Protothema.gr/culture: Κ. Μπερτσιάς, «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»Κ. Μπερτσιάς: «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»

ΒΙΒΛΙΟ-ΜΠΕΡΤΣΙΑΣ

31/10/2021, 16:00 Protothema.gr/

 Ένα ξεχωριστό βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπερτσιά με τίτλο «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο” που περιλαμβάνει 18 διηγήματα με σημείο αναφοράς έναν τόπο ο οποίος, στη δεκαετία του ’70, θυσιάστηκε για να λυτρωθεί η Αθήνα από την λειψυδρία.

Από την τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε στον ποταμό Μόρνο, ένας αγωγός διακοσίων περίπου χιλιομέτρων έφερε νερό στη διψασμένη πόλη. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν άρον άρον από την γενέθλια γη τους, ο τόπος καταστράφηκε συθέμελα, οι μπουλντόζες εξαφάνισαν παμπάλαιους οικισμούς, ιστορικές γέφυρες, νεκροταφεία, βυζαντινές εκκλησίες. Δεν γλίτωσε από την καταστροφή κανένα υλικό αποτύπωμα από τη μακραίωνη παρουσία των ανθρώπων σε αυτή τη γωνιά της Στερεάς Ελλάδας.

Οι ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας επικεντρώνονται στο άυλο αποτύπωμα που άφησαν στη μνήμη του ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έζησαν στα μέρη που κατέπνιξαν τα νερά του Μόρνου. Επέλεξε να ανασύρει από τη λήθη αυτές τις ιστορίες ξαναζωντανεύοντας τες ως μια ωδή σε όλο αυτόν τον κόσμο, που έχασε τη γη κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια του χωρίς ελπίδα επιστροφής.

Το συναξάρι αυτών των ιστοριών δεν αφορά αποκλειστικά στον μικρόκοσμο της κοιλάδας του Μόρνου, αφού παρόμοιες συναντάμε σε όλη την ελληνική ύπαιθρο μέχρι την δεκαετία του ’70.

Η αναγνώριση αυτού του βιβλίου ενισχύει την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται οικολογικά, να λειτουργεί ως νοικάρης αυτού του πλανήτη και όχι ως κυρίαρχος ιδιοκτήτης. Ως έλλογο ον οφείλει να συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη του έμψυχου και άψυχου κόσμου.

Πρόλογος

Ήδη στον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Μπερτσιά ενυπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης, όνειρα που σχηματίστηκαν κάποτε, υπήρξαν και έσβησαν στη συνέχεια, ενώ στο μυαλό σφράγισαν αναμνήσεις που παρέμειναν ζωντανές. Τελικά, η μνήμη γίνεται βάλσαμο στον πόνο και την πίκρα και οδηγεί στη νοερή αναβίωση του παρελθόντος.

Πρόκειται για ένα παρελθόν όχι αυστηρά προσωπικό, γιατί μέσα από αυτό ξετυλίγεται με τη ζωντανή παραστατική αφήγηση, τη γλαφυρή περιγραφή και την αμεσότητα των διαλόγων, η κουλτούρα και η παράδοση της ελληνικής επαρχίας, που μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη και τις εκάστοτε αναφυόμενες σκοπιμότητες, καθίσταται το σφάγιο στο βωμό της λεγόμενης «αειφόρου ανάπτυξης», της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.

Αυτό που περισσότερο γοήτευσε τον άνθρωπο από την αρχαιότητα, η φύση, και μάλιστα η ελληνική φύση με τη διαύγεια, την καθαρότητα και την αισθητική της καλλιγραμμία, από τον Ηράκλειτο μέχρι και τον Αριστοτέλη και τους νεότερους φιλόσοφους, χάνει την αυτοδυναμία της και γίνεται υποχείριο της όποιας εξέλιξης, που δυστυχώς λησμονεί την «αρχή» της.

Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, αναδύεται μέσα από τα διηγήματα ένα σφοδρό κατηγορώ κατά της κοντόφθαλμης πολιτικής των αρχών, της έλλειψης διορατικότητας και προγραμματισμού διεπόμενων από σεβασμό προς τη φύση, την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό.

Εδώ ακριβώς, τοποθετείται το μεγάλο θέμα της ηθικής ευθύνης του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, του δελεασμένου από τα επιτεύγματα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Το κόστος είναι ιστορικό, κοινωνικό, ηθικό, αισθητικό.

