μας είναι μια απλή παύση: να σταθούμε, να σιωπήσουμε και να ξαναρωτήσουμε τι σημαίνει να είμαστε.

*. Κατά τον Χάιντεγκερ. -ένας από τους πιο επιδραστικούς και συνάμα πιο αμφιλεγόμενους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Κεντρικό του έργο είναι το «Είναι και Χρόνος»_ ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει να αναρωτιέται τι σημαίνει «είμαι». Αντί να βιώνει την ύπαρξη, τη διαχειρίζεται

 

«Αυτό που παραμένει είναι το πρωτότυπο, όχι το αντίγραφο»*

*Hermann Hesse

Υπάρχουν φράσεις που μοιάζουν απλές, σχεδόν αυτονόητες, κι όμως κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη κοσμοθεωρία. Η ρήση του Έρμαν Έσσε ανήκει σε αυτές. Δεν μιλά απλώς για την τέχνη ή τη δημιουργία· μιλά για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για τη μνήμη και για τον χρόνο.

Το αντίγραφο γεννιέται από φόβο. Φόβο μήπως χαθούμε, μήπως δεν αντέξουμε τη μοναξιά της αυθεντικότητας, μήπως τολμήσουμε και αποτύχουμε. Αντιγράφουμε συμπεριφορές, ιδέες, πρότυπα ζωής. Φοράμε έτοιμα καλούπια, γιατί μας υπόσχονται ασφάλεια και αναγνώριση. Όμως το αντίγραφο, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι, ζει δανεικά. Δεν έχει ρίζες, δεν έχει μνήμη δική του.

Το πρωτότυπο, αντίθετα, γεννιέται από ρίσκο. Είναι τραχύ, συχνά ατελές, με ατέλειες που το κάνουν αναγνωρίσιμο. Όπως ο άνθρωπος που βαδίζει τον δικό του δρόμο, ακόμη κι αν αυτός είναι ανηφορικός. Το πρωτότυπο κουβαλά τη σφραγίδα της εμπειρίας, του βιώματος, του πόνου και της χαράς. Γι’ αυτό και αντέχει στον χρόνο.

Στην τέχνη, τα αντίγραφα γεμίζουν τις αγορές· τα πρωτότυπα, όμως, γεμίζουν τη μνήμη. Στη λογοτεχνία, χιλιάδες μιμούνται ύφη και φόρμες, αλλά εκείνος που μιλά με τη δική του φωνή, έστω και ψιθυριστά, είναι αυτός που τελικά ακούγεται. Στη ζωή, μπορούμε να αντιγράψουμε επιτυχίες, ρόλους, διαδρομές· δεν μπορούμε όμως να αντιγράψουμε νόημα.

Ο Έσσε, βαθύς γνώστης της εσωτερικής περιπέτειας του ανθρώπου, μας υπενθυμίζει κάτι ουσιώδες: ό,τι δεν είναι αυθεντικό, φθείρεται γρήγορα. Ό,τι είναι πρωτότυπο, ακόμη κι αν αγνοηθεί, ακόμη κι αν παρεξηγηθεί, κάποτε επιστρέφει. Όχι θριαμβευτικά, αλλά αθόρυβα — όπως επιστρέφουν οι αλήθειες.

Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν θα ξεχωρίσουμε, αλλά αν θα αντέξουμε να είμαστε ο εαυτός μας. Γιατί στον λογαριασμό του χρόνου, αυτό που μένει δεν είναι η ομοιότητα, αλλά η διαφορά. Όχι το αντίγραφο, αλλά το πρωτότυπο.