Το πρώτο κρασί!

Το πρώτο κρασί, ο Άη Γιώργης ο Μεθυστής και τα Γαλλικά Νουβό.

Σήμερα* γιορτάζει ο μικρός, ο φτωχός, ο δούλος, ο πλούσιος αλλά και ο αφέντης. Αφορμή για γιορτή με ένα ποτήρι κρασί. Λίγο παλιότερα, οι άνθρωποι είχαν νωπές μνήμες, γνώριζαν, τιμούσαν την παράδοση και γιόρταζαν με την καρδιά τους. Απλά και καθημερινά γεγονότα, που γίνονταν σπουδαία και αφορμή για συνεύρεση. Τα διδάχθηκαν απ’ τους γονείς τους και έγιναν και οι ίδιοι ένας κρίκος για την μεταφορά γνώσης στα δικά τους παιδιά. Αυτόν τον κρίκο, σήμερα, τον σπάσαμε…

Το άνοιγμα των βαρελιών με το νέο κρασί ήταν πάντα γιορτή μεγάλη στην Νεώτερη Ελλάδα και στην Αρχαία ακόμη μεγαλύτερη. Στην Αθήνα τα Πιθοίγια ήταν η πρώτη ημέρα της γιορτής των Ανθεστηρίων. Η μέρα που άνοιγαν τα πιθάρια, τους πίθους, με το κρασί της νέας χρονιάς. Με αυτό το πρώτο κρασί πήγαιναν έξω από τον ναό του Διονύσου και έκαναν σπονδές και αντάλλασσαν ευχές. Ιερή μέρα, ακόμη και οι δούλοι συμμετείχαν στο γλέντι. Αργότερα, με την έλευση του Χριστιανισμού, ο Αη Γιώργης του Νοέμβρη, ενσάρκωσε αυτή την σύνδεση του καθημερινού με το θείο. Όχι σαν Τροπαιοφόρος, αλλά σαν Μεθυστής. Σαν σήμερα λοιπόν. Ο Αη Γιώργης έγινε ο άγιος του κρασιού και οι αμπελουργοί πήγαιναν στους ναούς του ανά την Ελλάδα, με στάμνες φρέσκου κρασιού, ενώ ακολουθούσε μεγάλο γλέντι. Σε κάποιες λίγες περιοχές κρατούν ακόμη το έθιμο. Σε όλη την Ελλάδα οι οινοποιοί άνοιγαν τα βαρέλια με το νέο κρασί στις 3 Νοεμβρίου. Ευκαιρία να συναντηθούν οι άνθρωποι, να αστειευτούν, να ευχηθούν, με ένα κιούπι κρασί, γεμάτο νιότη και φρεσκάδα.

Εμείς, στην πορεία, το ξεχάσαμε και το χάσαμε. Στην Γαλλία το …βρήκαν. Το κράτησαν, το ανέδειξαν και δημιούργησαν μύθους και ποιήματα γύρω απ’ το άνοιγμα των βαρελιών του Νοεμβρίου. Έτσι σε όλον τον κόσμο έμαθαν τα περίφημα κρασιά Νουβό. Τα φρέσκα, νεαρά , αυτά που μοσχομυρίζουν γαρύφαλλο, τριαντάφυλλο και φρούτα. Αυτά που μόλις δυο μήνες μετά τον τρύγο, πρέπει να καταναλωθούν, δροσερά και πριν σμίξουν τα αρώματά τους. Εκατομμύρια άνθρωποι περιμένουν να απολαύσουν τα Νουβό του Νοέμβρη.

Τελικά πάντα πίσω από κάτι όμορφο, κρύβεται ένας μύθος που πέρασε στην καθημερινότητα. Οι άνθρωποι τον υποδέχονται και συντηρούν τις πηγές του. Όταν παραμελείται, στερεύουν οι πηγές κι έρχεται… η δίψα.

