
Ορεινός αμπελώνας


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Ποτέ μην κρίνετε έναν άνθρωπο από τους φίλους. Να θυμάστε, ότι οι φίλοι του Ιούδα ήταν άψογοι!
Έρννεστ Χέμινγουεϊ

Τι είναι στ’ αλήθεια η ζωή; Ένα μάτσο κόκκαλα. Γι’ αυτό όλοι μαστορεύουμε, αυγή και στάχτη πλάθουμε και φτιάχνουμε από το όνειρο σπίτι με τοίχους στίχους, να πάει να κατοικήσει ένα μικρό παιδί..
J.Talvet «ακόμη και η βροχή έχει ψυχή» εκδόσεις Οροπέδιο.


Ανδρέας Μιαούλης (1769 – 1835)
Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ’ όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.
Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.
Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.
Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.
Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 – 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».null
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.
Το 1827, με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη – Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.
Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.
Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.
Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.


Παρασκευή βράδυ!
Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να γελάει, αν και έχει τους λιγότερους λόγους για να το κάνει…..
Έρνρστ Χεμινγουέι νομπελίστας αμερικανός συγγραφέας

Καταστρέψαμε την ομορφιά των βουνών μας με τις ανεμογεννήτριες, τα τραυματίσαμε χαράζοντας δρόμους όπως όπως για να μεταφέρουμε την ασχήμια… σε λίγο θα κλείσουν και οι κύριοι οδικοί άξονες με τα νερά που έρχονται δίκην χειμάρρων από την τσαπατσουλιά της κατασκευής .., αίσχος






