ΘΕΡΜΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ

ΘΕΡΜΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ (διήγημα)

Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος γεννήθηκε το 1930 στον Πύργο της Ηλείας. Σπούδασε στρατιωτικός γιατρός. Στα γράμματα εμφανίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Πέρυσι, επανεκδόθηκαν από τις εκδόσεις Κίχλη δύο παλιότερες συλλογές διηγημάτων του, και μάλλον υπάρχει σχέδιο να επανεκδοθούν σταδιακά και άλλα έργα του. 

Από τη συλλογή «Θερμά θαλάσσια λουτρά», ένα κομψό τομίδιο με ωραία σχέδια της Εύης Τσακνιά, διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα το ομότιτλο διήγημα, με τη νοσταλγία για την παιδική ηλικία.

Μονοτονίζω, αλλά κατά τα άλλα διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου -μόνο που σε δυο σημεία το χέρι μου διόρθωσε το κτήριο και το κυττάζω

ΘΕΡΜΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΛΟΥΤΡΑ

Στο χτήμα μας, όταν οι ζέστες έπιαναν για τα καλά, άρχιζαν οι προετοιμασίες για τη θάλασσα. Πρώτη η θεια μου που, αφ’ οτου χήρεψε, υπέφερε ολόκληρο τον χειμώνα από ρευματισμούς, κατέβαζε από την αποθήκη ένα μεγάλο στρογγυλό κουτί, από όπου έβγαζε το μαύρο καλοκαιρινό της καπέλο, αγορασμένο πριν χρόνια και χρόνια από τον μακαρί­τη, σε ένα του ταξίδι αστραπή στην Τεργέ­στη. Το ταξίδι εκείνο, που αναφερόταν σπά­νια, πάντοτε δε με κάποιο δέος, φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες που χαρα­κτηρίστηκαν ως έκτακτες, αν μη και μυστη­ριώδεις. Η θεια μου βούρτσιζε προσεχτικά το καπέλο και ύστερα το καθάριζε με ένα εκχύλισμα φύλλων κισσού. Με το ίδιο υγρό, βρα­σμένο ελαφρά, σχεδόν αφέψημα, καθάριζε και τη μαύρη της μαντήλα, την εσάρπα της, κα­θώς και ένα ψάθινο καλαθάκι με καπάκι, που προοριζόταν για τα τρόφιμα του ταξιδιού. Η πιο μεγάλη φασαρία ήταν ώσπου να συμφω­νήσει με τον έναν από τους δυο ταξιτζήδες της πόλης (τους σωφέρ, καθώς τους έλεγαν) τις μέ­ρες και τις ώρες που θα μας παραλάμβανε με το φορτάκι του από τον σταθμό. Το τραίνο αναχωρούσε κάθε πρωί στις δέκα και δέκα.

Ο σταθμός βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης, σε ένα πέτρινο διώροφο σπίτι, με ωραία μπαλκόνια, πολλές πόρτες, γκισέδες και κιγκλι­δώματα. Διέθετε τρεις αίθουσες αναμονής, ανάλογες με τη θέση που ταξίδευε ο κάθε επιβάτης.

Η θεια μου έβγαζε ένα εισιτήριο διαρκείας, πρώτης θέσεως, με την πρόσθετη ένδειξη «θερ­μά θαλάσσια λουτρά», γραμμένη με καφέ λο­ξά γράμματα. Ένα ειδικό βαγόνι, με την ίδια ένδειξη στους υαλοπίνακες, εξυπηρετούσε αποκλειστικά αυτή την κατηγορία των λουομένων. Ήταν ένα αληθινό άδυτο, όπου κανείς τρίτος δεν διενοείτο ούτε να διέλθει καν, όχι να καθί­σει, ή να τολμήσει να ανοίξει το παράθυρο.

