


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

«28η Οκτωβρίου». Σπουδαία Ημέρα»
Πολλοί μας κατηγορούν ότι είμαστε η μοναδική Χώρα που γιορτάζουμε την ημέρα της έναρξης ενός πολέμου και όχι την ημέρα της νίκης μας.
Οφείλουμε μια απάντηση: «Σπουδαία δεν είναι η μέρα που νίκησες. Σπουδαία είναι η μέρα που ξεπερνώντας τους φόβους σου αποφάσισες να πολεμήσεις».
Αυτή την μέρα να γιορτάζεις… κι αυτή τη μέρα γιορτάζουμε εμείς οι Έλληνες …
Μάνος Δανέζης:
Οδυσσέας Ελύτης:,«Η πορεία προς το Μέτωπο»
Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139]
Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.
Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Οι δύο άγνωστοι «ήρωες» της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης Φίλιππος Νίκογλου και Αθανάσιος Σουλιώτης είναι δύο πρόσωπα που αν δεν υπήρχαν ίσως η πόλη να μην είχε απελευθερωθεί .
Δεν είναι όλοι ήρωες το ίδιο γνωστοί ή διαφορετικά δεν υπάρχουν απαραίτητα ήρωες, αλλά σημαντικοί άνθρωποι οι οποίοι πιστοί σε ένα όραμα ή σε έναν στόχο, τον υπηρετούν χωρίς να προσβλέπουν σε αξιώματα ή βραβεύσεις. Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου 1912) έχει συνδεθεί με την παρουσία του ελληνικού στρατού στην πόλη, υπό τις διαταγές του αρχηγού του στρατεύματος, διαδόχου Κωνσταντίνοy και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, μετά από επιμονή του οποίου οι ελληνικές δυνάμεις πρόλαβαν να φτάσουν στην πόλη πριν από τους Βουλγάρους.
Πώς έγινε όμως αυτή η αλλαγή σχεδίων και ποιοι συνετέλεσαν σε αυτό; Ποια δύο πρόσωπα είχαν μεγάλη συμμετοχή, αλλά δεν είναι και τόσο γνωστά στην ελληνική ιστορία; Ο λόγος για το γιατρό Φίλιππο Νίκογλου και τον στρατιωτικό Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη..
Φίλιππος Νίκογλου Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης Ο πρώτος γεννήθηκε το 1871 στη Στενήμαχο της Ανατολικής Θράκης. Σπούδασε ιατρική στη Ζαρίφεια Σχολή της Φιλιππούπολης (σημερινό Πλόβντιβ) και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία. Εργάστηκε ως χειρουργός στη Σόφια και ήταν υπίατρος στον βουλγαρικό στρατό το 1912.
Ο δεύτερος γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1878 και ακολούθησε καριέρα στρατιωτικού. Με το ξέσπασμα του Μακεδονικού Αγώνα, μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου σύστησε συνωμοτική κίνηση με το όνομα “Οργάνωσις Θεσσαλονίκης”, ενώ απέκτησε το ψευδώνυμο Νικολαΐδης. Με την κήρυξη του Α’ Βαλκανικού πολέμου, ο Σουλιώτης έφυγε από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό την Αθήνα. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Λάμπρος Κορομηλάς ζήτησε από τον Σουλιώτη να μεταβεί στη Βουλγαρία για να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τις κινήσεις της συγκεκριμένης Μεραρχίας. Τοποθετήθηκε, λοιπόν, ως σύνδεσμος του ελληνικού Επιτελείου στον βουλγαρικό Στρατό. Πώς συνέβησαν τα γεγονότα Στις 16 Οκτωβρίου 1912, ο Σουλιώτης έφτασε στη Σόφια και με δυσκολία έλαβε από τον Βούλγαρο υπουργό των Στρατιωτικών πληροφορίες, σχετικά με τις κινήσεις της Μεραρχίας Θεοδωρώφ του βουλγαρικού στρατού. Οι Βούλγαροι τον διαβεβαίωσαν ότι ο Θεοδωρώφ θα επέστρεφε στη Σόφια και αμέσως μετά θα κινούνταν προς την Αδριανούπολη.
