«Όποιος έχει αποδεχθεί ότι τα πράγματα δεν αλλάζουν, δεν θα ζήσει τη ζωή που θα μπορούσε να κάνει», είχε πει. «Εάν ο πατέρας μου είχε αποδεχθεί τον κόσμο όπως ήταν, θα έκοβε ακόμα πέτρες σε ένα βουνό, όπως έκανε η οικογένειά του για γενιές ολόκληρες».

Peter Michael Nicholas

Boston Scientific

Η γνώση του σοφέρ (Rolf Dobelli)

Όταν πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1918 ο Μαξ Πλανκ άρχισε περιοδεία σε όλη τη Γερμανία. Οπουδήποτε τον καλούσαν, έδινε την ίδια διάλεξη πάνω στη νέα θεωρία της κβαντικής μηχανικής. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που ο σοφέρ του είχε μάθει απέξω το περιεχόμενο της ομιλίας του.

«Πρέπει να έχετε βαρεθεί, κύριε Πλανκ, να λέτε συνεχώς τα ίδια. Σας προτείνω στην προσεχή διάλεξη στο Μόναχο, να αλλάξουμε ρόλους. Θα καθίστε στην πρώτη σειρά, φορώντας το κασκέτο του σοφέρ. Θα είναι μια αλλαγή και για τους δυο μας. Τι λέτε;» Ο Πλανκ το βρήκε διασκεδαστικό και δέχτηκε την πρόταση. Ο σοφέρ του εκφώνησε τον συνηθισμένο του λόγο πάνω στην κβαντική μηχανική μπροστά σ’ ένα κοινό υψηλής κατάρτισης στη φυσική. Κάποια στιγμή ένας καθηγητής φυσικής σήκωσε το χέρι για να κάνει μια ερώτηση. Ο σοφέρ απάντησε: «Δεν φανταζόμουν ότι σε μια πόλη τόσο προηγμένη όσο το Μόναχο θα μου έκαναν μια τόσο απλή ερώτηση. Θα παρακαλέσω λοιπόν τον σοφέρ μου να απαντήσει».

Κατά τον Τσαρλι Μάνγκερ, έναν από τους καλύτερους επενδυτές στον κόσμο, υπάρχουν δυο είδη γνώσης. Η αληθινή γνώση που απαιτεί χρόνο και διανοητική εργασία, κι αυτό που αποκαλεί γνώση του σοφέρ. Για τον Μάνγκερ, οι σοφέρ είναι άνθρωποι που παριστάνουν τους γνώστες. Έχουν μάθει να κάνουν το νούμερο τους. Διαθέτουν καταπληκτική φωνή ή ξέρουν να γίνονται πιεστικοί. Αλλά η ευφράδειά τους είναι άδειο κέλυφος.

Σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις την αυθεντική γνώση από τη γνώση του σοφέρ. 

Εκτός από τους παρουσιαστές της τηλεόρασης. Οι παρουσιαστές είναι ηθοποιοί. Τελεία και παύλα. Όλοι το ξέρουν. Κι όμως, πάντα ξαφνιάζομαι με τον σεβασμό που δείχνουν σ’ αυτούς τους μετρ έτοιμων φράσεων. Πληρώνονται χρυσάφι για να διευθύνουν συζητήσεις σε θέματα που τους ξεπερνούν.

Η διάκριση είναι λιγότερο προφανής στους δημοσιογράφους. Κάποιοι έχουν αποκτήσει γερές γνώσεις. Είναι συχνά οι πιο έμπειροι, αυτοί που έχουν ειδικευτεί σε συγκεκριμένα θέματα στο πέρασμα του χρόνου. Προσπαθούν να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα ενός γεγονότος και να το παρουσιάσουν στο κοινό. Συνήθως γράφουν μακροσκελή άρθρα που εξετάζουν πλήθος περιπτώσεων και εξαιρέσεων.

Δυστυχώς, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ανήκουν στην κατηγορία των σοφέρ. Γράφουν άρθρα για οποιοδήποτε θέμα, στο άψε σβήσε, βγάζοντάς τα από τα καπέλα τους σαν ταχυδακτυλουργοί ή, ακόμη χειρότερα, από το διαδίκτυο. Τα κείμενά τους είναι προκατειλημμένα, σύντομα και -συνήθως για να αντισταθμίσουν το άδειο κέλυφος- ειρωνικά.

Όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση, τόσο οι απαιτήσεις για έναν διευθύνοντα σύμβουλο με ικανότητες σόουμαν μεγαλώνουν -πρέπει να είναι «επικοινωνιακός», όπως λέμε σήμερα. Δεν θέλουν έναν αφοσιωμένο, δουλευτή, λιγομίλητο, που κάνει τη δουλειά του με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα° τουλάχιστον δεν τον θέλουν στην κορφή της επιχείρησης. Οι μέτοχοι και οι οικονομικοί συντάκτες πιστεύουν προφανώς ότι ένας σόουμαν πασχίζει να πετύχει καλύτερα αποτελέσματα, πράγμα που φυσικά δεν ισχύει.

Ο Γουόρεν Μπάφετ, συνέταιρος του Τσάρλι Μάνγκερ, χρησιμοποιεί μια εξαιρετική έκφραση: «circle of competence» -«κύκλος ικανότητας» («αρμοδιότητας», «δεξιότητας»). Ό,τι βρίσκεται μέσα στον κύκλο μας το καταλαβαίνουμε τέλεια. Σ’ αυτούς τους τομείς είμαστε ικανότατοι. Αλλά δεν καταλαβαίνουμε, ή καταλαβαίνουμε μόνο εν μέρει, ό,τι είναι απέξω. Εξού και το σλόγκαν του Γουόρεν Μπάφετ: «Γνωρίστε τον κύκλο των ικανοτήτων σας και μείνετε σ’ αυτόν. Δεν έχει σημασία το μέγεθός του. Αυτό που μετράει είναι να ξέρετε που σταματάει». Ο Τσάρλι Μάνγκερ προσθέτει: «Πρέπει να ανακαλύψετε τα ταλέντα σας. Αν δοκιμάσετε την τύχη σας έξω από τον κύκλο των δεξιοτήτων σας, θα κάνετε μια αξιοθρήνητη καριέρα. Σας το εγγυώμαι».

Συμπέρασμα: 

Μην έχετε εμπιστοσύνη στη γνώση του σοφέρ. Μην συγχέετε το φερέφωνο της επιχείρησης, τον σόουμαν, τον τηλεοπτικό παρουσιαστή, τον αερολόγο, τον καλό ομιλητή ή τον διασπορέα κλισέ μ’ εκείνον που έχει πραγματικές γνώσεις. Πως θα τον αναγνωρίσετε; Έχει ένα χαρακτηριστικό που τον διακρίνει. Εκείνος που ξέρει πραγματικά γνωρίζει τι ξέρει και τι δεν ξέρει. Αν βρεθεί έξω από τον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε δεν λέει τίποτε είτε ομολογεί ότι δεν ξέρει. Ήρεμα, ακόμη και με κάποια υπερηφάνεια. Ενώ από τα στόματα των σοφέρ θα ακούσετε τα πάντα, αλλά ποτέ το «δεν ξέρω».

Η τέχνη της καθαρής σκέψης, ΡΟΛΦ ΝΤΟΜΠΕΛΛΙ

Πεθαίνοντας στην εφημερία ενός δημόσιου νοσοκομείου στην Ελλάδα του 2022

Γράφει η Βάσω Πρεβεζιάνου. πηγη:sdna.gr

Πριν από μερικές ημέρες βρέθηκα στα Επείγοντα μεγάλου δημόσιου νοσοκομείου, καθώς χρειάστηκε να μεταφερθεί εκεί συγγενικό μου πρόσωπο. Φτάσαμε περίπου στις 19:00, βγάλαμε εισιτήριο και η υπάλληλος στη γραμματεία μας κοίταξε με ύφος που πρόδιδε… οίκτο. «Για το Παθολογικό, ε; Θα χρειαστεί υπομονή, έχει πολύ κόσμο».

Τι σήμαινε πολύς κόσμος; Η εφημερία ήταν από τις 14:30 και είχε εξυπηρετηθεί ως την ώρα που φτάσαμε εμείς, βάσει του αριθμού προτεραιότητας που δίνεται, το νούμερο 11. Το δικό μας χαρτάκι έγραφε 109, άρα το πιο πιθανό ήταν να μην εξεταστεί ο δικός μας ασθενής ως τις οκτώ το επόμενο πρωί που ολοκληρωνόταν η εφημερία. 

