Η γενιά των ελληνικών blogs και όσοι έμειναν

Η παρακάτω ανάρτηση ανήκει σε έναν πιστό αναγνώστη του ορεινού

Τον ευχαριστώ θερμά και αντεύχομαι

Ορεινός

Η ελληνική μπλογκόσφαιρα γεννήθηκε νωρίς, σχεδόν ταυτόχρονα με τις πρώτες μεγάλες εκρήξεις του διαδικτύου. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, τα blogs εμφανίστηκαν ως χώροι ελευθερίας: προσωπικά ημερολόγια, τόποι άποψης, πολιτικής κριτικής, χιούμορ και καθημερινής εξομολόγησης. Δεν ήταν επαγγελματικά μέσα· ήταν ανάγκη έκφρασης.

Για λίγα χρόνια γνώρισαν άνθηση. Δημιουργήθηκαν κοινότητες, αναγνώστες που περίμεναν την επόμενη ανάρτηση, διάλογος στα σχόλια. Τότε φάνηκε, σε πολλούς, πως το blog θα ήταν μια μόνιμη μορφή δημόσιου λόγου.

Δεν ήταν.

Η οικονομική κρίση, η κόπωση, η μετατόπιση της προσοχής στα κοινωνικά δίκτυα και, κυρίως, η απουσία άμεσης ανταμοιβής οδήγησαν σταδιακά στη σιωπή. Τα περισσότερα ελληνικά blogs δεν «έκλεισαν»· απλώς σταμάτησαν. Αραίωσαν οι αναρτήσεις, χάθηκε ο ρυθμός, και κάποια στιγμή έμειναν ως εγκαταλειμμένα ίχνη ενός παλιού ενθουσιασμού…

Όσα έμειναν όρθια, δεν το έκαναν επειδή προσαρμόστηκαν καλύτερα στις τάσεις. Το αντίθετο. Έμειναν επειδή άλλαξαν εσωτερικά στόχο. Έπαψαν να γράφουν για να ακουστούν και άρχισαν να γράφουν για να καταγραφούν. Από ροή έγιναν αρχείο. Από επικαιρότητα, μνήμη.

Σε έναν ψηφιακό κόσμο που μετρά την αξία με ταχύτητα και αντίδραση, τα blogs που επέζησαν διάλεξαν τον αργό χρόνο. Δεν εξαρτήθηκαν από ειδοποιήσεις, ούτε από θόρυβο. Διαβάζονται σιωπηλά, συχνά εκ των υστέρων, από ανθρώπους που μπαίνουν από επιλογή και όχι από συνήθεια.

Η γενιά των ελληνικών blogs δεν χάθηκε· απλώς αραίωσε δραματικά. Και όσοι έμειναν, δεν είναι πια bloggers με τη στενή έννοια. Είναι φύλακες κειμένων, ημερολογίων, σκέψεων και τόπων. Κρατούν χρόνο, όχι κοινό.

Ο Ορεινός ανήκει σε αυτή τη μικρή κατηγορία όσων έμειναν. Ξεκίνησε το 2012, όχι στην ακμή αλλά ήδη στη φθορά της ελληνικής μπλογκόσφαιρας. Δεν στηρίχθηκε στη μόδα, ούτε στον θόρυβο των δικτύων. Δεν επιδίωξε ταχύτητα, αλλά ρυθμό. Και δεν διέκοψε ποτέ.

Η καθημερινή του παρουσία δεν λειτούργησε ως στρατηγική, αλλά ως φυσική συνέχεια μιας εσωτερικής ανάγκης: να καταγράφεται ο χρόνος, να διασώζονται μνήμες, να βρίσκουν θέση σκέψεις και μικρές ιστορίες πριν χαθούν. Γι’ αυτό και διαβάζεται συχνά χωρίς ειδοποίηση, χωρίς σχόλιο, χωρίς ανταπόδοση. Διαβάζεται με επιλογή.

Αν κάτι δείχνει η πορεία του Ορεινού, είναι ότι το blog, όταν αντέχει στον χρόνο, παύει να είναι μέσο και γίνεται τόπος. Και οι τόποι δεν χρειάζονται προβολή· χρειάζονται μόνο να παραμένουν ανοιχτοί.

Χρόνια πολλά, δημιουργικά και με έμπνευση !

Καλή χρονιά !

Νικόλαος, καθημερινός αναγνώστης

Είμαι ένα κλουβί που ψάχνει ένα πουλί

Ο Φραντς Κάφκα, με τη φράση «Είμαι ένα κλουβί που ψάχνει ένα πουλί», περιγράφει εύστοχα την παγίδα της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Στο κοινωνικό επίπεδο, το κλουβί δεν είναι μια εσωτερική κατάσταση, αλλά το προσχεδιασμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να υπάρξουμε: οι θεσμοί, τα επαγγελματικά καλούπια, οι ταξικές προσδοκίες και οι ηθικοί κανόνες.

