Μὴν τὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν κρίνετε, ἀλλὰ τὴν δίκαια

Ο άνθρωπος έχει μια παλιά, σχεδόν ενστικτώδη συνήθεια: να κρίνει γρήγορα. Να αποφαίνεται από το βλέμμα, την εμφάνιση, το ύφος, το ρούχο, τον τρόπο που περπατά κάποιος. Η «κατ’ όψιν κρίσις» είναι η ευκολότερη μορφή κρίσης∙ μοιάζει με φωτογραφία που τραβήχτηκε βιαστικά, χωρίς φως, χωρίς βάθος. Βλέπουμε μόνο το περίγραμμα, όχι την ουσία.

Η φράση «Μην την κατ’ όψιν κρίσιν κρίνετε, αλλά την δίκαια» έρχεται ως προτροπή να ξεπεράσουμε αυτόν τον πειρασμό του πρόχειρου. Μας υπενθυμίζει ότι η αλήθεια ενός ανθρώπου δεν βρίσκεται στο πρόσωπο, αλλά στο βίο του. Όχι στο ύφος, αλλά στις πράξεις του. Όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά σε εκείνο που αποκαλύπτεται όταν δοκιμαστεί.

Η εξωτερική κρίση είναι πάντοτε ελλιπής. Στηρίζεται σε εντυπώσεις, προκαταλήψεις, στερεότυπα, σε μια ματιά που βλέπει γρήγορα αλλά όχι βαθιά. Είναι ο εύκολος δρόμος. Αντίθετα, η «δίκαια κρίσις» απαιτεί κόπο: να ακούσεις πριν μιλήσεις, να παρατηρήσεις πριν συμπεράνεις, να γνωρίσεις πριν απορρίψεις. Είναι μια εσωτερική άσκηση δικαιοσύνης, όπου τα φαινόμενα δεν έχουν την τελευταία λέξη.

Πόσες φορές άνθρωποι που έμοιαζαν απόμακροι αποδείχθηκαν γενναιόδωροι;

Πόσες φορές εκείνοι που γελούσαν εύκολα έκρυβαν θλίψη ή αδιαφορία;

Πόσες φορές ένας «κλειστός» χαρακτήρας κουβαλούσε μεγαλύτερη καλοσύνη από όλους εκείνους που διακήρυσσαν την αρετή τους;

Η δίκαιη κρίση απαιτεί να αναγνωρίσουμε ότι όλοι κουβαλούν ιστορίες που δεν γνωρίζουμε. Πληγές που δεν φαίνονται, φόβους που δεν ομολογούνται, αρετές που δεν φωνάζουν για να φανούν. Το βλέμμα πρέπει να γίνει πιο ταπεινό, πιο προσεκτικό, πιο ανθρώπινο.

Στο τέλος, ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που επιλέγει να κάνει όταν κανείς δεν τον χειροκροτεί. Εκεί, στην αθόρυβη πράξη, αποκαλύπτεται αν η καρδιά είναι καλή ή σκοτεινή. Και τότε η εξωτερική εντύπωση μοιάζει με καπνό που διαλύεται.

Γι’ αυτό η φράση παραμένει διαχρονική:

μην κρίνεις από το έξω∙ η δικαιοσύνη κατοικεί στο μέσα.

Γράμμα από την καθηγήτρια σου μετά από 55 χρόνια!

Αγαπητέ παλιέ καλέ μου μαθητή και σήμερα αγαπητέ μου φίλε Κώστα, εύχομαι τόσο εσύ προσωπικά, όσο και οικογένειά σου να είστε καλά. 

Σήμερα γυρίζοντας στο σπίτι από εξωτερικές δουλειές με μεγάλη χαρά είδα να με περιμένει ένα βιβλίο, έργο του παλιό μου μαθητή Κώστα Μπερτσιά. Και επειδή δεν είναι του τύπου μου να χρονοτριβώ, άρχισα να ξεφυλλίζω το βιβλίο και να διαβάζω τις πρώτες σελίδες. Κάθισα μέχρι το απόγευμα και διάβασα αρκετά. 