Στις 19 Οκτωβρίου, ο Σουλιώτης έφτασε στο Κιουστεντίλ (πόλη της δυτικής Βουλγαρίας). Από πηγές του σερβικού στρατού, ενημερώθηκε ότι η δεύτερη ταξιαρχία της Μεραρχίας βρισκόταν στο Τσάρεβο-Σέλο (σημερινό Ντέλτσεβο, πόλη της ΠΓΔΜ), ενώ ο Θεοδωρώφ φαινόταν να επισπεύδει την προς το νότο πορεία της Μεραρχίας, καταργώντας ακόμα και την πενθήμερη ανάπαυση των στρατευμάτων. Οι Βούλγαροι προσπαθούσαν να τον παραπλανήσουν, δεδομένου ότι τον είχαν ενημερώσει ότι ο στρατηγός Θεοδωρώφ θα βάδιζε κατά της Αδριανούπολης. Προσπαθώντας να αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες, ο Σουλιώτης συναντήθηκε με τον τοπικό φρούραρχο. Η συνάντηση αυτή αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της αμοιβαίας καχυποψίας και της έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο κρατών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σουλιώτης, στις ερωτήσεις του, σχετικά με το που βρισκόταν η Μεραρχία Θεοδωρώφ, ο Βούλγαρος αξιωματικός ήταν «δυσπιστότατος και εχεμυθότατος, που όλο δεν ξέρω μου έλεγε».
Επόμενος σταθμός, στη προσπάθεια αναζήτησης του Θεοδωρώφ, ήταν το Τισάνοβο. Ούτε, όμως, εκεί έλαβε καμία πληροφορία για την πορεία της 7ης Μεραρχίας. Χωρίς χρονοτριβή, ο Σουλιώτης αναχώρησε για το Τσάρεβο. Στη διαδρομή είχε συνοδεία έναν Βούλγαρο λοχαγό για να ελέγχει τις κινήσεις του. Φτάνοντας, ζήτησε να συναντηθεί με τον στρατηγό Θεοδωρώφ, αλλά οι Βούλγαροι αξιωματικοί δεν του έδωσαν ουσιαστικές πληροφορίες, λέγοντάς του ότι δεν γνώριζαν την ακριβή θέση της 7ης βουλγαρικής Μεραρχίας. Για το περιστατικό, γράφει ο Σουλιώτης στο ημερολόγιο του: «Όλοι οι Βούλγαροι αξιωματικοί, που ήταν εκεί, άρχισαν πάλι τα “δεν ξέρω” και ούτε που είναι ο Θοδωρώφ ήθελαν να μου πουν». Ο Σουλιώτης αντιλήφθηκε ότι οι πληροφορίες που είχε από το Κιουστεντίλ, σχετικά με τις κινήσεις, αλλά και στις αληθινές προθέσεις της μεραρχίας του Θεοδωρώφ ήταν βάσιμες. Περισσότερο ανησυχητικό για τον ίδιο ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρχε αντίσταση από τον τουρκικό στρατό, συνεπώς οι Βούλγαροι θα έφταναν τάχιστα έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Από τις συνομιλίες μεταξύ των Βουλγάρων αξιωματικών, κατάλαβε ότι ο Θεοδωρώφ βρίσκεται στη Άνω Τσουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεβγκραντ, πόλη της Βουλγαρίας). Την στιγμή εκείνη, ο Έλληνας αξιωματικός θεώρησε σκόπιμο να ενημερώσει την ελληνική κυβέρνηση για τις κινήσεις της βουλγαρικής μεραρχίας. Τα κατά τόπους, όμως, τηλεγραφεία αρνούνταν να αποστείλουν τα κρυπτογραφικά τηλεγραφήματα του προς την ελληνική πρεσβεία Σόφιας ή ακόμα και αν τα δέχονταν ήταν αμφίβολο αν τα παρέδιδαν. Οι βουλγαρικές τηλεγραφικές υπηρεσίες εδέχθησαν μόνο να αποστείλουν κρυπτογραφικό τηλεγράφημα του Σουλιώτη στον Έλληνα πρεσβευτή στη Σόφια, Δημήτριο Πανά, υπό τον όρο ότι το τηλεγράφημα αυτό θα αποστελλόταν πρώτα στο βουλγαρικό υπουργείο των Εξωτερικών, το οποίο θα μεταβίβαζε στον Έλληνα πρεσβευτή στη Σόφια, ανοικτό τηλεγράφημα. Ο Σουλιώτης, μη έχοντας άλλο τρόπο απέστειλε το κρυπτογραφικό τηλεγράφημα, με όσες πληροφορίες είχε συγκεντρώσει, ζητώντας παράλληλα από τον πρέσβη να τον ενημερώσει ότι έλαβε γνώση του τηλεγραφήματος.