Δεν μπορώ να φαντασθώ πιο τρυφερή αναχώρηση τραίνου. Στις δέκα παρά τέταρτο χτυ­πούσε το πρώτο καμπανάκι, του σταθμού, με έναν γλυκύ, μαλακό, άλλα και αρκετά ισχυρό ήχο. Οι πιο ηλικιωμένοι έσπευδαν ήδη στο βα­γόνι τους. Στις δέκα παρά πέντε χτυπούσε το δεύτερο, οπότε η κίνηση, τα τρεχάματα και ο αναβρασμός επιτείνονταν, και στις δέκα και δέκα ακριβώς χτυπούσε το τρίτο καμπανάκι, με το οποίο ολοι πιά καταλάμβαναν, μέσα σε μια πραγματική αναταραχή, τις θέσεις τους. Τότε εμφανιζόταν ο Θύμιος. Φορούσε μια πο­λύ σκούρα μπλε στολή και πηλήκιο με πολλά χρυσά σειρήτια, ενώ από τον αριστερό του ώμο κρεμόταν μια καφέ δερμάτινη τσάντα, με τα εισιτήρια και όλα τα απαραίτητα όργανα του ελέγχου. Από τη ζώνη του πανταλονιού του, με μια χοντρή αλυσίδα, είχε αναρτήσει μια μικρή σάλπιγγα, άψογα γυαλισμένη και ιδιαίτερα κυρτή, σαν κέρας. Ο Θύμιος έριχνε μια βλοσυρή ματιά κατά μήκος του συρμού, και επέπληττε όσους κωλυσιεργούσαν να ανέβουν. Στυλωμένος περί το μέσον του τραίνου, ανέκραζε στεντορεία τη φωνή: Ες, κύριοι! Κανείς δεν έμαθε ποτέ το ακριβές νόημα της

φράσης, αλλά αμέσως, πατείς με πατώ σε οι βραδυπορούντες, σκαρφάλωναν στα βαγόνια. Οι επιβάτες της πρώτης θέσεως, καθισμένοι σε περίτεχνα καθίσματα από ψάθα προελεύσεως εξωτερικού, δυσφορούσαν. Όλα την τε­λευταία στιγμή, έλεγαν.

Ό Θύμιος στρεφόταν ακολούθως στον μη­χανοδηγό. Εκείνος τον προσέβλεπε πειθήνια στα μάτια, ενώ με το δεξί του χέρι έψαυε τη σειρήνα του τραίνου. Έτοιμος; του φώναζε. Ο μηχανοδηγός έγνεφε καταφατικά, χωρίς να αποσύρει το παράπαν το βλέμμα του. Τότε ο Θύμιος ανασπούσε τη σάλπιγγα και σάλπιζε έναν οξύ, μακρότατον και, μπορώ να πω, μουσικόν ήχο, που έσβηνε σιγά σιγά, σαν σιωπη­τήριο. Ένα ευχάριστο ρίγος διέτρεχε τούς επιβάτες. Όλα έτοιμα πλέον, προς αναχώρησιν. Το τραίνο σφύριζε και ξεκινούσε αργά αργά, μέσα σε θορύβους και γδούπους. Ο Θύμιος πλησίαζε και αυτός και σαλτάριζε στο τελευ­ταίο βαγόνι. Το ταξίδι άρχιζε.

Η θάλασσα απείχε περί τα δεκατρία χιλιό­μετρα και μέχρι την Αλκυώνα, οπού κατέβαιναν οι κανονικοί λουόμενοι, μεσολαβούσαν τρεις σταθμοί και μια προαιρετική στάση. Σε κάθε αναχώρηση από τους ενδιάμεσους σταθμούς, η διαδικασία με τον Θύμιο επαναλαμβανόταν με την ίδια ακρίβεια – μόνο στην προαιρετική στά­ση παρέλειπε τις εκφωνήσεις. Το τραίνο περνού­σε μέσα από σταφιδαμπέλους, αγρεπαύλεις, μετόχια μοναστηριών και αμμόλοφους. Στους σταθμούς οι νέοι κατέβαιναν και άρπαζαν από τα παρακείμενα κλήματα τσαμπιά μαύρης στα­φίδας, ή και χούφτες ολόκληρες από τα αλώνια, οπού άπλωναν τον καρπό για να ξεραθεί.