Κώστα, όλο το περιεχόμενο του βιβλίου είναι πολύ ωραίο με βάθος, με περιεχόμενο

Έχει βαθιά πνευματικότητα, που δημιουργεί σκέψεις και προβληματισμούς, ξεκινάς από παλιά κάνοντας μια περιήγηση από το ξεκίνημα της ζωή σου, από τα παιδικά και στη συνέχεια νεανικά σου χρόνια, περνάς από το σήμερα, για να φτάσεις στο αύριο, με όλες τις αναμνήσεις, την νοσταλγία, τα όνειρα, τις επιθυμίες του χθες. 

Αυτή η αναφορά σου στο παρελθόν, μου έφερε δάκρυα στα μάτια και αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο, διότι όπως λέει και Όσκαρ Ουάλτ  δεν υπάρχει  μέλλον, εάν δεν υπάρχει παρελθόν.

Πόσο συγκινητική η ευαισθησία σου, το συναίσθημα σου από το ένα θέμα στο άλλο. Και δεν είναι μόνο το περιεχόμενο του κάθε θέματος, είναι και η αισθητική του λόγου σου που φέρνει όλα σου τα βιώματα στην επιφάνεια. Και τώρα θέλοντας να αξιολογήσω αυτό σου το έργο ακόμη περισσότερο, θα έλεγα ότι εσύ δεν έγινες, αλλά γεννήθηκες συγγραφέας. Και για να θεμελιώσω αυτό που λέω, αναφέρω την λατινική  ρήση, poeta hascitur, non fit, δηλαδή ο δημιουργός γεννιέται, δεν γίνεται!  Και αυτό να μη θεωρηθεί υπερβολικό, διότι εγώ δεν κάνω φιλοφρονήσεις. Και να κάνω και λίγο χιούμορ, εάν είχα πει ψέματα, θα είχα πάει στην πολιτική για να κοροϊδεύω. 

Κάθε σου έργο, Κώστα είναι μια δημιουργία, είναι μια προσφορά στους λίγους σκεπτόμενους και πνευματικούς ανθρώπους και όχι στην pleba (όχλο) της τηλεόρασης.

Κώστα, συνέχισε να γράφεις και με το στοχασμό, την ευαισθησία και το συναίσθημά σου θα φτάσεις στην κορυφή του πνευματικού, δημιουργικού σου «Παρνασσού». 

Με ατελείωτη εκτίμηση και αγάπη 

Ελένη Χριστόπουλου, η φιλόλογος καθηγήτρια σου στο εξατάξιο γυμνάσιο Λιδωρικίου.

Συγχαρητήρια, συλλυπητήρια;

Υπάρχει μια παράδοξη όψη στην ανθρώπινη ψυχή: συχνά είναι πιο εύκολο να δώσουμε συλλυπητήρια παρά συγχαρητήρια. Κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ευγένεια ή στη συνήθεια, αλλά σε κάτι βαθύτερο και πιο σκοτεινό — στη λεπτή ψευδαίσθηση ότι, μέσα στη λύπη του άλλου, εμείς στεκόμαστε λίγο ψηλότερα.

Όταν προσφέρουμε συλλυπητήρια, βρισκόμαστε —έστω και ασυναίσθητα— στη θέση του “δυνατού”. Ο άλλος πληγώθηκε, εμείς όχι· ο άλλος παραπατά, εμείς στεκόμαστε όρθιοι. Η ζωή, προς στιγμήν, μάς έχει χαρίσει τη θέση του αλώβητου. Και μέσα σε αυτή την ασφάλεια του «εγώ αντέχω ακόμη», τα λόγια της παρηγοριάς βγαίνουν εύκολα. Η συμπόνια γίνεται σχεδόν αυτόματη. Δεν κινδυνεύουμε· δεν συγκρινόμαστε· δεν εκτιθέμεθα.

Αντίθετα, στα συγχαρητήρια καλούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι ο άλλος βρίσκεται σε θέση ανώτερη από τη δική μας: πέτυχε, προχώρησε, ξεχώρισε. Εκεί δεν μπορούμε να σταθούμε ως «δυνατοί». Η χαρά του άλλου μάς ζητά να ξεπεράσουμε τη δική μας μικρότητα, να νικήσουμε τον εγωισμό μας, να πανηγυρίσουμε για κάτι που δεν είναι δικό μας. Τα συγχαρητήρια απαιτούν γενναιότητα — γιατί απαιτούν ισότητα.