Elena Namini

* Η 3η Νοεμβρίου στο λαϊκό εορτολόγιο είναι γνωστή και ως του Αγίου Γεωργίου του Σπορίτη ή του Μεθυστή, επειδή σε πολλές περιοχές της γίνεται ή έναρξη της σποράς ή το άνοιγμα των βαρελιών και η δοκιμή των κρασιών της νέας εσοδείας. Σε περιοχές με εσπεροδοειδή, την ημέρα αυτή γεύονται τα πρώτα πορτοκάλια της νέας παραγωγής

«Μάθε: ἡ προκοπὴ δὲν εἶναι γιὰ τοὺς δούλους,

κι’ ὅσο θένε οἱ δοῦλοι ἀφέντη, ἃς ἔχουν

τὸν ἀφέντη κάθε πλούτου κι ὀμορφιᾶς·

Μάθε: ἡ προκοπὴ γιὰ τοὺς ἐλεύτερους!..»

Κ.Παλαμάς

Σαφής Απάντηση – Διδακτικές Ιστορίες με τον Χότζα

Μια μέρα Νασρεντίν επισκεύαζε τα κεραμίδια της στέγης του σπιτιού του. Ενώ Νασρεντίν δούλευε στην οροφή, ένας άγνωστος χτύπησε την πόρτα.

– Τι θέλεις; Νασρεντίν φώναξε.

– Έλα κάτω, απάντησε ξένος, ετσι δεν μπορώ να σου το πω. Ο Νασρεντίν απρόθυμος και αργά κατέβηκε από τη σκάλα.

– Καλά! απάντησε Νασρεντίν, ποιο είναι  αυτό το σημαντικό πράγμα;

– Θα μπορούσατε να δώσετε λίγα χρήματα σε έναν φτωχό γέρο; ζητιάνεψε ο ξένος. Κουρασμένος ο Νασρεντίν άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα και είπε:

– Γιά έλα μαζί μου μέχρι την οροφή. 

Όταν και οι δύο, Νασρεντίν και ζητιάνος ήταν επάνω στην οροφή, Νασρεντίν είπε:

– Η απάντηση είναι όχι!

Σενέκας: Έχω ζήσει

Οι Πύργοι Χρόνου: Πώς να οργανώνουμε καλύτερα το χρόνο

Γράφει η  Έλσα Νικολαΐδου

Το πέρασμα του χρόνου συνήθως δεν γίνεται αντιληπτό από το υποκείμενο που το βιώνει. Οι αλλαγές είναι αργές και ανεπαίσθητες, όταν αθροιστούν όμως συνιστούν μια νέα πραγματικότητα. Πολλές φορές οι αλλαγές του περιβάλλοντος γύρω μας είναι εκείνες που αφυπνίζουν το πνεύμα, ώστε να παρατηρήσει το γήρας του δικού του σώματος. Δεν γερνάμε όμως όλοι. Όσοι καταφέρνουν να αγγίξουν μια μεγάλη ηλικία, μόνο να παραπονούνται δεν αξίζει. Τα γερατειά (παρά τα όσα σωματικά δεινά συνεπάγονται) μόνο φρίκη δεν πρέπει να προκαλούν. Αντιθέτως, κάθε μέρα μετράει.

Ο Σενέκας γράφει στον Λουκίλιο, για να του μιλήσει για τα γηρατειά. Όχι, ο Λουκίλιος δεν έχει γεράσει. Ο συγγραφέας θα μιλήσει για τα δικά του βιώματα και ο νέος μαθητευόμενος θα διαβάσει τη δωδέκατη επιστολή, ώστε να εκτιμήσει τη ζωή από νεανική ηλικία. Το σκηνικό στήνεται επιδέξια από τον Στωικό φιλόσοφο. Αφορμή είναι μια επίσκεψη στο πατρικό του, που τον βοηθάει να ανακαλύψει ότι παρά τη φροντίδα του επιστάτη του, το σπίτι καταρρέει: «Όπου κι αν γυρίσω, σημάδια των γηρατειών μου βλέπω» (Quocumque me verti, argumenta senectutis meae video), παραπονιέται. «Ποιο είναι το μέλλον μου, όταν οι λίθοι της ζωής μου γίνονται συντρίμμια;» (quid mihi futurum est, si tam putria sunt aetatis meae saxa? 12.1). Μαζί με την κατάρρευση του σπιτιού, κοιτάζει και τα γερασμένα δέντρα του κήπου. Τα δέντρα που ο ίδιος φύτεψε μικρός, παρακολουθώντας τα να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Μαζί τους γέρασε και αυτός. Η φθορά της ύλης είναι αναπόφευκτη. Τελικά, ευχαριστεί το ρημαγμένο σπίτι για τη συνειδητοποίηση των γηρατειών (senectus) του.

