


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Πάρνηθα

Ας αναρωτηθούμε: τι είναι η σοφία;
Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στη μέση του κύκλου των ικανοτήτων τους – πράγμα που απαιτεί πολύ εξειδικευμένες γνώσεις- δεν είναι αναγκαστικά σοφοί. Η σοφία δεν ταυτίζεται με τη συσσώρευση γνώσεων.
Η σοφία είναι μια πρακτική ικανότητα. Είναι ένα μέτρο της ικανότητας με την οποία πλοηγούμαστε στη ζωή. Μόλις καταλάβετε ότι είναι πιο εύκολο να αποφύγετε σχεδόν όλες τις δυσκολίες παρά να τις αντιμετωπίσετε, έρχεται στο φως αυτός ο απλός ορισμός: «Σοφία είναι η πρόληψη».
*Ο Rolf Dobelli που γεννήθηκε στη Λουκέρνη της Ελβετίας, είναι Ελβετός συγγραφέας και επιχειρηματίας. Ο Ντόμπελι είναι ο συγγραφέας του The Art of Thinking Clearly. Η Dobelli είναι μέλος της Edge Foundation, Inc., της PEN International και της Royal Society of Arts. Είναι ο ιδρυτής του ιδρύματος World Minds.
Μ. Κριεζή
Χλόης 5, Ψυχικό
Αθήνα
Ελλάς.
20 Ιανουαρίου 1961.
Αγαπητέ μου κε Σεφέρη,
Σας στέλνω το πρώτο μου μικρό βιβλίο με σχήματα και ρυθμούς από τη ζωή μου, σαν πρόφαση να σας μιλήσω όχι για θαυμασμό, μα για ευγνωμοσύνη. Έμαθα την ποίηση από επιγραμματικές σας ή συνεχόμενες εξωτερικεύσεις, από εξωτερικεύσεις που μου δόθηκαν με τόσην απαλότητα, με τόση εμπιστοσύνη _ πήρα για πρώτη μου φορά στα χέρια την ποίηση που καταργεί και την παραμικρότερη τεχνική και γίνεται σφυγμός ψυχής. Και το τέλεια αληθινό δεν σηκώνει κριτική, δεν σηκώνει κατάφαση, μόνο πολλή αγάπη. Τι παράξενο, να στέκεται ένας άνθρωπος γυμνός πάνω σε μια πέτρα· θα πρέπει ν’ αγαπάτε πολύ τους ανθρώπους, να μη σας έχουν απογοητεύσει ποτέ. Η αληθινή ομορφιά είναι η απίστευτα κι’ ανεύρετα ειλικρινής προσφορά – και δεν έχω να σας πω παρά ένα το ίδιο ειλικρινές «Ευχαριστώ».
Όμως, είναι κρίμα να μένετε στο Λονδίνο. Ο μπαμπάς, όποτε πηγαίνει για τις δουλειές του γυρίζει με θλιμμένο ύφος και λίγο εξαϋλωμένος. Κάνει κι’ αδεξιότητες είναι αλήθεια – ας πούμε, πάει στο Κινέζικο εστιατόριο και τρώει λουλούδια. Μα … ο καιρός … θα σας λείπει τόσο το κλίμα μας, το χρώμα, ο χαρακτήρας, ο ουρανός μας – προπαντός αυτός! Όταν γυρίσετε για λίγες ημέρες, πρέπει να πάτε στην Ύδρα. Θα γεμίση η ομπρέλλα σας Ελλάδα για πολύν καιρό. Είναι πατρίδα μου η Ύδρα. Έχουμε ένα μεγάλο σπίτι εκεί με στέρνα και χελιδονοφωλιές, που βλέπει στη θάλασσα.
Είμαι δεκατεσσάρων χρονών τώρα. Έχω τους γονείς μου, ένα χρυσόψαρο τον Εδουάρδο, ένα ποδήλατο και καλά βιβλία. Το γατάκι μου πέθανε. Σε μερικές μέρες έχω και διαγωνισμούς. Πάω στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων Ελληνικού όπου συννεφιάζω απ’ τ’ αγγλικά και το θόρυβο των αεροπλάνων. Ξέρω αρκετά γαλλικά και ζωγραφίζω πού και πού, αγαπώ το θέατρο, τα γλυκά και το Μόζαρτ, μα στα μαθήματα δεν είμαι σπουδαία.