Έτσι, τα συλλυπητήρια συχνά κρύβουν μια ήσυχη αίσθηση υπεροχής, ενώ τα συγχαρητήρια απαιτούν αληθινή αρετή. Η λύπη του άλλου μάς επιτρέπει να σταθούμε από πάνω· η χαρά του μάς ζητά να σταθούμε δίπλα.

Κι ίσως εδώ κρύβεται και το μέτρο του χαρακτήρα μας:

να μπορούμε να μοιραζόμαστε όχι μόνο τα βάρη, αλλά και το φως.

Γιατί μόνο όταν συγχαίρουμε χωρίς σκιά, τότε είμαστε πραγματικά γενναιόδωροι άνθρωποι.

συγγνώμη ή συγνώμη ;

Η σωστή ορθογραφία είναι συγγνώμη, με δύο «γ». Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική “συγγνώμη” (< συν + γνώμη) και γράφεται με “γγ”, όχι με ένα «γ»

Η μετάγγιση ιδεών στα μυαλά των άλλων είναι η πεμπτουσία της ηγεσίας!

Η ηγεσία δεν είναι πρωτίστως διοίκηση∙ είναι μετάδοση. Κάθε ηγέτης, αν το καλοσκεφτεί κανείς, μοιάζει περισσότερο με οινοποιό παρά με στρατηγό: ο ρόλος του είναι να εμφυσά, να ζυμώσει, να ωριμάσει ιδέες μέσα σε άλλους ανθρώπους, μέχρι να αποκτήσουν το δικό τους άρωμα και δύναμη. Η μετάγγιση ιδεών δεν είναι πράξη επιβολής, αλλά πράξη μεταμόρφωσης.

Όταν ένας ηγέτης μοιράζεται μια σκέψη, ένα όραμα, μια κατεύθυνση, δεν απλώς «πείθει». Φωτίζει έναν δρόμο που ο άλλος δεν είχε δει, ή δεν είχε το θάρρος να διαβεί. Κι όταν το φως αυτό ανάψει στο μυαλό του ανθρώπου απέναντί του, κάτι αλλάζει. Μια μικρή εσωτερική μετατόπιση συμβαίνει: το «δεν γίνεται» υποχωρεί, το «ίσως» γίνεται «μπορεί», και το «μπορεί» γίνεται απόφαση.

Η πραγματική ηγεσία φαίνεται εκεί∙ όχι στις διακηρύξεις, αλλά στον αντίκτυπο. Όταν ο άνθρωπος της ομάδας υψώνει λίγο τους ώμους, όταν αναλαμβάνει ευθύνη χωρίς φόβο, όταν παύει να βλέπει τον εαυτό του ως εκτελεστή και αρχίζει να βλέπει τον ρόλο του ως δημιουργό. Αυτό σημαίνει ότι μια ιδέα πέρασε, ρίζωσε, καρποφόρησε. Και το πιο σημαντικό; Η αρχική ιδέα του ηγέτη ποτέ δεν μένει η ίδια. Μεταμορφώνεται, εμπλουτίζεται, αποκτά νέες αποχρώσεις από το «έδαφος» όπου ρίζωσε, κάνοντας το τελικό «κρασί» πιο πολύπλοκο και δυνατό.

Και ταυτόχρονα, η μετάγγιση ιδεών είναι μια πράξη ευθύνης. Ο ηγέτης οφείλει να είναι καθαρός στις αρχές του, γιατί ό,τι μεταγγίζει δεν είναι απλώς τεχνικές ή στόχοι – είναι αξίες. Αν το κρασί του είναι θολό, θολώνει και το μυαλό του άλλου. Αν είναι καθαρό, γεννά καθαρότητα: πυξίδα, προσανατολισμό, ήθος.

Στο τέλος, η ηγεσία μετριέται με ένα αθόρυβο, σχεδόν αόρατο κριτήριο: πόσες ιδέες σου έγιναν φτερά σε άλλους ανθρώπους; Πόσοι, επειδή άκουσαν κάτι από εσένα, σκέφτηκαν καλύτερα, τόλμησαν βαθύτερα, δημιούργησαν περισσότερο;

Αν συμβαίνει αυτό, τότε η μετάγγιση πέτυχε. Και τότε η ηγεσία δεν είναι τίτλος, αλλά πράξη γενναιοδωρίας και πολλαπλασιασμού της δημιουργίας.