
Δ Κοντομηνάς
Εξόδιος ακολουθία στην Υδρα
Θα σε θυμούνται για τους κανόνες που έσπασες!!

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Δ Κοντομηνάς
Εξόδιος ακολουθία στην Υδρα
Θα σε θυμούνται για τους κανόνες που έσπασες!!

«Οσα κλείνει η πόρτα σου», έλεγαν συχνά οι μεγαλύτεροι στους νέους, τις εποχές που η σοφία μεταλαμπαδευόταν από στόμα σε στόμα, από γιαγιά σε εγγονή, από πατέρα σε γιο. Και ως φράση ήταν ό,τι πιο πολύτιμο μπορούσε να συμβουλεύσει ένας έμπειρος στη ζωή άνθρωπος, συχνά ταλαιπωρημένος, ενίοτε αδικημένος και πάντα μα πάντα επαγρυπνών, διότι η Ιστορία στο συλλογικό ασυνείδητο επαναλαμβάνεται. Γιατί τι μπορεί να πάει στραβά εάν δημιουργήσεις την εσωτερική σου ασφάλεια, μεγαλώσεις με χρηστό τρόπο τα παιδιά σου, κοιτάζεις μόνο τη δουλειά σου; Για τα άλλα ας νοιαστούν άλλοι, ας κοιτάξει ο καθένας το κονάκι του.
Η ανάγκη σε μια μετεμφυλιακή Ελλάδα να μην ενοχλείς, να μη θίγεις κακώς κείμενα και κυρίως να μην ανακατεύεσαι, ακόμα και εάν βλέπεις ή ακούς κάτι που δεν σου ταιριάζει, ερχόταν απευθείας από την ανάγκη της επιβίωσης, από τον συνεχή κίνδυνο που υπήρχε ότι εάν ανακατεύεσαι θα στοχοποιηθείς. Αδικίες συνέβαιναν και θα συμβαίνουν, αλλά κανείς δεν άντεχε σε μια ταλανισμένη, φτωχή, ορφανή χώρα να σηκώσει στις πλάτες του το δίκαιο τούτου του κόσμου. Η φράση της μετεμφυλιακής Ελλάδας «όσα κλείνει η πόρτα σου» έδωσε σιγά σιγά τη θέση της στη φράση «δεν ξέρεις τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες». Αυτό πολλές φορές λειτουργούσε και καθαρτικά, τα όσα στραβά συνέβαιναν στη δική σου οικογένεια δεν θα συγκρίνονταν με τα άλλα, που ήταν πάντα περισσότερα, και ας μη φαίνονταν προς τα έξω. Και ήταν καθησυχαστικό. Σαν νανούρισμα. Ούτε να ψάξουμε τα εντός μας, ούτε λόγος φυσικά για να κοιτάξουμε τα εκτός μας. Ποιος λόγος θα μας έπεφτε; Η ζωή άλλωστε είναι τόσο μικρή και οι οδύνες συνέβαιναν μακριά από εμάς.