«Ας υποδεχτούμε κι ας αγαπήσουμε τα γηρατειά· είναι γεμάτα από ηδονές αν ξέρει κάποιος πώς να τα χρησιμοποιήσει. Τα φρούτα είναι ευχάριστα όταν ωριμάζουν· η παιδικότητα πιο όμορφη στο τελείωμά της. Το κρασί που έχει μείνει στο ποτήρι προσφέρει τη μέγιστη ευχαρίστηση στον πότη, αυτό τον μεθάει, δίνει την καλύτερη ώθηση στη μέθη του.»

Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.4

Οι ηδονές οδηγούν στη μεγαλύτερη απόλαυση προς το τέλος τους. Γιατί να μην είναι και η ζωή έτσι; Βέβαια, ο Σενέκας δεν εννοεί την περίοδο κατά την οποία κάποιος βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Αλλά το ξεκίνημα των γηρατειών, της πτώσης των σωματικών λειτουργιών, έχει κι αυτό τις απολαύσεις του. Αν αναμένει κάποιος να απολαμβάνει τα ίδια πράγματα καθώς μεγαλώνει, θα απογοητευτεί. Κάθε ηλικία έχει τις ηδονές της. Οι τελευταίες είναι οι καλύτερες, γιατί αρχίζεις να απελευθερώνεσαι από τις περασμένες ηδονές. Και αυτό είναι μια νέα ηδονή: «Πόσο γλυκό είναι να έχει κουραστεί κάποιος από τις επιθυμίες και να τις εγκαταλείπει» («Quam dulce est cupiditates fatigasse ac reliquisse!»), παρατηρεί ο Σενέκας (12.5). Μήπως όμως θα έπρεπε να ανησυχεί για τον θάνατο; Προλαβαίνοντας την αντίρρηση του Λουκίλιου δικαιολογείται. Γιατί να μιλήσει για τον θάνατο σε έναν νέο άνθρωπο;

«’Θα ήταν προσβλητικό’, θα έλεγες, ‘να κοιτάξεις τον θάνατο κατάματα’. Οφείλεις όμως πρώτα από όλα είτε βρίσκεσαι στην ωριμότητα είτε στη νεότητα να τον κοιτάζεις. […] Μία ημέρα, αντιθέτως, είναι ένα βήμα στη ζωή. (Unus autem dies gradus vitae est).»

Σενέκας, Ηθικές επιστολές 12.6

Αυτό δίνει στον Σενέκα την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τους κύκλους της ζωής: Η ζωή κάθε ανθρώπου αποτελείται από κύκλους, οι μεγαλύτεροι εκ των οποίων περικλείουν τους μικρότερους. Ο μεγαλύτερος όλων, ο κύκλος της ζωής, αγκαλιάζει όλους τους υπόλοιπους. Επόμενος στη σειρά είναι εκείνος της νεανικότητας, ενώ ο περιφέρεια του τρίτου περιλαμβάνει όλη την παιδική ηλικία. Οι κύκλοι όμως δεν εξαντλούνται εδώ. Ο ετήσιος κύκλος ζωής αποτελεί μια χρονική περίοδο από μόνος του. Ο μήνας είναι ένα μικρότερος δακτύλιος, για να καταλήξουμε στην ημέρα. Τον ελάχιστο δυνατό κύκλο ζωής, με διάρκεια από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου.