Όνειρό μου είναι ν’ αποχτήσω ένα ποίημά σας σε χειρόγραφό σας, να το κρεμάσω απέναντι στο κρεββάτι μου και να το βλέπω κάθε πρωί. Θάναι μια από τις μεγάλες χαρές της ζωής μου.
Με την αγάπη μου
Μαριανίνα
Η Μαριανίνα Κριεζή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947 με καταγωγή από την Ύδρα. Μεγάλωσε στο Ψυχικό. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο, και Διακοσμητική – Σκηνογραφία στα εργαστήρια της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, όπου ολοκλήρωσε τις εκεί διετείς σπουδές της.
Το 1969 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει σχέδιο υφάσματος, επέστρεψε στην Ελλάδα, εργάστηκε ως γραφίστρια και την άνοιξη του 1977 άρχισε να συνεργάζεται με το Τρίτο Πρόγραμμα όταν διευθυντής ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.
Εκεί έγραψε τους στίχους όλων των τραγουδιών της ραδιοφωνικής εκπομπής «Εδώ Λιλιπούπολη» ενώ συμμετείχε και στα κείμενα, ιδίως ως συγγραφικό δίδυμο με την ηθοποιό Άννα Παναγιωτοπούλου. Συνέπραξε επίσης, ως κειμενογράφος, σε επιθεωρήσεις της «Ελεύθερης Σκηνής».
Στη γενιά μου, ακούγαμε σχεδόν καθημερινά τη Λιλιπούπολη από το Τρίτο Πρόγραμμα -ήμουν φοιτητής τότε, πρωτοετής. Την άκουγαν και τα παιδιά μου, από τον δίσκο, που υπάρχει ολόκληρος στο γιουτούμπ:

Απόσπασμα από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου .
Πηγή: Sarantakos.Wordpress.com

Αποφράδα ημέρα για τον Ολυμπιακό και το ελληνικό ποδόσφαιρο η 8η Φεβρουαρίου, καθώς το 1981 συνέβη η τραγωδία της Θύρας7
Η τραγωδία εκτυλίσσεται ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο απόγευμα στο παλαιό Στάδιο Καραϊσκάκη. Ο Ολυμπιακός των Σαργκάνη, Γαλάκου, Αναστόπουλου και Νικολούδη, αντιμετωπίζει την ΑΕΚ των Αρδίζογλου, Μπάγεβιτς και Μαύρου στο ντέρμπι της 20ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος της Α’ Εθνικής. Οι ερυθρόλευκοι είναι καταιγιστικοί… Συντρίβουν 6-0 τους μεγάλους αντιπάλους τους με 3 γκολ του Γαλάκου και από ένα των Κουσουλάκη, Ορφανού και Βαμβακούλα.
Η χαρά των 35.450 οπαδών του Θρύλου φθάνει στα ουράνια. Το πιο ζωντανό τμήμα της ολυμπιακής οικογένειας, τα παιδιά της Θύρας 7, βιάζονται να «καταπιούν» τα σκαλιά και να βρεθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται στη Θύρα 1 για να αποθεώσουν τα ινδάλματά τους. Και τότε συμβαίνει το μοιραίο. Κάποιος γλιστράει σ’ ένα μαξιλαράκι και κυλάει από τα σκαλιά ως την πόρτα, που για κάποιους ήταν κλειστή και για άλλους μισάνοιχτη. Η αποσυμφόρηση του χώρου είναι αδύνατη, με αποτέλεσμα αυτοί που ακολουθούν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο.