Κάπου σημειώνει ο αφηγητής: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Τα συναισθήματα αυτά είναι οικεία και γνώριμα στον κόσμο της Κύπρου. Νοσταλγούμε την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τον Απόστολο Ανδρέα, ενώ ζούμε στον τόπο μας και αυτό κάνει την πίκρα μας πιο οδυνηρή.

Στο κεφάλαιο «Ο Χαμένος Παράδεισος», ο λόγος είναι λυρικός, ενέχων εντός του δύναμη ομηρική, εμποτισμένη από την αγάπη και τη λαχτάρα ενός κόσμου που άλλοτε ζούσε και δημιουργούσε αστείρευτα. Ήταν τότε τα χρόνια του πατρικού σπιτιού, της παιδικής ηλικίας, που σφραγίζει ανεξίτηλα κάθε ανθρώπινη ψυχή.

Μέσα όμως από την ανάμνηση των οικογενειακών περιστατικών, αναδεικνύονται συγχρόνως και ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού, που κινούνται μέσα σε τραγικές αντιθέσεις. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου «δεν πρέπει να εκμεταλλευόμαστε την ανάγκη των ανθρώπων», σημειώνει τελικά με ανθρωπιά ο αφηγητής.

Εξάλλου, η ηθική διάσταση συμπορεύεται με την φυσική διάσταση των πραγμάτων, όπως φαίνεται στο διήγημα «Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή» σημειώνει η Φώφη Παντελή, φιλόλογος, διευθύντρια μέσης εκπαίδευσης στη Λευκωσία.


Προ-Κείμενο

Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.

Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.

Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.

Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.

Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».

Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.

Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:

Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;

Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.

Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.

Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.

Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.

Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021

Αυτή η γέφυρα είναι στο βυθό της λίμνης του Μόρνου εδώ και 40 χρόνια. Κατασκευάστηκε το 1932 στον Κόκκινο ποταμό, παραπόταμος, του Μόρνου. Η κατασκευή της βοήθησε συγκοινωνιακά όλη την ορεινή δωρίδα.

Κωνσταντίνος Τσικλητήρας

Κωνσταντίνος Τσικλητήρας (1888 – 1913)

Κωνσταντίνος Τσικλητήρας (1888 – 1913)

Θρυλική μορφή του ελληνικού αθλητισμού, τέσσερις φορές Ολυμπιονίκης στα αγωνίσματα άνευ φοράς.

Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1888 στην Πύλο της Μεσσηνίας από εύπορη οικογένεια της περιοχής. Ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα για να σπουδάσει Οικονομικά, αλλά ο νεαρός Κωστής έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Γράφτηκε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο και το 1906 είχε την πρώτη επιτυχία, καθώς κατέκτησε την τρίτη θέση στο μήκος άνευ φοράς στους Πανελληνίους Αγώνες με επίδοση 2.83 μ. Αμέσως, όμως, έρχεται και η πρώτη απογοήτευση, όταν στους Μεσολυμπιακούς της Αθήνας, τον ίδιο χρόνο, κατετάγη 6ος στο ύψος άνευ φοράς με 1.30 μ, ενώ στο μήκος άνευ φοράς αποκλείστηκε στον προκριματικό.

Σφίγγει τα δόντια, δουλεύει σκληρά και το 1907 κατακτά τρία χρυσά μετάλλια στους Πανιώνιους Αγώνες της Σμύρνης: στο άλμα εις ύψος με 1.65 μ., στο ύψος άνευ φοράς με 1.40 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.14 μ. Την επόμενη χρονιά έρχεται η μεγάλη διάκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, όταν κερδίζει δύο αργυρά μετάλλια: στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.25 μ.