Ο μεγάλος όμως σαματάς γινόταν στην Αλκυώνα. Πριν ακόμη σταματήσει το τραίνο, πη­δούσαν αρκετοί από τα βαγόνια και άρχιζαν να τρέχουν δαιμονιωδώς προς τη θάλασσα. Εί­χαν να διανύσουν περίπου δύο χιλιόμετρα, ώσπου να φθάσουν στην αμμουδιά με τις μπα­νιέρες. Πολλοί προτιμούσαν να κατέβουν στην επόμενη στάση, μπροστά στα θερμά λουτρά, από οπού η απόσταση ως τις μπανιέρες ήταν πολύ μικρότερη, σχεδόν μηδαμινή. Τις έβρι­σκαν όμως κατειλημμένες από τούς πρώτους, που είχαν σαλτάρει από το τραίνο και διατρέξει τη διαδρομή με τα πόδια.

Το κτίριο των θερμών λουτρών, βαμμένο κίτρινο, περιβαλλόταν από ένα άλσος με ευκάλυπτους. Η θεια μου δεν με άφηνε να μπω μέ­σα στους λουτήρες. Άνοιγε το καλαθάκι, μου έδινε ψωμί, τυρί, ένα αυγό βραστό και σταφύ­λια, και με παρότρυνε να περπατήσω στην αμμουδιά, αφού φορούσα προηγουμένως μια κα­τάλληλη κάσκα για τον ήλιο.

Πήγαινα στην αμμουδιά και χάζευα. Μά­ζευα κοχύλια, αστερίες, ζωντανές άσπρες αχηβάδες. Ανέβαινα ύστερα στις μπανιέρες. Ήταν ξύλινες, κατασκευασμένες από χοντρούς σιδε­ρένιους πασσάλους, που τους είχαν μπήξει μέ­σα στη θάλασσα, χωριστά μια σειρά μπανιέ­ρες για τους άντρες, χωριστά για τις γυναίκες. Μια γέφυρα, επίσης ξύλινη, ένωνε το κάθε συγ­κρότημα με την ξηρά.

Οι καμπίνες ήταν στενές, υγρές και μύρι­ζαν μούχλα και κάτουρο. Ηη εταιρεία του τραί­νου τις είχε χτίσει πριν χρόνια, αλλά σιγά σι­γά τις εγκατέλειψε και ρήμαζαν. Έλειπαν αρκετά σανίδια και έτσι φαινόταν ο αμμουδερός πυθμένας της θάλασσας, καθώς και οι σπα­σμένοι πάσσαλοι, γεμάτοι φύκια και όστρακα. Μια σκαλίτσα από το άλλο μέρος της κά­θε καμπίνας κατέβαζε στα βαθιά, όπου το βά­θος του νερού ξεπερνούσε το μέτρο. Παιδιά δεν άφηναν να κολυμπήσουν εκεί. Οι άντρες φορούσαν μακριά μπανιερά, αν και μερικοί νοικοκυραίοι κατέβαιναν τη σκαλίτσα τελείως γυμνοί. Με πολλή σοβαρότητα τοποθετούσαν το αριστερό τους χέρι ανοιχτό, μπροστά από τα απόκρυφα μέλη τους, ενώ με το δεξί, μόλις το πόδι τους άγγιζε το νερό, έκαναν αργά αρ­γά τον σταυρό τους. Κατόπιν βουτούσαν.

