

Από αριστερά: Μ Ταμπακάκης, Κ Τσαμπούκος, Λ Τσιφτής, Γ Ψαρράς, Θ Λύχρος, Κ Μπερτσιάς, Κ Τσίρος Ιντεραμέρικαν από τα παλιά…
πλ
Καφέ της Αθήνας με διανοουμενίστικη ιστορία!
Brazilian, Bουκουρεστίου

Επικό και μυθιστορηματικό, όπως οι θαμώνες του. Χρησίμευε ως πέρασμα και ως σημείο αναφοράς για τα πνευματικά τέκνα που δεν ένιωθαν τόσο άνετα με τη μεγαλοπρέπεια του Zonar’s, αλλά αναζητούσαν διακαώς τις συζητήσεις ανάμεσα στους Ελύτη, Μόραλη ή Ταχτσή, που σύχναζαν εκεί. Η περίφημη «Συμφωνία του Μπραζίλιαν» που έγραψε το ’54 ο Κώστας Ταχτσής εξακολουθεί να δεσπόζει σε μια γωνιά. Μόνο εδώ καταδεχόταν να πίνει τον καφέ του ο Σαχτούρης, όταν αναγκαζόταν να εγκαταλείψει για λίγο τα αγαπημένα του στέκια της Κυψέλης.
Θαμώνες: Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μίλτος Σαχτούρης, Αλέκος Φασιανός, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Ελένη Βακαλό, Αλέξης Ακριθάκης.
Χαρακτήρας: Ιταλική αβρότητα με νότες πολυτέλειας, σε έναν πεζόδρομο που έσφυζε από ζωή. Το Brazilian, αν και μικρό, δεν φοβόταν να διατρανώσει τον ελιτισμό του, δίνοντας προτεραιότητα στις διάσημες λογοτεχνικές πένες που έπιαναν θέση στον ασφυκτικό του χώρο και στα υπαίθρια τραπεζάκια του από νωρίς. Η πρώτη ρήξη των σουρεαλιστών επήλθε εδώ, ο Χένρι Μίλερ συναντούσε στον μικρό του χώρο τον Κατσίμπαλη – στου οποίου το κεφάλι είχε αδειάσει εδώ ένα ολόκληρο φλιτζάνι καφέ «για το κακό που έκανε στη λογοτεχνία». Από το Brazilian ο Γιώργος Σεφέρης θεωρούσε ότι μπορεί κανείς να έχει, πραγματικά, θέαση στην ιστορία των Αθηνών. Με τα χρόνια, οι ποιητές έδωσαν τη θέση τους στους διάσημους ζωγράφους, ενώ σήμερα το Brazilian έχει μεταφερθεί στη Βαλαωρίτου και στη θέση του παλιού λειτουργεί το Clemente.
Πηγή: Τίνα Μανδηλαρά/lifo.gr
Μιας ημέρας επίσκεψη
Έφτασα στο Μιλάνο νωρίς το πρωί, με τον ουρανό ακόμα θολό απ’ την υγρασία. Η πόλη ξυπνούσε βιαστικά — τα παλιά τραμ έτριζαν στις ράγες, οι άνθρωποι περπατούσαν με ρυθμό, σαν να μην είχαν χρόνο ούτε για σκέψη. Στάθηκα μπροστά στον καθεδρικό, εκεί όπου η πέτρα γίνεται σύννεφο· το Duomo έλαμπε ασημένιο, σαν να τον χάιδευε το φως του Θεού και της βιομηχανίας μαζί. Το άγαλμα της Παναγίας μεσουρανούσε και σκόρπιζε την ευλογία της απλόχερα σε ολόκληρη τη πόλη.
Περπάτησα στη Galleria Vittorio Emanuele· μυρωδιές από καφέ, δέρμα και άρωμα γέμιζαν τον αέρα. Ένας βιολιστής έπαιζε ένα κομμάτι του Βιβάλντι, και για μια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος σταμάτησε να μετρά. Στο παράθυρο ενός πολυκαταστήματος, ένα σακάκι κοίταζε τον κόσμο με ύφος επιτυχίας. Εγώ, με το ταπεινό μπουφανάκι μου κι ένα ηλεκτρονικό σημειωματάριο στην τσέπη, ένιωθα απλός παρατηρητής και μάλλον παράταιρος .
Το μεσημέρι έφαγα ριζότο με σαφράν σ’ ένα μικρό εστιατόριο κοντά στη Brera. Ένας ηλικιωμένος Ιταλός με ρώτησε από πού είμαι, κι όταν του απάντησα “Grecia”, χαμογέλασε και ύψωσε το ποτήρι του — “alla bellezza antica”, είπε.
Το απόγευμα περπάτησα ως το Castello Sforzesco. Στον κήπο, ένα ζευγάρι νεαρών ζωγράφιζε, ένας σκύλος κυνηγούσε περιστέρια, κι εγώ σκεφτόμουν πως κάθε πόλη έχει το δικό της ρυθμό αναπνοής· το Μιλάνο ανασαίνει με βήμα γρήγορο, αλλά καρδιά ήσυχη.
Όταν άρχισε να πέφτει ο ήλιος, κάθισα ξανά στην Piazza del Duomo. Οι σκιές μακρές, τα φώτα απαλά, και τα παλιά τραμ συνέχιζαν το αέναο πέρασμα τους. Μια μέρα μονάχα — κι όμως, αρκετή για να καταλάβω πως το Μιλάνο δεν σε περιμένει· απλώς σε αφήνει να περάσεις, να το θυμάσαι σαν μια καλοραμμένη ραφή στο ύφασμα του ταξιδιού σου.