Μία ημέρα, οποιαδήποτε μέρα, είναι ιδιαίτερη. Συνδέεται με τις υπόλοιπες και εξελίσσεται τελικά στο να είναι η ζωή μας. Ο Σενέκας παραφράζει τον Ηράκλειτο («φύσιν ἡμέρης ἁπάσης μίαν οὖσαν» DK22 B106): Μια ημέρα ισούται με όλες (‘Unus,’ inquit, ‘dies par omni est.’ 12.7). Τι να εννοούσε άραγε ο Σκοτεινός φιλόσοφος; Ότι είναι όλες οι ημέρες ίδιες σε ώρες; Αυτό είναι αυτονόητο. Ο Σενέκας επιλέγει μια δεύτερη ερμηνεία: Τα μεγαλύτερα διαστήματα δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των ημερών μας. Όλες οι ημέρες συνεισφέρουν εξίσου στον κύκλο της ζωής. Η κάθε μέρα ολοκληρώνει και εκπληρώνει τη ζωή (consummet atque expleat vitam).

Memento mori. Θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Η Στωική πρακτική της συνείδησης του θανάτου επανέρχεται με το παράδειγμα του Πακουβίου, ο οποίος αν και κατείχε όλη τη Συρία δεν έπαυε να υπενθυμίζει κάθε μέρα στον εαυτό του ότι ο θάνατος είναι κοντά, επαναλαμβάνοντας την τελετή μιας «κηδείας», της δικής του. Στο τέλος της τακτικής τελετουργίας ο κόσμος επευφημούσε: «βεβίωται, βεβίωται!» (έχει ζήσει, έχει ζήσει). Ο θάνατος είτε είναι κάποιος νέος είτε γηραιότερος παραμένει η υπενθύμιση της ζωής. Κάθε νέα ημέρα θα έπρεπε να εορτάζεται. Η ζωή είναι γιορτή. Η ημέρα είναι γιορτή. «Όποιος λέει κάθε μέρα ‘έχω ζήσει’ σηκώνει το έπαθλο» («Quisquis dixit ‘vixi,’ cotidie ad lucrum surgit» 12.9).

Αλλά η επιστολή δεν τελειώνει χωρίς ένα «δώρο» στον Λουκίλιο, ένα παράθεμα που συνοψίζει τη σκέψη του. Αυτή τη φορά παραθέτει Επίκουρο γιατί, αν και αντίπαλος, παραδέχεται πως οι καλύτερες ιδέες είναι κοινό κτήμα: «Ό,τι είναι αλήθεια, είναι δική μου περιουσία («Quod verum est, meum est» 12.11). Η Επικούρεια προσφώνησις 9 είναι η δική του αλήθεια: Είναι κακό να ζεις στην ανάγκη, αλλά το να ζεις στην ανάγκη δεν είναι αναγκαίο («Malum est in necessitate vivere; sed in necessitate vivere necessitas nulla est» 12.10). Δεν ζούμε από ανάγκη. Η ζωή είναι επιλογή.

Η ζωή παύει μόνο όταν θεωρείται δεδομένη και δεν βιώνεται συνειδητά. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ζήσουμε τη μία και μοναδική ζωή μας, που δεν τελειώνει προτού έρθει ο θάνατος. Αυτός δίνει αξία στη ζωή, τα έτη και τους μήνες, τις μέρες μας, τις ανατολές και τις δύσεις. Ο κύκλος της ζωής περιλαμβάνει και τα γεράματα, μόνο εφόσον κάποιος έχει την τύχη να φτάσει σε μεγάλη ηλικία. Τα χρόνια από μόνα τους ωστόσο δεν σημαίνουν τίποτε. Πρέπει να ζούμε τη ζωή. Να τη γιορτάζουμε. Για να φωνάξουμε στο τέλος ευτυχισμένοι: «Έχω ζήσει».

***

Η Έλσα Νικολαΐδου διδάσκει Φιλοσοφία στο Med High

nicolaidou.e@medhigh.com

Πηγή: o-klooun.com