Λίγο πριν από τον πόλεμο, οι μπανιέρες εί­χαν αρχίσει να ξεχαρβαλώνονται τελείως. Τό­τε ήταν που έφθασαν στον τόπο μας μερικοί πρόσφυγες από την Ρωσία, δικοί μας, ή και Λευκορώσοι. Θυμάμαι ένα ξανθό παλληκαράκι ψηλό, με γαλανά μάτια. Κολυμπούσε περί­φημα. Έφερνε γύρα όλη την ακτή. Με ωραίες απλωτές πήγαινε στα βαθιά, παρέκαμπτε το ειδικό σύρμα που χώριζε τα χωρικά ύδατα των γυναικών και κολυμπούσε στα νερά τους. Τσιρίδες και φωνές, εκείνες. Οι δικοί μας τον κοίταζαν ζηλόφθονα, διαμαρτύρονταν, αλλά πού να τολμήσουν να τον ακολουθήσουν, σε κείνες τις ακτές με τα ρηχά νερά, κανείς δεν κατάφερνε να μάθει κολύμπι της προκοπής.

Μια Κυριακή ο νεαρός Ρώσος, αφού έκανε κάμποσους γύρους, επέστρεψε κολυμπώντας προς τις ανδρικές μπανιέρες. Ανέβηκε τη σκα­λίτσα και σκαρφάλωσε επάνω στη στέγη, από όπου μπορούσε να γίνει ορατός από την πλευ­ρά των γυναικών. Ο καιρός είχε λίγο ψυχρά­νει, η θάλασσα ήταν αρκετά φουρτουνιασμένη και είχε αρχίσει να ερημώνει κάπως. Πάνω στη στέγη ο Ρώσος έμεινε αρκετή ώρα, κοιτάζοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά του. Ύστερα ζυγίστηκε αργά, άνοιξε τα χέρια και, πηδώντας με φόρα στη θάλασσα, έκανε μια θεαματική βουτιά. Έμεινε εκεί, καρφωμένος σε κάποιον σπασμένο πάσσαλο. Έτρεξε κό­σμος και κοσμάκης, αλαλάζοντας. Τελικά ήρ­θαν δυο ψαράδες και τον τράβηξαν.

Πέθανε μόλις τον ακούμπησαν στην αμμουδιά. Θυμάμαι ακόμη το πρόσωπό του, κα­θώς και τα γαλανά του μάτια, που μας κοίταζαν ορθάνοιχτα. Έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα απολύτως.

Πηγή: Sarantakos,Wordpress.com

Τα αρχαία δέντρα διαθέτουν «χρυσά γονίδια» και τα προσφέρουν στα νεότερα

By dasarxeio06/02/2022

Υπάρχουν δέντρα που είναι 10-20 φορές αρχαιότερα από τον μέσο όρο ηλικίας των δέντρων της Γης. Τα δέντρα αυτά αποτελούν ποσοστό μόλις 1% των δέντρων του πλανήτη αλλά όπως φαίνεται επηρεάζουν καθοριστικά την εξέλιξη τους. Με δημοσίευση τους στην επιθεώρηση «Nature Plants» ερευνητές του Κέντρου Επιστήμης Δέντρων στο Ιλινόις στις ΗΠΑ αναφέρουν ότι τα αρχαία δέντρα μεταφέρουν στα δέντρα που βρίσκονται κοντά τους πολύτιμες πληροφορίες για την επιβίωση τους.

Σύμφωνα με τους ερευνητές τα αρχαία δέντρα μεταφέρουν στα υπόλοιπα «χρυσά γονίδια» όπως τα χαρακτηρίζουν οι ερευνητές. Πρόκειται για γονίδια που στην ουσία μεταφέρουν στα νεότερα δέντρα την «εμπειρία» των αρχαίων και τα όσα πρέπει να κάνουν για να προσαρμόζονται σε κάθε είδους μεταβολές στο φυσικό περιβάλλον για να επιβιώνουν. Το αρχαιότερο δέντρο στον κόσμο που γνωρίζουμε είναι ένα είδος λεύκας (Populus tremuloides) που βρίσκεται στο Εθνικό Δάσος της Γιούτα στις ΗΠΑ και έχει ηλικία 80 χιλιάδων ετών. Η αρχαιότητα ενός δέντρου διαφέρει από είδος σε είδος.