Ο Τσικλητήρας ήταν ψηλός (1.92 μ.) με θαυμάσια αλτικότητα, που οφειλόταν στα δυνατά του πόδια και στο εκπληκτικό «σπάσιμο» της μέσης του. Ιδού, πως τον περιγράφει ο ανταποκριτής της εφημερίδας Χρόνος στο Λονδίνο και γνωστός λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου:null

…Είνε σώμα υψηλόν, λεπτόν, καλογραμμένον. Εις το σχέδιον του μελαχροινού προσώπου του, των μήλων, των ματιών, των χειλέων, του πώγωνος νομίζεις ότι επέρασεν, ελαφρώς, ολίγον κοντύλι Γκύζη. Από πάνω ως κάτω ο νέος αυτός έχει ευγενεστάτην γραμμήν. Μελαχροινός, πολύ υψηλός σχετικώς με τη νεότητά του, πόδια μεγάλα και λαστιχένια, ως σκύλου πόιντερ, σύμμετρον και χαριτωμένον σύνολον. Το μόνον μειονέκτημά του είνε ότι δεν έχει, ακόμη, την αθλητικήν ανάπτυξιν που του χρειάζεται. Πολύ ολίγον έχει γυμνασθή και είνε μάλλον αδύνατος. Αλλά η νίκη του εις το αγγλικόν στάδιον του έδειξε τον δρόμον και είνε αρκετά έξυπνος ώστε να μη τον χάση. Από τώρα και εις το εξής πρέπει να ζη διαρκώς μέσα εις τα γυμναστήρια.

Ο Τσικλητήρας επανέλαβε το κατόρθωμα του Λονδίνου τέσσερα χρόνια αργότερα. Στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης το 1912 κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με 3.37 μ. (παγκόσμιο ρεκόρ του ιδίου με 3.47 μ. από την 1η Απριλίου) και χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., αφού χρειάστηκε να δώσει σκληρή μάχη και στα δύο αγωνίσματα με τους αδελφούς Άνταμς από τις ΗΠΑ. Ο Τσικλητήρας επέστρεψε τροπαιούχος στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή, ενώ διθυραμβικά ήταν και τα σχόλια του Τύπου.

Δύο μήνες μετά τον θρίαμβο της Στοκχόλμης ξεσπά ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (4 Οκτωβρίου 1912) και ο Τσικλητήρας στρατεύεται. Του προτείνουν να παραμείνει στο Φρουραρχείο Αθηνών, αλλά αυτός αρνείται. Θέλει να πάει στο μέτωπο για να μην κατηγορηθεί για ευνοϊκή μεταχείριση. Εκεί στην πρώτη γραμμή προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913. Ήταν μόλις 25 ετών. Προς τιμήν του, ο Πανελλήνιος διοργανώνει από το 1963 συνάντηση στίβου με την επωνυμία Τα Τσικλητήρεια.

Ο Τσικλητήρας, εκτός από τη μεγάλη του αγάπη για τον στίβο, γοητεύτηκε από το ποδόσφαιρο, ένα νέο άθλημα, που συνέπαιρνε τους νεαρούς της εποχής του. Έπαιξε τερματοφύλακας στον Ποδοσφαιρικό Όμιλο Αθηνών (ΠΟΑ), που ίδρυσε ο συναθλητής του στον Πανελλήνιο Γεώργιος Καλαφάτης και το 1924 μετονομάσθηκε σε Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο (ΠΑΟ).
Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ο χάρτης της αόρατης αστικής αρχαιολογίας

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι σωστικές ανασκαφές της Αθήνας. Κάτω από την επιφάνεια του εδάφους υπάρχει μια άλλη πόλη, που χάρη στον ψηφιακό χάρτη του «Δίπυλον» έγινε ορατή 

o-chartis-tis-aoratis-astikis-archaiologias-561558667

Το πλήθος των σωστικών ανασκαφών, που πρακτικά περικλείουν όλο το ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας, μαρτυρεί και την αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα, όπως στις πλατείες Συντάγματος και Κοτζιά. (ΔΙΠΥΛΟΝ)

Σάκης Ιωαννίδης

o-chartis-tis-aoratis-astikis-archaiologias0

Περπατώντας στην Αγίων Ασωμάτων και στα στενά της Ψαρομηλίγκου και της Καλογήρου Σαμουήλ, στην καρδιά της Αθήνας, οι περισσότεροι θα σταθούν έξω από το διάσημο σπίτι με τις Καρυάτιδες και ίσως θαυμάσουν τα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία που κοσμούν πολλές από τις παλιές κατοικίες της περιοχής, οι οποίες στέκουν συνήθως έρημες, κλειστές και υποβασταζόμενες με μεταλλικά στηρίγματα.null