Καφέ της Αθήνας με διανοουμενίστικη ιστορία!
Μπάγκειον, πλατεία Ομονοίας

Οι καταραμένοι ποιητές και οι εναλλακτικοί καλλιτέχνες της πλατείας Ομoνοίας συνευρίσκονταν, τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, στο υπόγειο του φημισμένου ξενοδοχείου Μπάγκειον, στη γωνία της οδού Αθηνάς. Από τα πρώτα μέρη που τόλμησαν να σερβίρουν αψέντι και να ακούσουν τη στεντόρεια φωνή του Νίκου Βέλμου ενός θαμώνα που πολλοί, τη δεκαετία του ’20, παρομοίαζαν με τον Ρεμπό, να αντηχεί στο αχανές του υπόγειο. Στην πραγματικότητα, το Μπάγκειον λειτουργούσε ως καφενείο, αλλά τις πρώτες βραδινές ώρες μεταλλασσόταν σε αμαρτωλό καταφύγιο για τους ανένταχτους και τους απανταχού αποσυνάγωγους. Οι θαμώνες του τολμούσαν να ομολογήσουν ότι λάτρευαν την κλασική λογοτεχνία και τις ουσίες, ενώ διάβαζαν απαρεγκλίτως για όλη σχεδόν τη δεκαετία του ’20 το πρώτο free press στην ιστορία της Αθήνας, το «Φραγγέλιο», το οποίο εξέδιδε ο περιώνυμος Βέλμος. Στα τραπέζια του έγραφε ο καταραμένος ποιητής Μίνως Ζώτος παθιασμένα ποιήματα στη λατρεμένη του Μαρία Πολυδούρη – οι φήμες, μάλιστα, λένε πως αυτοκτόνησε για χάρη της λίγες ώρες αφότου άφησε ένα ποίημα στο περβάζι του Μπάγκειου.
Θαμώνες: Ο Τέλλος Άγρας κατέβαινε συχνά τα σκαλιά του Μπάγκειου, όπως το ίδιο έκαναν οι Τερζάκης, Βάρναλης, Μυρτιώτισσα, Μήτσος Παπανικολάου, Νίκος Σαράβας –ο πρώτος, για πολλούς, σουρεαλιστής ζωγράφος– ακόμα, όμως, και ο Ρίτσος, που σύχναζε εδώ σε νεαρή ηλικία.
Χαρακτήρας: Το καφέ στεγαζόταν σε ιστορικό κτίριο του Τσίλερ, που υπέστη πολλές καταστροφές και σήμερα θεωρείται διατηρητέο. Ψηλά ταβάνια, περίτεχνος διάκοσμος, τεράστια παράθυρα απ’ όπου έμπαινε το περιώνυμο αττικό φως. Ακόμα και στο υπόγειό του μπορούσε κανείς να απολαύσει την ατμόσφαιρα ενός κτιρίου που απέπνεε Αθήνα, ενώ οι λουκουμάδες που ψήνονταν τακτικά είχαν ποτίσει με τη γλυκάδα τους τους τοίχους.
Πηγή: Τίνα Μανδηλαρά/lifo.gr


Μιλάνο




Η μοναξιά είναι μία άσκηση ζωής. Πρέπει κανείς ν’ ασκείται σ’ αυτήν σε όλη του τη ζωή αν είναι δυνατόν. Κι εγώ άρχισα την άσκηση ιδιαίτερα από τον καιρό που έχασα τη μητέρα μου.
Μα η μοναξιά μου είναι, θα έλεγα, μεσογειακή που δεν μελαγχολεί ούτε επηρεάζει αποφασιστικά την εξέλιξή μου.
Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι αρχίζω να εξαφανίζομαι, απέχοντας σιγά-σιγά από όλα αυτά τα θέλγητρα που μου απαριθμείς; Θέλω να απαλλαγώ από όλες τις εφήμερες και κάπως μάταιες απολαύσεις που με έδεσαν τόσο καιρό με το χώμα, τη γη και να πετάξω προς τον Θάνατό μου. Και πού ξέρεις; Ίσως πετώντας προς Αυτόν θυμηθώ τον ξεχασμένο μου προορισμό.
Μάνος Χατζιδάκις
να μην αφήνετε τίποτα για αργότερα
Αργότερα, χάνεις το ενδιαφέρον σου.
Αργότερα, η μέρα μετατρέπεται σε νύχτα.
Αργότερα, οι άνθρωποι μεγαλώνουν.
Αργότερα, οι άνθρωποι γερνούν.
Αργότερα, η ζωή περνάει….
Arriverdeci bergamo!