Μια οξιά για να θεωρηθεί αρχαία πρέπει να περάσει τα 225 έτη, οι βελανιδιές τα 400 έτη και ο ίταμος τα 900 έτη. Οι ερευνητές αναφέρουν πώς όσο περισσότερο καταφέρνει να ζει ένα δέντρο τόσο περισσότερα χρυσά γονίδια μεταφέρει στις επόμενες γενιές δέντρων. Μάλιστα παρά την ηλικία τους οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα αρχαία δέντρα είναι πιο αποτελεσματικά στην απορρόφηση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα από τα νεότερα δέντρα. Όμως η κλιματική αλλαγή και φυσικά η εκτεταμένη αποψίλωση των δασών μειώνει τον ήδη μικρό πληθυσμό των αρχαίων δέντρων γεγονός που αν η νέα μελέτη είναι ορθή έχει πολύ αρνητικές συνέπειες για την βιοποικιλότητα αλλά και την υγεία των δέντρων του πλανήτη.

Πηγή: naftemporiki.gr

το ασκητήριο των Αγίων Θεοδώρων

Εντυπωσιακό είναι το ασκητήριο των Αγίων Θεοδώρων που βρίσκεται κοντά στην ακρόπολη της αρχαίας Βούλιδος, κτισμένο στην κορυφή ενός κατακόρυφου βράχου

Τα ευρήματα, κυρίως όστρακα και κεραμίδια, κατα την τελευταία ανασυγκρότηση του, μαρτυρούν οτι ο βράχος αυτός κατοικείται συνεχώς από τον 7ο αιώνα π.Χ. Χρησίμευε, στο πέρασμα των αιώνων, σαν παρατηρητήριο της κίνησης των πλοίων που έμπαιναν και έβγαιναν στον Κορινθιακό Κόλπο.

Η παρουσία στην περιοχή του Οσίου Λουκά έγινε αφορμή να εγκατασταθούν στις πλαγιές αυτές του Ελικώνα πολλοί ερημίτες και ασκητές κατα τους βυζαντινούς χρόνους. Έτσι και στο πλάτωμα του απότομου βράχου εγκαταστάθηκε μικρή αδελφότητα ασκητών, όπως μαρτυρούν το πελεκητό πηγάδι και τα υπολείμματα των κελιών με τις σκαμμένες καπνοδόχους στο βράχο. Οι ασκητές αυτοί επέβλεπαν και καλλιεργούσαν μαζί με άλλους μοναχούς της παρακείμενης Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, τους μεγάλους ελαιώνες, που περιήλθαν αργότερα στη Μονή του Οσίου Σεραφείμ. Οι μοναχοί έμειναν στο βράχο μέχρι τους χρόνους της Επαναστάσεως του 1821, οπότε και ακολούθησαν τους οπλαρχηγούς του αγώνα.

Μετα την απελευθέρωση και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους εγκαταλείπεται το ασκητήριο και σχεδόν καταστρέφεται. Το 1994 μια φιλότιμη προσπάθεια δίνει ζωή και πάλι στο χώρο, δημιουργώντας εκεί ένα κέντρο αρχαιολογικών, ιστορικών και θεολογικών μελετών. Λίγα όστρακα, πλάκες δαπέδου, βυζαντινά κεραμίδια φυλάσσονται με στοργή, ως μάρτυρες ανθρώπινης παρουσίας εικοσι επτά αιώνων.

(“Χριστιανική Βοιωτία”, τόμ. Α΄, σελ. 250)

Ιερά Μονή Μακαριωτίσσης (βοιωτία)

Η Ιερά Μονή Μακαριωτίσσης ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα. Σημαντικές ανακαινίσεις έγιναν τον 17ο αιώνα (1609) και τον 19ο αιώνα (1802). Εκτός από πνευματικό κέντρο έπαιξε και σπουδαίο εθνικό ρόλο. Κατά την Τουρκοκρατία έβρισκαν σ’ αυτήν καταφύγιο οι κλέφτες και οι αρματολοί που δρούσαν στην οροσειρά του Ελικώνα. Κατά την επανάσταση του 1821 ενίσχυσε τον Καραϊσκάκη στη μάχη της Δομβραίνας και για τούτο κάηκε από τους Τούρκους στις 4 Νοεμβρίου 1826.