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του 18χρονου τότε Ηλία Λύτρα που έπεσε από τους πρώτους στα σκαλοπάτια της Θύρας 7 και τραυματίστηκε. «Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Όταν έφτασα όμως στα τελευταία σκαλοπάτια, γλίστρησα και έπεσα. Πριν καταλάβω καλά-καλά τι έγινε άρχισαν να πέφτουν πάνω μας ένας, δύο, τρεις, δέκα, εκατό..»
Το ρολόι δείχνει 5 παρά 2 και η χαρά μετατρέπεται σε θρήνο. Κάποιοι αστυφύλακες καταφέρνουν να “ξεριζώσουν” ένα από τα τουρνικέ και να απεγκλωβίσουν έτσι αρκετό κόσμο. Νεκροί και τραυματίες μεταφέρονται στο Τζάννειο. Οι συγγενείς αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους, εκατοντάδες φίλαθλοι ψάχνουν τους φίλους τους. Οι πρώτοι νεκροί αναγνωρίζονται. Θα ακολουθήσουν και άλλοι. Ο αριθμός τους θα φθάσει τους 21. Το προσωπικό του νοσοκομείου δεν επαρκεί για την περίθαλψη των τραυματιών και γίνονται εκκλήσεις για ιατρικές ενισχύσεις και αίμα.
Στο Τζάνειο καταφθάνουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, που ενημερώνουν διαρκώς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η τηλεόραση διακόπτει την κανονική ροή του προγράμματός της και μεταδίδει σοβαρή μουσική.
Όλη η Ελλάδα, φίλαθλη και μη, πενθεί. Οι οπαδικές προτιμήσεις υποχωρούν μπροστά στη μεγαλύτερη τραγωδία του ελληνικού αθλητισμού. Το πιο εξοργιστικό γεγονός της όλης ιστορίας είναι ότι μέχρι σήμερα κανείς από τους υπευθύνους δεν έχει λογοδοτήσει για την απίστευτη αυτή τραγωδία. Οι 5 φύλακες της Θύρας 7, που πρωτόδικα είχαν καταδικασθεί σε φυλάκιση 10 ετών, αθωώθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Πειραιά στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986.
Η μνήμη των 21 αδικοχαμένων φιλάθλων τιμάται κάθε χρόνο από τους παράγοντες, τους παίκτες, την τεχνική ηγεσία και τους φίλους του Ολυμπιακού.
«Ένας ήρωας γεννιέται ανάμεσα σε 100, ένας σοφός βρίσκεται ανάμεσα σε 1.000, αλλά ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να μην βρεθεί ούτε ανάμεσα σε 100.000»
Πλάτων







ΘΕΡΜΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ (διήγημα)
Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος γεννήθηκε το 1930 στον Πύργο της Ηλείας. Σπούδασε στρατιωτικός γιατρός. Στα γράμματα εμφανίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Πέρυσι, επανεκδόθηκαν από τις εκδόσεις Κίχλη δύο παλιότερες συλλογές διηγημάτων του, και μάλλον υπάρχει σχέδιο να επανεκδοθούν σταδιακά και άλλα έργα του.

Από τη συλλογή «Θερμά θαλάσσια λουτρά», ένα κομψό τομίδιο με ωραία σχέδια της Εύης Τσακνιά, διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα το ομότιτλο διήγημα, με τη νοσταλγία για την παιδική ηλικία.