Η κρίσιμη συνάντηση με το Νίκογλου Χωρίς να περιμένει να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για την ακριβή θέση της 7ης Μεραρχίας, ο Σουλιώτης αναχώρησε όσο το δυνατόν γρηγορότερα για την Άνω Τσουμαγιά. Στις 21 ή 22 Οκτωβρίου, ο Σουλιώτης έφτασε στον προορισμό του. Εκεί, θα συναντηθεί με τον γιατρό Φίλιππο Νίκογλου, ο οποίος θα του δώσει σημαντικές πληροφορίες για τις κινήσεις του Θεοδωρώφ. Ο Νίκογλου ως Βούλγαρος υπήκοος υπηρετούσε στον βουλγαρικό στρατό, όχι απλώς ως έφεδρος ιατρός, αλλά ως διευθυντής υγειονομικού της μεραρχίας. Η μονάδα του βρισκόταν στο Τσάρεβο Σέλο, όταν ήρθε διαταγή να κινηθούν προς Άνω Τζουμαγιά. Λόγω, όμως, δυσμενών καιρικών συνθηκών σταμάτησε η πορεία τους. Μολαταύτα, ο ίδιος άφησε πίσω τη μονάδα του και βάδισε μόνος προς την Άνω Τζουμαγιά. Εκεί, ο Νίκογλου πληροφορήθηκε την ύπαρξη Έλληνα αξιωματικού και ζήτησε να τον συναντήσει. Ο Έλληνας γιατρός έδωσε την πληροφορία στον Σουλιώτη ότι ο Βούλγαρος διάδοχος, Βόρις, συνοδευόμενος από τον αρχιστράτηγο Πετρώφ και τον πρεσβευτή Στάντσεφ διήλθαν από τη Άνω Τζουμαγιά, κατευθυνόμενοι προς τη Θεσσαλονίκη. Ακόμα, είχε δει και μια βασιλική άμαξα, προορισμένη πιθανότατα για την είσοδο του Βούλγαρου διαδόχου στη πόλη.
Άμεσα σχετιζόμενη με τα παραπάνω ήταν και η πληροφορία ότι σε χάνι της περιοχής διέμεναν ορισμένοι στρατιώτες της φρουράς του βουλγαρικού στέμματος. Η πεποίθηση των Βουλγάρων για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους ίδιους ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Η αντίληψη αυτή πήγαζε από την άποψη που είχαν οι Βούλγαροι επιτελείς για το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού, το οποίο είχε πληγεί καίρια μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Σύμφωνα με τον Νίκογλου, οι Βούλγαροι, «έχοντες δε την χειρίστην ιδέαν περί του ελληνικού στρατού και φρονούντες ότι αυτός δεν θα ηδύνατο να υπερβή τα σύνορα… ήσαν τόσο πεποισμένοι περί της επιτυχίας του σχεδίου αυτών». Ακόμη, σύμφωνα με τον Νίκογλου, «εφρονούν οι Βούλγαροι ότι η μικρά Ελλάς η έχουσα 66 χιλιάδας στρατού, δεν θα δυνηθή να νικήση τον Τουρκικόν στρατόν και ούτω τα Βουλγαρικά στρατεύματα θα καταλάβωσι την Θεσσαλονίκην».