Στον Μακεδονικό αγώνα πρόσφερε θυσία τον ιερομόναχό της π. Χρυσόστομο Καπετανόπουλο, ενώ γνώρισε και την θηριωδία των Ναζί στην Κατοχή, που κατέστρεψαν μεγάλο μέρος της Μονής φονεύοντας τον μοναχό της π. Αγαθάγγελο Αγγέλου.

Η Μονή επανδρώθηκε με νέα Αδελφότητα το 1992 και σήμερα λειτουργεί ως οργανωμένο Κοινόβιο με 20 μοναχούς περίπου.

Στο ιδανικό αυτό περιβάλλον οι Πατέρες της Μονής συνδύασαν τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής και την τεχνολογία για να παράξουν, με προσωπικό κόπο και φροντίδα, φρέσκα, αγνά προϊόντα στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της Μονής.

Όλα τα προϊόντα τους παράγονται από γάλα που προέρχεται από ζώα που σιτίζονται με αυστηρά ελεγχόμενες ζωοτροφές από τους ίδιους τους Πατέρες της Μονής στις σταυλικές τους εγκαταστάσεις. Στην ποιότητα των προϊόντων συμβάλλει το υψόμετρο της Μονής μαζί με το καθαρό περιβάλλον.

Μπορείτε να επιλέξετε ανάμεσα σε φρέσκο γάλα (ελαφρύ και πλήρες), σοκολατούχο γάλα, γιαούρτι αγελάδος αλλά και κρέμες και ρυζόγαλο

Ουασινγκτόνια, το άγνωστο ελληνικό χωριό και η ιστορία του Σάμιουελ Χάου

Γιώργος Μυλωνάς

Ουασινγκτόνια, το άγνωστο ελληνικό χωριό και η ιστορία του Σάμιουελ Χάου

Λίγοι γνωρίζουν ότι στους πρώτους επαναστατικούς χρόνους εκδίδονταν στο Μεσολόγγι περισσότερες εφημερίδες απ’ ότι σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία. Εξίσου απίστευτη μοιάζει η ιστορία του γιατρού Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου που ταξίδεψε από την Αμερική για να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων κι όταν τελείωσε ο Αγώνας, ίδρυσε στα Εξαμίλια της Κορίνθου, την Ουασιγκτόνια.

Μια πρότυπη κολεκτίβα, μοναδική στην εποχή της. Αυτές τις απίθανες ιστορίες φιλελληνισμού μοιράστηκε με το κοινό η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου στο Δημαρχιακό Μέγαρο όπου εγκαινιάστηκε η δράση Περπατώντας με τους Φιλέλληνες (2/2). Μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από τον προφορικό λόγο της καθηγήτριας (και τις επαναλήψεις) καθώς απηχεί, κατά το δυνατό, τον παλμό και το αίσθημα της αφήγησης.

… Οι Φιλέλληνες της Αγγλίας ήταν, κυρίως, οπαδοί ενός σύγχρονου πολιτικού φιλόσοφου, του Τζέρεμι Μπένθαμ. Αυτός ήταν ριζοσπάστης, όπως κι αρκετοί από τους οπαδούς του. Όταν, λοιπόν, ενεπλάκησαν με το ελληνικό ζήτημα, κάποιοι εξ αυτών θεώρησαν ότι ήρθε η ώρα να εφαρμοστούν πολύ προχωρημένα σχέδια για την κοινωνία. Εκτός από το να πιέζει την αγγλική κυβέρνηση για να βοηθηθούν οι ελληνικές προσπάθειες και να δοθούν δάνεια – όπως και εβρέθησαν τελικά στο Σίτι του Λονδίνου -, το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου έδωσε βάρος στην ελευθεροτυπία.