Μονοτονίζω, αλλά κατά τα άλλα διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου -μόνο που σε δυο σημεία το χέρι μου διόρθωσε το κτήριο και το κυττάζω
ΘΕΡΜΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ
Στο χτήμα μας, όταν οι ζέστες έπιαναν για τα καλά, άρχιζαν οι προετοιμασίες για τη θάλασσα. Πρώτη η θεια μου που, αφ’ οτου χήρεψε, υπέφερε ολόκληρο τον χειμώνα από ρευματισμούς, κατέβαζε από την αποθήκη ένα μεγάλο στρογγυλό κουτί, από όπου έβγαζε το μαύρο καλοκαιρινό της καπέλο, αγορασμένο πριν χρόνια και χρόνια από τον μακαρίτη, σε ένα του ταξίδι αστραπή στην Τεργέστη. Το ταξίδι εκείνο, που αναφερόταν σπάνια, πάντοτε δε με κάποιο δέος, φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες που χαρακτηρίστηκαν ως έκτακτες, αν μη και μυστηριώδεις. Η θεια μου βούρτσιζε προσεχτικά το καπέλο και ύστερα το καθάριζε με ένα εκχύλισμα φύλλων κισσού. Με το ίδιο υγρό, βρασμένο ελαφρά, σχεδόν αφέψημα, καθάριζε και τη μαύρη της μαντήλα, την εσάρπα της, καθώς και ένα ψάθινο καλαθάκι με καπάκι, που προοριζόταν για τα τρόφιμα του ταξιδιού. Η πιο μεγάλη φασαρία ήταν ώσπου να συμφωνήσει με τον έναν από τους δυο ταξιτζήδες της πόλης (τους σωφέρ, καθώς τους έλεγαν) τις μέρες και τις ώρες που θα μας παραλάμβανε με το φορτάκι του από τον σταθμό. Το τραίνο αναχωρούσε κάθε πρωί στις δέκα και δέκα.
Ο σταθμός βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης, σε ένα πέτρινο διώροφο σπίτι, με ωραία μπαλκόνια, πολλές πόρτες, γκισέδες και κιγκλιδώματα. Διέθετε τρεις αίθουσες αναμονής, ανάλογες με τη θέση που ταξίδευε ο κάθε επιβάτης.
Η θεια μου έβγαζε ένα εισιτήριο διαρκείας, πρώτης θέσεως, με την πρόσθετη ένδειξη «θερμά θαλάσσια λουτρά», γραμμένη με καφέ λοξά γράμματα. Ένα ειδικό βαγόνι, με την ίδια ένδειξη στους υαλοπίνακες, εξυπηρετούσε αποκλειστικά αυτή την κατηγορία των λουομένων. Ήταν ένα αληθινό άδυτο, όπου κανείς τρίτος δεν διενοείτο ούτε να διέλθει καν, όχι να καθίσει, ή να τολμήσει να ανοίξει το παράθυρο.
Δεν μπορώ να φαντασθώ πιο τρυφερή αναχώρηση τραίνου. Στις δέκα παρά τέταρτο χτυπούσε το πρώτο καμπανάκι, του σταθμού, με έναν γλυκύ, μαλακό, άλλα και αρκετά ισχυρό ήχο. Οι πιο ηλικιωμένοι έσπευδαν ήδη στο βαγόνι τους. Στις δέκα παρά πέντε χτυπούσε το δεύτερο, οπότε η κίνηση, τα τρεχάματα και ο αναβρασμός επιτείνονταν, και στις δέκα και δέκα ακριβώς χτυπούσε το τρίτο καμπανάκι, με το οποίο ολοι πιά καταλάμβαναν, μέσα σε μια πραγματική αναταραχή, τις θέσεις τους. Τότε εμφανιζόταν ο Θύμιος. Φορούσε μια πολύ σκούρα μπλε στολή και πηλήκιο με πολλά χρυσά σειρήτια, ενώ από τον αριστερό του ώμο κρεμόταν μια καφέ δερμάτινη τσάντα, με τα εισιτήρια και όλα τα απαραίτητα όργανα του ελέγχου. Από τη ζώνη του πανταλονιού του, με μια χοντρή αλυσίδα, είχε αναρτήσει μια μικρή σάλπιγγα, άψογα γυαλισμένη και ιδιαίτερα κυρτή, σαν κέρας. Ο Θύμιος έριχνε μια βλοσυρή ματιά κατά μήκος του συρμού, και επέπληττε όσους κωλυσιεργούσαν να ανέβουν. Στυλωμένος περί το μέσον του τραίνου, ανέκραζε στεντορεία τη φωνή: Ες, κύριοι! Κανείς δεν έμαθε ποτέ το ακριβές νόημα της
φράσης, αλλά αμέσως, πατείς με πατώ σε οι βραδυπορούντες, σκαρφάλωναν στα βαγόνια. Οι επιβάτες της πρώτης θέσεως, καθισμένοι σε περίτεχνα καθίσματα από ψάθα προελεύσεως εξωτερικού, δυσφορούσαν. Όλα την τελευταία στιγμή, έλεγαν.