Διαδοχικές μάχες, που έγιναν στα εδάφη της Βόρειας Αφρικής από τις 10 Ιουνίου 1940 έως τις 13 Μαΐου 1943, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις της Μεγάλης Βρετανίας και των συμμάχων της (Αμερικανών, Πολωνών, Γάλλων, Ελλήνων Αυστραλών, Νεοζηλανδών κ.ά.) και των στρατευμάτων του Άξονα (Ιταλίας, Γερμανίας και Γάλλων του Βισί).
Στις 10 Ιουνίου 1940, ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο κατά της Μεγάλης Βρετανίας. Οι Ιταλοί διέθεταν στη Λιβύη, η οποία ήταν αποικία τους από το 1911, 300.000 άνδρες υπό τον στρατάρχη Ροντόλφο Γκρατσιάνι, έναντι 36.000 Βρετανών υπό τον στρατηγό Άρτσιμπαλντ Γουέιβελ, που ήταν συγκεντρωμένοι στην Αίγυπτο για την προστασία της διώρυγας του Σουέζ.
Στις 15 Σεπτεμβρίου, ο Γκρατσιάνι εξαπέλυσε επίθεση και κατέλαβε την πόλη Σίντι Μπαράνι, στην έρημο που χωρίζει την Κυρηναϊκή (Ανατολική Λιβύη) και την Αίγυπτο. Ο Γουέιβελ, αφού έλαβε ενισχύσεις, αντεπιτέθηκε και ως τις 6 Φεβρουαρίου 1941, που εισήλθε στη Βεγγάζη, ολοκλήρωσε την κατάληψη της Κυρηναϊκής.
Οι Ιταλοί έπαθαν πανωλεθρία, όπως και στα βουνά της Πίνδου την ίδια περίοδο από τον ελληνικό στρατό, και ο στρατάρχης Γκρατσιάνι αντικαταστάθηκε, ενώ τα υπολείμματα του στρατού του παραδόθηκαν. Στις 9 Φεβρουαρίου, οι Βρετανοί προωθήθηκαν στην Ελ-Αγκέιλα, κοντά στα σύνορα της Τριπολίτιδας (Δυτικής Λιβύης). Όμως, δεν αποτόλμησαν να προωθηθούν περαιτέρω και να καταλάβουν την Τρίπολη, επειδή οι διαθέσιμες δυνάμεις τους μειώθηκαν σημαντικά, μετά την απόφαση του Τσόρτσιλ να στείλει ένα μέρος τους στην Ελλάδα, ενόψει της αναμενόμενης γερμανικής επίθεσης.Η αποτυχία της συμμάχου του Ιταλίας, ανάγκασε τον Χίτλερ να πάρει τη κατάσταση στα χέρια του και να στείλει στη Βόρειο Αφρική τον νεαρό και φιλόδοξο στρατηγό Έρβιν Ρόμελ, επικεφαλής δύο μηχανοκίνητων μεραρχιών, που έλαβαν την ονομασία «Άφρικα Κορπς». Στα μέσα Φεβρουαρίου, ο Ρόμελ βρισκόταν στην Τριπολίτιδα και τον επόμενο μήνα ανέλαβε δράση.
Στις 24 Μαρτίου ανακατέλαβε την Ελ-Αγκέιλα και συνέχισε την προέλασή του, αναγκάζοντας τους Βρετανούς να υποχωρήσουν άτακτα προς την Αίγυπτο, εγκαταλείποντας όλη την Κυρηναϊκή, με εξαίρεση τη στρατηγικής σημασίας περιοχή του Τομπρούκ με το λιμάνι της (σύνορα Λιβύης – Αιγύπτου), την οποία υπερασπίστηκαν ηρωικά επί 241 ημέρες Αυστραλοί και Ινδοί. Ο Ρόμελ δεν προχώρησε πέρα από τα αιγυπτιακά σύνορα, επειδή βρισκόταν μακριά από τα κέντρα ανεφοδιασμού του.
Το καλοκαίρι του 1941 ο Τσόρτσιλ αντικατέστησε τον Γουέιβελ με τον στρατηγό Κλοντ Όκινλεκ, ως αρχιστράτηγο Μέσης Ανατολής. Ο στρατηγός Όκινλεκ, επικεφαλής της 8ης Στρατιάς, αντεπιτέθηκε στις 18 Νοεμβρίου, έλυσε την πολιορκία του Τομπρούκ και απώθησε τον Ρόμελ ως την Ελ-Αγκέιλα (30 Δεκεμβρίου), ανακτώντας εκ νέου την Κυρηναϊκή.
Στις 21 Ιανουαρίου 1942, ο Ρόμελ πραγματοποίησε νέα έφοδο, κατέλαβε τη γραμμή Γκαζάλα – Μπιρ Χακίμ (27 Μαΐου – 10 Ιουνίου) και κατόπιν το Τομπρούκ (21 Ιουνίου), η πτώση του οποίου θεωρήθηκε εθνική καταστροφή στο Λονδίνο. Στα τέλη Ιουνίου, οι Γερμανοί, αφού ανακατέλαβαν για δεύτερη φορά την Κυρηναϊκή, διείσδυσαν στο αιγυπτιακό έδαφος και καθηλώθηκαν στο Ελ-Αλαμέιν, 90 χιλιόμετρα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, όπου οι Βρετανοί αντέταξαν την τελευταία γραμμή άμυνά τους. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι πίστευαν ότι ήταν θέμα ημερών η κατάληψη ολόκληρης της Αιγύπτου.Η πρώτη μάχη του Ελ-Αλαμέιν, όμως, που ακολούθησε και συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιουλίου (1–27 Ιουλίου) διέψευσε τις ελπίδες τους για γρήγορη νίκη. Τα εξαντλημένα στρατεύματα του Ρόμελ δεν κατόρθωσαν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας του Όκινλεκ. Τον Αύγουστο, ο Όκινλεκ αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Χάρολντ Αλεξάντερ, όταν διαφώνησε με τον Τσόρτσιλ σε θέματα διεξαγωγής των επιχειρήσεων.
Ο Αλεξάντερ ανέθεσε τη διοίκηση της 8ης Στρατιάς στον στρατηγό Μπέρναρντ Μοντγκόμερι. Στις 23 Οκτωβρίου προς 24 Οκτωβρίου 1942, ο Μοντγκόμερι εξαπέλυσε την τελική, νικηφόρα επίθεση, η οποία τον έφερε στην Τρίπολη στις 23 Ιανουαρίου 1943.
Στο μεταξύ, οι θέσεις των δυνάμεων του Άξονα δέχονταν πίεση από τα δυτικά από τη συμμαχική επιχείρηση «Πυρσός», που βρισκόταν σε εξέλιξη υπό τη διοίκηση του αμερικανού υποστρατήγου Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Έως τις 6 Μαΐου 1943, οπότε καταλήφθηκε η Τύνιδα, οι Σύμμαχοι (Βρετανοί, Αμερικανοί και λοιποί) ήταν κύριοι ολόκληρης της Βόρειας Αφρικής κι άρχιζαν τις προετοιμασίες για την επέμβαση στην Ιταλία. Ο Ρόμελ απογοητευμένος από την εξέλιξη των επιχειρήσεων είχε παραιτηθεί από τη διοίκηση των στρατευμάτων του, ενώ ο στρατάρχης φον Άρνιμ αιχμαλωτίστηκε στις 12 Μαΐου 1943.
Κατά τις τρίχρονες εχθροπραξίες στη Βόρειο Αφρική, οι Σύμμαχοι απώλεσαν 253.000 άνδρες (νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι), ενώ οι δυνάμεις του Άξονα 47.000 άνδρες. Γύρω στις 400.000 αιχμαλωτίστηκαν. Τεράστιες ήταν και οι απώλειες σε πολεμικό υλικό. Οι Σύμμαχοι έχασαν 1.400 αεροπλάνα και 2.000 τανκς και οι δυνάμεις του Άξονα 8.000 αεροπλάνα και 2.550 τανκς.
Πηγή: https://www.sansimera