Οι οπαδοί του Τζέρεμι Μπένθαμ πίστευαν ότι πιο επαναστατικό πράγμα από την ελευθεροτυπία δεν υπάρχει. Αν είναι να γίνει κάτι πραγματικά επαναστατικό σε αυτόν τον τόπο, είναι να υπάρξει κίνηση εφημερίδων, όπου θα λειτουργεί ελεύθερα η κοινή γνώμη. Αφού λοιπόν πίστεψαν ότι πιο επαναστατική κι από τα όπλα είναι η ελευθεροτυπία, έδωσαν έμφαση στο να έρθουν στην Ελλάδα τυπογραφικές μονάδες.

Έτσι, χάρη στους φιλέλληνες της Αγγλίας, ταξίδεψαν στην Ελλάδα μηχανήματα, χαρτί κι ό,τι άλλο χρειαζόταν για τον σκοπό αυτό. Κατά κύριο λόγο τα μηχανήματα αυτά τοποθετήθηκαν στο Μεσολόγγι.

Κάνω μία παρένθεση: το 1823-24 στο Μεσολόγγι εκδίδονταν περισσότερες εφημερίδες απ’ ότι σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία. Εντυπωσιακό; Επίσης στην Ύδρα, διότι εκεί θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο η έδρα της Κυβέρνησης, ενώ εκδίδονταν κυβερνητικές εφημερίδες στο Ναύπλιο.

Εκτός αυτού, αρκετοί πίστευαν ότι μπορεί να επηρεάσουν πολιτικά τον ελληνικό αγώνα. Πρώτα πρώτα κάποιοι πίστευαν ότι οι Έλληνες πρέπει να οργανωθούν ομοσπονδιακά σε διάφορες κοινότητες και να λειτουργούν με δημοψηφίσματα, όπως λειτουργεί σήμερα η Ελβετία. Θεωρούσαν ότι θα ταίριαζε στην Ελλάδα ένα πρότυπο ομοσπονδιακό και είχαν αρχίσει να το φαντάζονται.

Σημειώστε ότι η Ελβετία δεν ήταν η χώρα που ξέρουμε, αλλά είχε μόλις μπει σε τέτοιες διαδικασίες. Το προσπαθούσαν λοιπόν να μη γίνει κεντρική κυβέρνηση, αλλά πολλαπλή. Δε συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά είχε ενδιαφέρον αυτή η κίνηση.

Το πιο συναρπαστικό εγχείρημα, όμως, οφείλεται σε έναν καταπληκτικό Αμερικανό, τον Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου. Ήταν γιατρός και πολεμιστής, ένας άνθρωπος ασύλληπτης εντιμότητας. Πολλοί φιλέλληνες υπήρξαν μοναδικές προσωπικότητες κι έγραψαν για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου έγραψε ένα κείμενο που αφορούσε την Επανάσταση. Και φυσικά, σπουδαίοι ήταν δύο Άγγλοι που πολέμησαν στον Ελληνικό αγώνα: ο Τόμας Γκόρντον, υψηλότατο στέλεχος της αγγλικής κοινωνίας που συνέγραψε, ίσως, την πληρέστερη και πιο ισορροπημένη ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης∙ ο άλλος ήταν ο Τζορτζ Φίνλεϊ, ο οποίος επίσης μετείχε στον Αγώνα.

Ο Σάμιουελ Χάου, τη δεύτερη φορά που ήρθε στην Ελλάδα, επί Καποδίστρια, βρήκε πλέον τη χώρα κυριολεκτικά κατεστραμμένη, καμένη από πάνω μέχρι κάτω. Χιλιάδες Ελλήνων πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και έπρεπε να αγοραστούν για να απελευθερωθούν, ενώ εδώ είχαμε μία κόλαση προβλημάτων.