Η περιοχή προσφέρεται για μια εξερεύνηση των αλλαγών στο σώμα της πόλης, αλλά κάτω από την επιφάνεια του εδάφους υπάρχει μια άλλη πόλη, που χάρη στον ψηφιακό χάρτη του «Δίπυλον» έγινε ορατή για όσους θέλουν να τη δουν. Λίγα μέτρα μακριά από τις Καρυάτιδες που φωτογράφισε ο Μπρεσόν και μέσα στο οικοδομικό τετράγωνο των Καλογήρου, Ψαρομηλίγκου, πλατείας Ελευθερίας και Παναγή Τσαλδάρη, οι αρχαιολόγοι Καββαδίας, Στάης, Μπρούκνερ και Πέρνις είχαν ανασκάψει το 1891 ένα μεγάλο ταφικό σύνολο (περίπου 230 τάφους) που χρονολογείται από τον 8ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ. Τα στοιχεία και τα λεπτομερή σχέδια της άγνωστης –για τους περισσότερους– ανασκαφής των τεσσάρων αρχαιολόγων είναι πια ανοικτά και προσβάσιμα από το κοινό μέσα από την ιστοσελίδα της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας για τη μελέτη της αρχαίας τοπογραφίας «Δίπυλον». (φωτ. ΔΙΠΥΛΟΝ)

Η χαρτογράφηση του «Δίπυλον» φωτίζει τις αθέατες σωστικές ανασκαφές, που συνήθως δεν απολαμβάνουν την ίδια δημοσιότητα σε σχέση με τα ορατά μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους.

Κάτω από την επιφάνεια του εδάφους υπάρχει μια άλλη πόλη, που χάρη στον ψηφιακό χάρτη του «Δίπυλον» έγινε ορατή.

Κάτω από τους μποτιλιαρισμένους δρόμους και τις αθηναϊκές πολυκατοικίες κρύβονται αρχαίοι αγωγοί ύδρευσης, λουτρά, κατοικίες, ταφικά μνημεία, τμήματα του Θεμιστόκλειου και του Βαλεριάνειου Τείχους, εργαστήρια και οικοτεχνίες που μάλλον δεν θα δούμε ποτέ ζωντανά. «Υπήρχαν πολλές μελέτες, π.χ. για το αρδευτικό δίκτυο ή το οδικό δίκτυο της αρχαίας Αθήνας, αλλά δεν ήταν συγκεντρωμένες ψηφιακά σε ένα σημείο», μας εξηγεί η συντονίστρια των προγραμμάτων του «Δίπυλον», Εύη Σέμπου.  

Η ομάδα του έργου αποτύπωσε σε έναν διαδραστικό χάρτη 160 χρόνια σωστικών ανασκαφών σε μια περιοχή που καλύπτει 6,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πρακτικά περικλείει όλο το ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας, από το Κουκάκι μέχρι την Ομόνοια και από το Μεταξουργείο μέχρι τον λόφο του Αρδηττού. Στον χάρτη αποτυπώνονται 1.473 ανασκαφικές θέσεις που χρονολογικά κατανέμονται από τη Γεωμετρική εποχή έως τη νεότερη Αθήνα και αποτελούν τον καρπό εργασίας 240 αρχαιολόγων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Για την υλοποίηση του έργου, το «Δίπυλον» υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών.

Η πόλη με άλλη ματιά

Η χαρτογράφηση της αρχαίας Αθήνας προσφέρεται κατά βάση για έρευνα και αποτελεί εργαλείο εκπαίδευσης, αν και, όπως μας εξηγεί η κ. Σέμπου, το «Δίπυλον» σκοπεύει να δημιουργήσει εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα ώστε να εμπλέξει και το κοινό, Ελληνες και ξένους (η πλατφόρμα είναι δίγλωσση), στη γοητεία της αστικής αρχαιολογίας. Στόχος της ομάδας είναι η διεύρυνση της χαρτογράφησης προς την Ακαδημία Πλάτωνος και τον Πειραιά.

Ετσι, θα μπορεί εύκολα να μάθει κάποιος για τους δρόμους, τα λουτρά και τα εργαστήρια που υπήρξαν κάποτε κάτω από την πλατεία Συντάγματος ή για την οχύρωση της Αθήνας, που περνούσε κάτω από την οδό Σοφοκλέους. Ισως τότε δούμε την Αθήνα με άλλα μάτια και τη σεβαστούμε λίγο περισσότερο.

o-chartis-tis-aoratis-astikis-archaiologias2

(φωτ. ΔΙΠΥΛΟΝ)