Κάνε τον τόπο σου να δουλεύει χωρίς να τον ξεπουλάς…

Μια πρόταση για την παραπαίουσα ελληνική επαρχία.

Υπάρχουν τόποι που δεν αντέχουν το πολύ. Όχι γιατί είναι φτωχοί, αλλά γιατί θέλουν την ισορροπία. Ορεινά χωριά, ξεχασμένα αμπέλια, πέτρινα σπίτια που κρατούν ακόμη τη θερμοκρασία των ανθρώπων τους. Αυτοί οι τόποι δεν ζητούν επενδυτές· ζητούν συνομιλητές.

Στη γλώσσα των αριθμών θα λέγαμε πως ο τόπος είναι «κεφάλαιο». Στη γλώσσα της ζωής όμως, είναι μνήμη. Και η μνήμη δεν μπαίνει σε ισολογισμό χωρίς να πληγωθεί. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να τον πουλήσεις — είναι να τον ενεργοποιήσεις.

Να τον κάνεις να δουλεύει όχι ως εμπόρευμα, αλλά ως αφήγηση.

Ο σύγχρονος επισκέπτης δεν αναζητά πια το τέλειο δωμάτιο. Αναζητά το πρωινό που έχει σιωπή, το μονοπάτι που δεν είναι σημαδεμένο, το κρασί που δεν έχει ετικέτα διεθνούς διαγωνισμού αλλά ιστορία. Αυτός ο τόπος παράγει αξία χωρίς να αλλοιώνεται. Εκεί αρχίζει να δουλεύει.

Το ξεπούλημα ξεκινά όταν ο ρυθμός δεν είναι ανθρώπινος. Όταν η γη πιέζεται να αποδώσει παραπάνω απ’ όσο αντέχει, όταν το σπίτι μετατρέπεται σε σκηνικό, όταν η φιλοξενία γίνεται συναλλαγή. Τότε ο τόπος παράγει χρήμα, αλλά χάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Και στο τέλος, χάνει και το χρήμα.

Αντίθετα, ο τόπος που δουλεύει σωστά είναι εκείνος που προσφέρει λίγα και αληθινά. Που δεν υπόσχεται εμπειρίες, αλλά τις επιτρέπει. Που δεν διαφημίζεται υπερβολικά, αλλά έλκεται από εκείνους που τον ένιωσαν. Η οικονομία του δεν είναι εκρηκτική· είναι κυκλική. Ό,τι παίρνεις, κάτι αφήνεις.

Να κάνεις τον τόπο σου να δουλεύει σημαίνει να τον βάλεις σε διάλογο με τον χρόνο, όχι σε σύγκρουση. Να αξιοποιήσεις το σπίτι χωρίς να το μεταμφιέσεις, τη γη χωρίς να την εξαντλήσεις, τον επισκέπτη χωρίς να τον μετατρέψεις σε πελάτη. Σημαίνει να ξέρεις πότε να πεις «ως εδώ».

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη επένδυση να είναι η εγκράτεια. Να αντισταθείς στο «περισσότερο». Να επιλέξεις το «αρκετό». Γιατί οι τόποι που σώθηκαν δεν ήταν εκείνοι που πουλήθηκαν ακριβά, αλλά εκείνοι που αγαπήθηκαν σωστά.

Και τότε, χωρίς φωνές και χωρίς ταμπέλες, ο τόπος αρχίζει να δουλεύει. Όχι εναντίον σου, αλλά μαζί σου.

ΚΜ

«Είσαι δυστυχισμένος επειδή δεν αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι ευτυχισμένος.»

Η φράση αυτή συμπυκνώνει έναν από τους βαθύτερους άξονες της σκέψης του Ντοστογιέφσκι: ότι η ανθρώπινη δυστυχία δεν γεννιέται πάντοτε από τη στέρηση, αλλά συχνά από την αδυναμία επίγνωσης. Ο άνθρωπος δεν υποφέρει μόνο επειδή πονά· υποφέρει επειδή δεν αναγνωρίζει ό,τι ήδη έχει, ό,τι ήδη ζει, ό,τι ήδη τον κρατά όρθιο.

Στον κόσμο του Ντοστογιέφσκι, η ευτυχία δεν είναι εξωτερικό βραβείο ούτε αποτέλεσμα επιτυχίας. Είναι μια εσωτερική κατάσταση που απαιτεί πνευματική εγρήγορση. Όταν αυτή λείπει, ο άνθρωπος παρασύρεται από μια μόνιμη αίσθηση ανεπάρκειας, κυνηγώντας φαντασιακές πληρότητες και απορρίπτοντας την πραγματική ζωή ως «λίγη». Έτσι, ακόμη και μέσα στην αγάπη, στην υγεία ή στη συντροφικότητα, μπορεί να αισθάνεται άδειος.

Η τραγωδία, λοιπόν, δεν είναι ότι ο άνθρωπος είναι δυστυχισμένος, αλλά ότι δεν γνωρίζει γιατί. Αντί να στραφεί προς τα μέσα, κατηγορεί τον κόσμο, τους άλλους, τη μοίρα. Η ευτυχία γίνεται κάτι που πάντα έρχεται «αύριο», ενώ βρίσκεται ήδη παρούσα, σιωπηλή, αθέατη. Ο Ντοστογιέφσκι δεν χαρίζεται: μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δεν χάνεται—απλώς αγνοείται.

Οδηγούμε όπως ζούμε..