Από την άλλη πλευρά, η συνολική δύναμη του βουλγαρικού στρατεύματος ανερχόταν σε 300.000 πεζούς, 5.000 ιππείς και 720 πυροβόλα. Η Θεσσαλονίκη και η ψεύτικη ασθένεια Ο Νίκογλου, επίσης, εμπιστεύτηκε στον Σουλιώτη, ότι από την αρχή του πολέμου όλες οι εμπιστευτικές διαταγές του βουλγαρικού Στρατού συνιστούσαν να καταβληθεί πάσα δυνατή προσπάθεια, όπως οι μακεδονικές πόλεις, και προ πάντων η Θεσσαλονίκη, καταλαμβάνονταν πριν από την προέλαση του ελληνικού Στρατού. Οι Βούλγαροι βιάζονταν να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, διότι μεταξύ των συμμάχων ίσχυε η αρχή του uti possidetis, όσον αφορά τη μεταπολεμική διανομή των εδαφικών κερδών. Τα σχέδια τους ευνοούνταν από το γεγονός ότι αντιμετώπιζαν ισχνή τουρκική αντίσταση. Αυτό συνέβη, διότι ο Τούρκος αρχιστράτηγος Χασάν Ταχσίν Πασάς μετακίνησε δυνάμεις (15.000 άνδρες) προς το Νότο για να ενισχύσει την άμυνα της Θεσσαλονίκης έναντι της ελληνικής προέλασης.
Ο Σουλιώτης θέλησε να ενημερώσει την ελληνική κυβέρνηση για όσα έμαθε, ωστόσο για τα τηλεγραφήματα που είχε στείλει στον Έλληνα πρεσβευτή στη Σόφια, τόσο από Κιουστεντίλ όσο και από το Τσάρεβο Σέλο, δεν είχε λάβει απάντηση, λόγω αλλοίωσής τους από τη βουλγαρική πλευρά. Αποφάσισε, λοιπόν, να αναχωρήσει για τη βουλγαρική πρωτεύουσα. Σε αυτό το σημείο, ο Νίκογλου τον βοήθησε, λέγοντας στον Βούλγαρο φρούραρχο ότι ο Έλληνας αξιωματικός ήταν άρρωστος και έπρεπε να μεταφερθεί άμεσα στη Σόφια. Ο Νίκογλου επιβεβαιώθηκε Ο Σουλιώτης αναχώρησε κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες και έφτασε στη Σόφια το απόγευμα της 23ης Οκτωβρίου, όπου και ενημέρωσε τον Έλληνα πρεσβευτή για όσα είχε μάθει. Εκείνος με τη σειρά του απηύθυνε τηλεγράφημα στο ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών (23.10.1912), όπου, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι «η Μεραρχία Θεοδωρώφ, δύναμης τεσσάρων συνταγμάτων πεζικού 25.000 ενεργεί προς Ιστίπ με βάσιν Τσαρεβόσελο. Προ τριών ημερών κατόπιν οδηγιών εκ Σόφιας σκοπουσών κατάληψιν όσον το δυνατόν περισσότερων μερών προ πέρατος πολέμου μεραρχία Θεοδορώφ μετέφερεν βάσιν αυτής εις άνω Τζουμαγιάν και εκείθεν μετά σώματος Γεώργιεφ τριών συνταγμάτων πεζικού 15.000 υπό κοινήν διοίκησιν Θεοδωρώφ ενεργεί νυν προς κοιλάδα Στρυμώνος…
Μετά κατάληψιν Σερρών θα βαδίσωσι προς Θεσσαλονίκην». Όταν το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, ο Ταχσίν πασάς παρέδιδε στον Κωνσταντίνο τη Θεσσαλονίκη, οι Βούλγαροι βρίσκονταν κοντά στο Κιλκίς, ερχόμενοι από την Άνω Τζουμαγιά. Οι απόψεις του Νίκογλου σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις του Θεοδωρώφ είχαν αποδειχθεί σωστές.
Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης και ο Φίλιππος Νίκογλου διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, τον Οκτώβριο του 1912, από τον Ελληνικό Στρατό. Οι πληροφορίες του πρώτου προς την ελληνική κυβέρνηση, τις οποίες σε μεγάλο βαθμό είχε αντλήσει από τον Φίλιππο Νίκογλου, υπήρξαν η καλύτερη απάντηση στο δίλημμα της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας: Μοναστήρι ή Θεσσαλονίκη.