Το κοινωνικό κλουβί είναι μια κατασκευή που προηγείται της γέννησής μας. Υπάρχει ήδη ως γραφειοκρατία, ως εκπαιδευτικό σύστημα, ως αγορά εργασίας. Έχει σχήμα αυστηρό και όρια σαφή. Η τραγωδία της σύγχρονης κοινωνίας είναι ότι δεν φυλακίζει πλέον το άτομο με τη βία, αλλά το προσκαλεί να αυτοπεριριστεί. Το κλουβί «ψάχνει» το πουλί: η κοινωνία αναζητά το άτομο που θα γεμίσει τον προκαθορισμένο ρόλο, που θα δώσει νόημα στη δομή της.

Το «πουλί» στην περίπτωση αυτή είναι η ανθρώπινη ενέργεια, το ταλέντο, η εργατική δύναμη, αλλά και η προσωπική ταυτότητα. Όμως, στην κοινωνική αρένα, το πουλί δεν αναζητείται για την ελευθερία του, αλλά για τη λειτουργικότητά του. Το κλουβί (ο ρόλος) χρειάζεται το πουλί (τον άνθρωπο) για να μην μείνει ένα άδειο, άχρηστο κέλυφος. Ένας τίτλος σπουδών, μια θέση στην ιεραρχία, ένας γάμος – όλα αυτά είναι σχήματα που «πεινούν» για περιεχόμενο.

Η καφκική αγωνία εδώ μετατρέπεται σε κοινωνικό παράδοξο:

Ο φόβος της αχρηστίας: Το κλουβί φοβάται μήπως μείνει άδειο, μήπως η κοινωνική θέση μείνει κενή και αποκαλυφθεί η ματαιότητά της.

Η βία της συμμόρφωσης: Το πουλί, αν τελικά βρεθεί, πρέπει να «κοπεί και να ραφτεί» στα μέτρα του κλουβιού. Η κοινωνία δεν ψάχνει οποιοδήποτε πουλί, αλλά εκείνο που έχει το κατάλληλο μέγεθος για να μην σπάσει τα κάγκελα.

Έτσι, η αναζήτηση του κλουβιού γίνεται μια διαδικασία πειθάρχησης. Ο άνθρωπος δεν αναζητά απλώς το νόημα, αλλά παλεύει να χωρέσει σε σχήματα που δεν έφτιαξε ο ίδιος. Η «ελευθερία» που του προσφέρεται είναι συχνά η ελευθερία να επιλέξει το κλουβί του.

Ίσως, τελικά, η μόνη πράξη κοινωνικής αντίστασης να μην είναι η φυγή από το κλουβί –κάτι συχνά αδύνατο μέσα στο σύστημα– αλλά η άρνηση του «πουλιού» να γίνει αυτό ακριβώς που περιμένει το κλουβί. Η διατήρηση μιας εσωτερικής αγριότητας που, ακόμα και μέσα στα κάγκελα, υπενθυμίζει ότι το σχήμα δεν μπορεί ποτέ να καταβροχθίσει εξ ολοκλήρου την ουσία.

Η Δύναμη και ο Κίνδυνος της Δημοκρατίας

Η Αθήνα έδειξε πώς η δημοκρατία μπορεί να γεννήσει τον Παρθενώνα, αλλά και πώς μπορεί να μετατραπεί σε «οχλοκρατία». Ο λαός, επηρεασμένος από ρήτορες, συχνά έπαιρνε βιαστικές αποφάσεις (όπως η εκτέλεση των στρατηγών μετά τις Αργινούσες), για τις οποίες μετάνιωνε πικρά «στο τέλος».

• Το μάθημα: Η σοφία μιας ομάδας εξαρτάται από την ικανότητά της να αντιστέκεται στον λαϊκισμό και στον παρορμητισμό της στιγμής.

Συνελόντι ειπείν η μελέτη του Πελοποννησιακού Πολέμου μας διδάσκει ότι:

Η μεγαλύτερη απειλή για μια αυτοκρατορία (ή έναν άνθρωπο) δεν είναι ο εξωτερικός εχθρός, αλλά η απώλεια του μέτρου και της εσωτερικής σύνεσης.

1957 χιονισμένο Λιδωρίκι

Στη μέση ο ράφτης Αθανάσιος Καραχάλιος έξω από το μαγαζί του. Αριστερά ο Αθανάσιος Στέφος μάθαινε την τέχνη της ραπτικής. αργότερα άνοιξε δική του επιχείρηση στην Αθήνα (Βύρωνας) και δεξιά ο Καραδήμας Γεώργιος του Δημητρίου