Οδηγούμε όπως ζούμε. Με προχειρότητα, αλαζονεία και μια σταθερή πεποίθηση ότι οι συνέπειες αφορούν πάντα τους άλλους. Οι κάμερες δεν είναι τιμωρία. Είναι καθρέφτης. Και αυτό που έδειξαν δεν είναι μια πόλη γεμάτη βιαστικούς οδηγούς. Είναι μια κοινωνία που, πίσω από το τιμόνι, βγάζει τον χειρότερο της εαυτό.

Μέσα σε τέσσερις μέρες οι κάμερες στην Αθήνα κατέγραψαν 2.500 παραβάσεις ερυθρού σηματοδότη και οδήγησης με το κινητό τηλέφωνο στο χέρι.

Ο αριθμός δεν είναι, απλώς, εντυπωσιακός. Είναι εφιαλτικός. Ναι, τώρα κάποιος θα πει ότι όλες οι περιπτώσεις δεν στοιχειοθετούν απειλή κατά της ζωής. Το διάβασα και σε ανάρτηση στο Facebook. Θέλουν, λέει, να μας τρομοκρατήσουν. Και, όπως εξηγεί ο ειδήμων, κάποιες διελεύσεις δεν έγιναν με κόκκινο, αλλά με «βαθύ πορτοκαλί». Από αυτές που περνάς το φανάρι μόλις ανάψει το κόκκινο και έχεις δύο δευτερόλεπτα με το μέρος σου. Ανοησίες.

Είναι από τις περιπτώσεις που, ως κοινωνία, το βουλώνεις και κατεβάζεις τα μάτια. Διότι εδώ δεν φταίει το κράτος, δεν μπορείς να τα φορτώσεις στις κυβερνήσεις. Δεν σου φταίει ούτε το οδικό δίκτυο και το μποτιλιάρισμα που σε βγάζει εκτός ορίων. Ευθύνεται μόνο ο προβληματικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το μυαλό σου.

Θα πείτε ότι είναι θέμα οδηγικής παιδείας. Ούτε αυτό ισχύει. Δεν χρειάζεσαι εκπαίδευση για να γνωρίζεις ότι, όταν περνάς με κόκκινο, είσαι ένας εν δυνάμει δολοφόνος. Ούτε πρέπει κάποιος δάσκαλος να κάτσει δίπλα σου για να σου εξηγήσει ότι δεν έχεις τέσσερα μάτια ώστε να μπορείς, ταυτοχρόνως, να κοιτάς το κινητό και τον δρόμο. Εκτός αν μας πεις ότι δεν έχεις ένα πενηντάρικο να βάλεις Bluetooth στο αυτοκίνητο. Σεβαστό. Τότε μην κοιτάς το κινητό σου. Ή μην οδηγείς.

Οι κάμερες καλύπτουν ένα πολύ μικρό κομμάτι του οδικού δικτύου της πρωτεύουσας. Αλλά αποκαλύπτουν το πλήρες μέγεθος της γαϊδουριάς μας. Και προσπαθώ να καταλάβω πώς εξηγείται αυτή η εγκληματική συμπεριφορά μας στους δρόμους. Είναι η μεσογειακή μας αμεριμνησία και το «σώπα βρε αδερφέ, τίποτα δεν θα γίνει»; Μην είναι η βεβαιότητα της ατιμωρησίας; Οταν κάνεις τροχαίες παραβάσεις μπροστά στα αστυνομικά όργανα και εκείνα δεν σου δίνουν σημασία, είναι λογικό να πάρεις θάρρος. Μήπως είναι η έμφυτη αίσθηση της μαγκιάς που διακρίνει τον Ελληναρά; Ισως και η προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. «Δεν χάθηκε ο κόσμος αν περάσω τη στιγμή που το πορτοκαλί αλλάζει σε κόκκινο».

Είναι λίγο από όλα αν και θα έδινα μεγάλη προτεραιότητα στην αίσθηση της ατιμωρησίας που διατρέχει τη σχέση μας με το αυτοκίνητο. Θα περάσεις με κόκκινο όπως θα διπλοπαρκάρεις ή θα το βάλεις πάνω στο πεζοδρόμιο, στην μπάρα των αναπήρων ή θα μπεις από μονόδρομο για να μην κάνεις κύκλους. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι η άγνοια του κανόνα. Είναι η περιφρόνηση προς τον άλλον. Όταν περνάς με κόκκινο, δεν ρισκάρεις μόνο τη δική σου ζωή. Ρισκάρεις και τη ζωή κάποιου άλλου. Όταν κοιτάς το κινητό ενώ οδηγείς, δεν είσαι απλώς απρόσεκτος. Δηλώνεις ότι το μήνυμα, το like ή το story έχουν μεγαλύτερη αξία από τον άνθρωπο που μπορεί να πεταχτεί μπροστά σου στο επόμενο δευτερόλεπτο.

Οδηγούμε όπως ζούμε. Με προχειρότητα, αλαζονεία και μια σταθερή πεποίθηση ότι οι συνέπειες αφορούν πάντα τους άλλους. Οι κάμερες δεν είναι τιμωρία. Είναι καθρέφτης. Και αυτό που έδειξαν αυτές τις τέσσερις μέρες στην Αθήνα δεν είναι μια πόλη γεμάτη βιαστικούς οδηγούς. Είναι μια κοινωνία που, πίσω από το τιμόνι, βγάζει τον χειρότερο της εαυτό. Και μέχρι να το παραδεχτούμε, το κόκκινο θα συνεχίσει να μοιάζει με πράσινο.

Πηγή: newsi24/7. K.Γιαννακίδης

Η συμπεριφορά των ανθρώπων γίνεται κατανοητή, αν λάβουμε υπόψη τους σκοπούς, τις ανάγκες και τα κίνητρά τους.

Thomas Mann Νόμπελ λογοτεχνίας 1929