Ό Θύμιος στρεφόταν ακολούθως στον μηχανοδηγό. Εκείνος τον προσέβλεπε πειθήνια στα μάτια, ενώ με το δεξί του χέρι έψαυε τη σειρήνα του τραίνου. Έτοιμος; του φώναζε. Ο μηχανοδηγός έγνεφε καταφατικά, χωρίς να αποσύρει το παράπαν το βλέμμα του. Τότε ο Θύμιος ανασπούσε τη σάλπιγγα και σάλπιζε έναν οξύ, μακρότατον και, μπορώ να πω, μουσικόν ήχο, που έσβηνε σιγά σιγά, σαν σιωπητήριο. Ένα ευχάριστο ρίγος διέτρεχε τούς επιβάτες. Όλα έτοιμα πλέον, προς αναχώρησιν. Το τραίνο σφύριζε και ξεκινούσε αργά αργά, μέσα σε θορύβους και γδούπους. Ο Θύμιος πλησίαζε και αυτός και σαλτάριζε στο τελευταίο βαγόνι. Το ταξίδι άρχιζε.
Η θάλασσα απείχε περί τα δεκατρία χιλιόμετρα και μέχρι την Αλκυώνα, οπού κατέβαιναν οι κανονικοί λουόμενοι, μεσολαβούσαν τρεις σταθμοί και μια προαιρετική στάση. Σε κάθε αναχώρηση από τους ενδιάμεσους σταθμούς, η διαδικασία με τον Θύμιο επαναλαμβανόταν με την ίδια ακρίβεια – μόνο στην προαιρετική στάση παρέλειπε τις εκφωνήσεις. Το τραίνο περνούσε μέσα από σταφιδαμπέλους, αγρεπαύλεις, μετόχια μοναστηριών και αμμόλοφους. Στους σταθμούς οι νέοι κατέβαιναν και άρπαζαν από τα παρακείμενα κλήματα τσαμπιά μαύρης σταφίδας, ή και χούφτες ολόκληρες από τα αλώνια, οπού άπλωναν τον καρπό για να ξεραθεί.
Ο μεγάλος όμως σαματάς γινόταν στην Αλκυώνα. Πριν ακόμη σταματήσει το τραίνο, πηδούσαν αρκετοί από τα βαγόνια και άρχιζαν να τρέχουν δαιμονιωδώς προς τη θάλασσα. Είχαν να διανύσουν περίπου δύο χιλιόμετρα, ώσπου να φθάσουν στην αμμουδιά με τις μπανιέρες. Πολλοί προτιμούσαν να κατέβουν στην επόμενη στάση, μπροστά στα θερμά λουτρά, από οπού η απόσταση ως τις μπανιέρες ήταν πολύ μικρότερη, σχεδόν μηδαμινή. Τις έβρισκαν όμως κατειλημμένες από τούς πρώτους, που είχαν σαλτάρει από το τραίνο και διατρέξει τη διαδρομή με τα πόδια.
Το κτίριο των θερμών λουτρών, βαμμένο κίτρινο, περιβαλλόταν από ένα άλσος με ευκάλυπτους. Η θεια μου δεν με άφηνε να μπω μέσα στους λουτήρες. Άνοιγε το καλαθάκι, μου έδινε ψωμί, τυρί, ένα αυγό βραστό και σταφύλια, και με παρότρυνε να περπατήσω στην αμμουδιά, αφού φορούσα προηγουμένως μια κατάλληλη κάσκα για τον ήλιο.
Πήγαινα στην αμμουδιά και χάζευα. Μάζευα κοχύλια, αστερίες, ζωντανές άσπρες αχηβάδες. Ανέβαινα ύστερα στις μπανιέρες. Ήταν ξύλινες, κατασκευασμένες από χοντρούς σιδερένιους πασσάλους, που τους είχαν μπήξει μέσα στη θάλασσα, χωριστά μια σειρά μπανιέρες για τους άντρες, χωριστά για τις γυναίκες. Μια γέφυρα, επίσης ξύλινη, ένωνε το κάθε συγκρότημα με την ξηρά.