Από «πόρτα» σε «πόρτα» φαίνεται ότι σκάσαμε σε τοίχο. Η σημερινή κατάσταση μας φέρνει καθημερινά αντιμέτωπους και με τις δύο εκφράσεις. «Εγκλήματα τιμής», «εγκλήματα πάθους», γυναίκες που σκοτώνονται καθημερινά, παιδιά που τσιμεντώνονται από ακατάλληλες οικογένειες, παιδιά που βρίσκονται νεκρά υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πατεράδες που λυγίζουν από το βάρος μιας αποκάλυψης. Οι κοινωνίες της «τιμής» έχουν δώσει τη θέση τους στις κοινωνίες της «ντροπής». Γιατί αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια μάς θέτει όλους προ των ευθυνών μας. Πώς φτάσαμε μέχρις εδώ;
Μια γειτόνισσα ακούει στον κάτω όροφο ένα παιδί να κλαίει σπαρακτικά. Ο πατέρας το χτυπάει, δεν είναι η πρώτη φορά. Οταν το αναφέρει, της λένε να κοιτάει τη δουλειά της. Μια ψυχολόγος δέχεται καθημερινά στο ειδικό σχολείο που δουλεύει ένα παιδί με εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης. Το λέει στον πατέρα, που μάλλον είναι ο κακοποιητής, αυτός την εκφοβίζει. Παίρνει μια σύνταξη εκείνος εξαιτίας της αναπηρίας του παιδιού, δεν διανοείται να τη χάσει. Η ψυχολόγος θέλει να το προχωρήσει το θέμα, όλο όμως το σχολείο είναι εναντίον της. Θα τους εκθέσει, της λένε. Ενα μεγάλο σκάνδαλο ξεσπάει σε οικοτροφείο. Τι συμβαίνει με τους υπεύθυνους εκεί; Τι μοίρα έχουν τα παιδιά; Μια δασκάλα που έχει μαθητή ένα από αυτά τα παιδιά αγωνιά. Θέλει να μάθει πού είναι το παιδί, πώς να το βοηθήσει. Η διεύθυνση όμως του σχολείου δεν θέλει να θίξει το θέμα, να αγγίξουν ευαίσθητα θέματα που έχουν πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης.
Η πραγματικότητα μας γονατίζει, αλλά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θεριεύουμε. Εκεί οι άνθρωποι παίρνουμε φωτιά. Ο καθένας κάνει και μια καταγγελία στον προσωπικό του λογαριασμό. Μιλάμε ανοιχτά, έχουμε όλοι ή σχεδόν όλοι γνώμη. Ακυρώνουμε πρόσωπα και πράγματα, επιτιθέμεθα, αποδοκιμάζουμε, αφανίζουμε. «Να το κακό», σαν μια ορδή αναφωνούμε και το σκοτώνουμε. Από το πληκτρολόγιο. Γινόμαστε γιατροί, ψυχολόγοι, δικαστές, ιεροκήρυκες. Πατάσσεται η αδικία. Είμαστε όμως όλοι παιδιά και της μιας πόρτας και της άλλης. Παιδιά της παράδοσης και του πληκτρολογίου. Είμαστε παιδιά της «τιμής» και της «ντροπής». Ετσι μεγαλώσαμε. Ολοι μας βεβαρημένοι με προσωπικά τραύματα, συμπεριφερθήκαμε σαν ιδιώτες μέσα στην κοινωνία και όχι ως πολίτες. Στη δουλειά μας, στην πολυκατοικία, στη γειτονιά, δεν υπερασπιστήκαμε τον αδύνατο όταν έπρεπε, και δεν χάσαμε τη δουλειά μας όταν έπρεπε να υπερασπιστούμε το δίκαιο. Γιατί είχε κόστος. Το γάλα του παιδιού μας. Και είναι θεμιτό.
Το ζήτημα πλέον όμως που τίθεται τώρα που αγρίεψε η κατάσταση είναι να μην αρκεστούμε στο να πληκτρολογούμε μόνο, και να αναλάβουμε το ρίσκο να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ταυτίσαμε την πρόοδό μας με το προφίλ μας στο fb, ανοίξαμε μια «πόρτα» στον κόσμο για να παινέψουμε τα παιδιά μας, να αναζητήσουμε φίλους και συντρόφους, να πάρουμε likes για την άποψή μας, ή για τα τραύματά μας, αλλά από αυτό το σημείο μέχρι να καταφέρουμε να γίνουμε υπεύθυνοι, συνετοί, ώριμοι πολίτες απέχουμε πολύ. Γιατί η δουλειά που πρέπει να γίνει δεν αφορά το έξω μας, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Αχνό αλλά πολύ στέρεο. Το ότι η κάθε «πόρτα» μας ανοίγει με ευκολία όταν δεν υπάρχει κόστος. Οταν όμως στο τέλος έρχεται ένας λογαριασμός και μια συνέπεια για την πράξη μας, παρά το ανοιχτό Facebook, οι πόρτες μας κλείνουν. Ας δούμε στα σοβαρά τι χρειάζεται για να ξαναχτιστεί η αλυσίδα που λέγεται κοινωνία.
______________
Πηγή: kathimerini.gr






«Έχουμε εφεύρει ένα βουνό επιφανειακών αναγκών. Ζούμε αγοράζοντας και πετώντας. Αλλά αυτό που πραγματικά ξοδεύουμε είναι ο χρόνος της ζωής μας. Γιατί όταν αγοράζω κάτι ή αγοράζετε κάτι, δεν το αγοράζετε με χρήματα, το αγοράζετε με τον χρόνο ζωής που ξοδέψατε για να κερδίσετε αυτά τα χρήματα. Με τη διαφορά ότι το μόνο που δεν αγοράζεται είναι η ζωή. Η ζωή περνάει και τι κρίμα να τη χρησιμοποιούμε για να χάσουμε την ελευθερία μας.
Γιατί πότε είμαι ελεύθερος; Είμαι ελεύθερος όταν έχω χρόνο να κάνω αυτό που με ευχαριστεί και δεν είμαι ελεύθερος όταν πρέπει να αφιερώνω τον χρόνο μου αποκτώντας υλικά πράγματα που υποτίθεται ότι μου επιτρέπουν να ζω. Στην πραγματικότητα, το να παλεύεις για την ελευθερία σημαίνει να παλεύεις για τον ελεύθερο χρόνο.»
José Mujica* ή Χοσέ Μουχίκα (José Alberto Mujica Cordano, γνωστός και ως El Pepe).
*Ο José Mujica είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος και υπήρξε ένας ηγέτης πολύ διαφορετικός από όλους τους άλλους. Ήταν Πρόεδρος της Ουρουγουάης από το 2010 έως το 2015. Ως πρόεδρος έγινε γνωστός για τον εξαιρετικά ταπεινό τρόπο ζωής του, το παρελθόν του ως αντάρτης και τις προοδευτικές του πολιτικές. Έχει γίνει γνωστός ως ο πιο φτωχός πρόεδρος του κόσμου. Σήμερα είναι και πάλι αγρότης όπως ήταν το κανονικό επάγγελμά του.

Στο κάτω κάτω τι είναι άνθρωπος; Τι έχει;
Αν δεν έχει τον εαυτό του, τότε έχει το τίποτα
Για να λέει τα πράγματα που αισθάνεται πραγματικά
Και όχι τα λόγια κάποιου που γονατίζει
Το αποτέλεσμα δείχνει πως δέχθηκα πλήγματα
Και το έκανα με το δικό μου τρόπο.
Ναι … με το δικό μου τρόπο.





![]()