Θεώρησε, λοιπόν, ότι μόνη λύση στην Ελλάδα – και σε αυτό ήταν στην κατεύθυνση του Καποδίστρια – είναι να στηθεί η γεωργική της οικονομία. Το πρώτο, για να υπάρχουν τροφές για τους ανθρώπους και το δεύτερο για να απασχοληθούν τα χιλιάδες άτομα που περιφέρονταν χωρίς εργασία. Σε αυτόν τον μικρό χώρο είχαν συρρεύσει χιλιάδες προσφύγων από τις σφαγές, άνθρωποι που δεν είχαν πού να κατοικήσουν, πού να κοιμηθούν το βράδυ, όχι απλώς να εργαστούν.

Ζήτησε, λοιπόν, από τον Καποδίστρια να του δοθεί η νομή, δηλαδή η χρήση – ιδιοκτησία ενός τεμαχίου, όχι μικρού, έξω από τα Εξαμίλια της Κορίνθου. Δημιούργησε καταλύματα για μερικές χιλιάδες ανθρώπων, τους εγκατέστησε εκεί και έστησε, κατά κάποιον τρόπο, μια κολεκτίβα. Όλοι μαζί δηλαδή καλλιεργούσαν αυτά τα εδάφη, μοιράζονταν εξίσου τις εργασίες και το όποιο όφελος. Μέσα σε δύο χρόνια η κολεκτίβα αυτή είχε θαυμάσια αποτελέσματα και ονομάστηκε Ουασιγκτόνια. Έξω από την Κόρινθο, στα Εξαμίλια, υπήρχε ένας χώρος που ονομαζόταν Ουασιγκτόνια… καταπληκτικά πράγματα;

Τι απέγινε; (ρώτησε το κοινό). Λειτούργησε δύο με τρία χρόνια και ο Σάμιουελ Χάου γύρισε πίσω στην Αμερική (με σκοπό να φέρει χρήματα για τη συνέχιση του Αγώνα). Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, όλο το οικοδόμημα κατέρρευσε. Όταν ξαναήρθε μετά από πολλά χρόνια, επισκέφτηκε τα Εξαμίλια και φυσικά δεν βρήκε τίποτα από αυτά που είχαν γίνει πριν δεκαετίες.

Ωστόσο, οι άνθρωποι τον τίμησαν. Έχουμε μία ενθύμηση: όταν γινόντουσαν σημαντικά γεγονότα, οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι έπρεπε κάπου να τα καταγράψουν (συνήθως αυτό γινόταν επάνω σε ένα ευαγγέλιο). Στο ευαγγέλιο λοιπόν της περιοχής υπάρχει η καταγραφή: «Ήρθε ο Χαούζης (δηλαδή ο Χάου) και σφάξαμε αρνιά» (που σημαίνει κάναμε γλέντια). Ο Χάου δεν βρήκε το κοινόβιο που είχε στήσει, αλλά βρήκε ανοιχτές καρδιές.

Καταλήγω ως εξής: πρόσφατα χρειάστηκε να πάω στην Κόρινθο και συζητούσα με έναν κύριο, όπου κατάλαβα ότι είναι από τα Εξαμίλια και τον ρωτώ:

– Τον Χάου τον θυμάστε καθόλου; Υπάρχει κάποια μνήμη από την Ουασιγκτόνια;

– Πώς; Και βέβαια τον θυμόμαστε. Υπάρχουν μάλιστα άτομα βαφτισμένα Ουάσιγκτον. Ο θείος μου είναι ένας από αυτούς.

Ο φιλελληνισμός είναι ακόμη εδώ, εξελίσσεται, μπλέκεται με χίλιες πλευρές. Χαιρετώ την Ουασιγκτόνια κι όλους αυτούς τους πρωτοπόρους ανθρώπους για τους οποίους σήμερα είμαστε ευγνώμονες.