Μια μέρα στη Βερόνα
Έφτασα στη Βερόνα νωρίς το πρωί. Ο αέρας ήταν καθαρός και δροσερός. Η πόλη ξυπνούσε αργά. Οι καμπάνες χτυπούσαν και η ομίχλη ανέβαινε πάνω από τον ποταμό. Περπάτησα χωρίς σχέδιο, μόνο για να νιώσω τα βήματα πάνω στην πέτρα.
Στάθηκα σ’ ένα μικρό καφέ στην Piazza delle Erbe. Ήπια έναν εσπρέσο όρθιος, όπως κάνουν οι Ιταλοί. Οι γυναίκες στους πάγκους έστηναν φρούτα, φώναζαν, γελούσαν. Η μυρωδιά του ροδάκινου και της πέτρας που ζεσταινόταν από τον ήλιο μπλέκονταν. Μου άρεσε αυτή η ανάσα της πόλης· ήταν ζωντανή, και τίποτα δεν μου ζητούσε.
Πήγα προς την Αρένα. Οι σκιές ήταν κοφτερές και τα βήματα αντηχούσαν κάτω από τις καμάρες. Οι πέτρες κρατούσαν μέσα τους τη μνήμη πολλών ζωών. Δεν ήξερα γιατί, αλλά ένιωθα ήρεμος. Σαν να βρισκόμουν σε τόπο που δεν μου ανήκει, μα με δέχεται.
Είδα το σπίτι του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας και το πλήθος να συνωστίζεται για να ακουμπήσει το στήθος της.
Το μεσημέρι κάθισα σ’ ένα τραπέζι κοντά στη γέφυρα. Έφαγα ένα κομμάτι πίτσα και ήπια ένα ποτήρι κρασί. Ο υπάλληλος ήταν Μαροκινός και μου μίλησε ελληνικά· πολλά χρόνια πριν είχε περάσει από τα Μέγαρα και είχε δουλέψει στου Καλέργη, που κατασκεύαζε προκατασκευασμένα σπίτια σε στυλ ανεμόμυλου. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος, σκέφτηκα…
Ο ποταμός έλαμπε κάτω από τον ήλιο, βαριά κι αργά. Ένα ζευγάρι δίπλα μου μιλούσε αγγλικά. Μια γριά τάιζε περιστέρια με κινήσεις αργές, τελετουργικές. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν· όλοι είχαμε αρκετά μέσα μας.
Μια ομάδα παιδιών εμφανίστηκε από τη γωνία του δρόμου, κι ακούστηκαν φωνές ελληνικές — ένα σχολείο από το Αίγιο έκανε την εκδρομή του στη Βερόνα. Στην επόμενη γωνία το μάτι μου έπεσε σε μια ταμπέλα: Hellas Verona Football Team. Τι σύμπτωση· πολλή Ελλάδα στη Βερόνα!
Το απόγευμα η πόλη είχε ακόμη ζωή, και μάλιστα έντονη. Οι δρόμοι γέμιζαν με μουσικούς του δρόμου, τουρίστες με παγωτά και φωνές παιδιών που κυνηγούσαν περιστέρια. Η ομίχλη είχε διαλυθεί, κι ο ήλιος έπεφτε πάνω στις προσόψεις των σπιτιών, κάνοντάς τες να λάμπουν σαν ώριμα ροδάκινα. Στάθηκα στη γέφυρα και κοίταξα το νερό να κυλά. Δεν ήθελα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή, η Βερόνα ήταν πιο ζωντανή κι από ανάσα.



Ιουλιέτα


Το σπίτι του Ρωμαίου

Το σπίτι του Ρωμαίου

Βερόνα


Η Hellas Verona Football Club (ή απλώς Verona) είναι μια από τις ιστορικές ποδοσφαιρικές ομάδες της Ιταλίας, με έδρα τη Βερόνα, στην περιοχή της Βενετίας – Εμίλια Ρομάνια (σήμερα Βένετο). Ιδρύθηκε το 1903, και το όνομά της “Hellas” επιλέχθηκε από έναν καθηγητή κλασικών σπουδών του τοπικού γυμνασίου, προς τιμήν της Ελλάδας (Hellas) — γι’ αυτό και είναι από τις ελάχιστες ιταλικές ομάδες που φέρουν ελληνικό όνομα.
Η Hellas Verona είναι κάτι παραπάνω από ποδοσφαιρική ομάδα για τους κατοίκους της Βερόνας· συμβολίζει την τοπική υπερηφάνεια απέναντι στα ισχυρά οικονομικά κέντρα του Μιλάνου και του Τορίνο.
Ο σύλλογος έχει και έναν από τους πιο φανατικούς πυρήνες οπαδών στην Ιταλία, τους Brigate Gialloblù, με μεγάλη παράδοση στα ιταλικά πέταλα.