Ο Νίκογλου, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, μετανάστευσε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα, όπου συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του γιατρού μέχρι το 1950. Πέθανε σε βαθιά γηρατειά το 1953. Για τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος Γεωργίου Α’ (1950), ενώ ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον ανακήρυξε επίτιμο δημότη και έδωσε το όνομα του στην οδό Ανακτόρων σε ηλικία 79 ετών. Γιος του είναι ο Στέφανος Νίκογλου, που διετέλεσε νομάρχης..
πηγή: https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/i
Στο φύλλο της εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ πληροφορούμαστε πώς κάτοικοι του χωριού Λιάτανι (Άγιος Θωμάς Βοιωτίας) καταστρέφουν τις τηλεγραφικές γραμμές δίπλα στον σιδηρόδρομο.
Κάθε τι νέο μέχρι να γίνει αποδεκτό παράγει αμφισβήτηση και δημιουργεί φόβο ένεκα της άγνοιας και ενδεχόμενων κακών συνεπειών που δεν υπάρχουν κατ’ ανάγκη. Καλλιεργούνται στις κοινωνίες κυρίως από μη έχοντες γνώση του αντικειμένου, αλλά πρωτίστως συμφέροντα.
Όταν εν προκειμένω οι στύλοι της τηλεγραφικής γραμμής εδράζονται σε απαλλοτριωμένη έκταση που εσύ θεωρείς ακόμη δική σου, πηγαίνεις στο Μαδαρό και τους καταστρέφεις.
Έρχεται κάποια στιγμή η ώρα που αντιλαμβάνεσαι ότι τα οφέλη της ύπαρξης είναι περισσότερα από αυτά της καταστροφής, αλλά αυτό απαιτεί χρόνο και ψύχραιμες φωνές.
Από τότε πέρασε πάνω από αιώνας και εξακολουθούμε ν΄ αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό την καινοτομία. Το δίκαιο ή το άδικο της σκέψης δυστυχώς για μας θα το δείξει μόνο ο χρόνος.

Πηγή: ιστότοπος Άγιος Θωμάς







Ο αείμνηστος μαέστρος Ρ. Καμαριανάκης

Βυθίστηκα στη ρομαντική λογοτεχνία, που είχα αποκηρύξει όταν η μητέρα μου θέλησε να μου την επιβάλει με το ζόρι, και από εκεί συνειδητοποίησα πως η ακατανίκητη δύναμη που κάνει τη Γη να γυρίζει δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες, αλλά όσοι συναντούν εμπόδια.
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Ο καλλιτέχνης πρέπει να προφητεύει όχι με την έννοια ότι προλέγει όσα πρόκειται να συμβούν, αλλά με την έννοια ότι λέει στο κοινό του, με κίνδυνο να το δυσαρεστήσει, τα μυστικά της καρδιάς τους. Η δουλειά του ως καλλιτέχνη είναι να μιλάει άφοβα, να ανοίγει την καρδιά του. Αλλά αυτό που πρέπει να λέει δεν είναι, όπως θα ήθελε να μάς κάνει να πιστεύουμε μία ατομιστική θεωρία τέχνης, τα δικά του μυστικά. Ως εκφραστής της δικής του κοινότητας, τα μυστικά που πρέπει να αποκαλύπτει είναι τα δικά τους. Ο λόγος που τον χρειάζονται είναι ότι καμία κοινότητα δεν γνωρίζει πλήρως τα μύχια δικά της μυστικά. Και μη έχοντας αυτή τη γνώση η κοινότητα αυταπατάται ως προς το μόνο θέμα για το οποίο η άγνοια σημαίνει θάνατο. Για τα δεινά που προκύπτουν από αυτή την άγνοια ο ποιητής ως προφήτης δεν προτείνει θεραπεία διότι την έχει ήδη δώσει. Η θεραπεία είναι το ίδιο το ποίημα. Η τέχνη είναι το γιατρικό της κοινότητας για τις χειρότερες ασθένειες του νου, τη διαφθορά της συνείδησης.
Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἂνθρωποι δὲ γιγνομένων,
σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται.
Φιλόστρατος,
Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον, VIII, 7
Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται.
Η ακοή
αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.