Οι καμπίνες ήταν στενές, υγρές και μύριζαν μούχλα και κάτουρο. Ηη εταιρεία του τραίνου τις είχε χτίσει πριν χρόνια, αλλά σιγά σιγά τις εγκατέλειψε και ρήμαζαν. Έλειπαν αρκετά σανίδια και έτσι φαινόταν ο αμμουδερός πυθμένας της θάλασσας, καθώς και οι σπασμένοι πάσσαλοι, γεμάτοι φύκια και όστρακα. Μια σκαλίτσα από το άλλο μέρος της κάθε καμπίνας κατέβαζε στα βαθιά, όπου το βάθος του νερού ξεπερνούσε το μέτρο. Παιδιά δεν άφηναν να κολυμπήσουν εκεί. Οι άντρες φορούσαν μακριά μπανιερά, αν και μερικοί νοικοκυραίοι κατέβαιναν τη σκαλίτσα τελείως γυμνοί. Με πολλή σοβαρότητα τοποθετούσαν το αριστερό τους χέρι ανοιχτό, μπροστά από τα απόκρυφα μέλη τους, ενώ με το δεξί, μόλις το πόδι τους άγγιζε το νερό, έκαναν αργά αργά τον σταυρό τους. Κατόπιν βουτούσαν.
Λίγο πριν από τον πόλεμο, οι μπανιέρες είχαν αρχίσει να ξεχαρβαλώνονται τελείως. Τότε ήταν που έφθασαν στον τόπο μας μερικοί πρόσφυγες από την Ρωσία, δικοί μας, ή και Λευκορώσοι. Θυμάμαι ένα ξανθό παλληκαράκι ψηλό, με γαλανά μάτια. Κολυμπούσε περίφημα. Έφερνε γύρα όλη την ακτή. Με ωραίες απλωτές πήγαινε στα βαθιά, παρέκαμπτε το ειδικό σύρμα που χώριζε τα χωρικά ύδατα των γυναικών και κολυμπούσε στα νερά τους. Τσιρίδες και φωνές, εκείνες. Οι δικοί μας τον κοίταζαν ζηλόφθονα, διαμαρτύρονταν, αλλά πού να τολμήσουν να τον ακολουθήσουν, σε κείνες τις ακτές με τα ρηχά νερά, κανείς δεν κατάφερνε να μάθει κολύμπι της προκοπής.
Μια Κυριακή ο νεαρός Ρώσος, αφού έκανε κάμποσους γύρους, επέστρεψε κολυμπώντας προς τις ανδρικές μπανιέρες. Ανέβηκε τη σκαλίτσα και σκαρφάλωσε επάνω στη στέγη, από όπου μπορούσε να γίνει ορατός από την πλευρά των γυναικών. Ο καιρός είχε λίγο ψυχράνει, η θάλασσα ήταν αρκετά φουρτουνιασμένη και είχε αρχίσει να ερημώνει κάπως. Πάνω στη στέγη ο Ρώσος έμεινε αρκετή ώρα, κοιτάζοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά του. Ύστερα ζυγίστηκε αργά, άνοιξε τα χέρια και, πηδώντας με φόρα στη θάλασσα, έκανε μια θεαματική βουτιά. Έμεινε εκεί, καρφωμένος σε κάποιον σπασμένο πάσσαλο. Έτρεξε κόσμος και κοσμάκης, αλαλάζοντας. Τελικά ήρθαν δυο ψαράδες και τον τράβηξαν.
Πέθανε μόλις τον ακούμπησαν στην αμμουδιά. Θυμάμαι ακόμη το πρόσωπό του, καθώς και τα γαλανά του μάτια, που μας κοίταζαν ορθάνοιχτα. Έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα απολύτως.
Πηγή: Sarantakos,Wordpress.com