Γνωστές καταστάσεις θα περιγράψω, γνώριμες σε όλους μας. Στην εφημερία του παθολογικού ήταν μια επιμελήτρια και μερικοί εκπαιδευόμενοι, τα ασθενοφόρα έφερναν ασθενείς που είχαν καλέσει το ΕΚΑΒ και αυτοί εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα (σχετικό κι αυτό διότι τους βάζουν μεν στο εξεταστήριο, αλλά κι εκεί πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους) καθώς θεωρούνται πιο… επείγοντα περιστατικά από τα επείγοντα. 

Αν θέλεις να πάρεις κάποια στιγμή σειρά παρακάμπτοντας τους αριθμούς προτεραιότητας, διότι ο άνθρωπός σου είναι όντως επείγον περιστατικό και κινδυνεύει να καταρρεύσει στην αναμονή περιμένοντας, ψάχνεις να βρεις ένα φορείο, βάζεις τον ασθενή σου να ξαπλώσει και προσπαθείς να τον… σπρώξεις στο εξεταστήριο. Κάποια στιγμή θα έρθει η σειρά του να εξεταστεί, αλλά λογικά θα χρειαστούν και εξετάσεις. Να κάνει, για παράδειγμα, αξονική. Για να μεταφερθεί εκεί πρέπει να βρεθεί αμαξίδιο. «Πηγαίνετε να βρείτε το αμαξίδιο και φέρτε το για να τον πάτε» είναι η εντολή. 

Για να μην τα πολυλογώ, εμείς καταλήξαμε στις 03:30 να… ξεμπερδέψουμε και να γίνει εισαγωγή, κρεβάτι δεν υπήρχε διαθέσιμο σε θάλαμο ούτε για δείγμα και έτσι μας «προσφέρθηκε» ράντσο καθώς, μάλιστα, ενημερωθήκαμε πως οι υπεύθυνοι του νοσοκομείου έψαχναν να μεταφέρουν ασθενείς αλλού για να αποσυμφορηθεί, αν ήταν δυνατόν, η κατάσταση.

Λίγες ώρες μετά, με σφιγμένη καρδιά διάβαζα αυτό που συνέβη στα Επείγοντα του «Παπανικολάου» στην Θεσσαλονίκη. Για τον 43χρονο που πήγε εκεί με έντονο πόνο στο πόδι. Τον εξέτασε χειρουργός και του είπε «δεν έχεις τίποτα». Ο ασθενής πονούσε, αρνιόταν να φύγει. Προκλήθηκε ένταση, ανέβηκαν οι τόνοι και κλήθηκαν οι σεκιούριτι να τον απομακρύνουν. Του ζήτησαν να φύγει από το νοσοκομείο, εκείνος επέμενε να αρνείται καθώς δεν ένιωθε καλά και κάθισε σε μια καρέκλα στα επείγοντα. 

Μιάμιση ώρα μετά ήταν νεκρός. Τον εντόπισαν την άλλη μέρα στις 11 το πρωί που άλλαξε η βάρδια του προσωπικού. Ο 43χρονος δεν είχε ταυτότητα και κλήθηκε η αστυνομία. Μετά από αναζήτηση εντοπίστηκαν οι συγγενείς του και ο αδερφός του δήλωσε συντετριμμένος: «Αν του έπαιρναν οξυγόνο ή αν έκαναν έναν έλεγχο με στηθοσκόπιο θα καταλάβαιναν ότι ο άνθρωπος πεθαίνει. Δεν τηρήθηκε τίποτα από το πρωτόκολλο…»

«Από τα ευρήματα της νεκροψίας έχουμε υπό διερεύνηση το σενάριο πνευμονικής εμβολής, δηλαδή θρόμβος ο οποίος ξεκίνησε από τα κάτω άκρα και έφτασε στους πνεύμονες και απέφραξε την αιμάτωσή τους» είπε ο τεχνικός σύμβουλος της οικογένειας.

Ένας άνθρωπος πέθανε αβοήθητος στην καρέκλα των Επειγόντων (αν ήταν τοξικοεξαρτηενός, όπως ισχυρίστηκε ο πρόεδρος του νοσοκομείου, ειλικρινά καθόλου δεν πρέπει να μας αφορά) ενός δημόσιου νοσοκομείου στο οποίο κατέφυγε μόνος του ζητώντας βοήθεια. Τι χειρότερο θα μπορούσε να γίνει; 

Προφανώς και είναι ιατρικό λάθος το να του δώσουν εξιτήριο. Ένας γιατρός έκανε λάθος, όπως φαίνεται, και προφανώς είναι άδικο να κατηγορούνται όλοι. Μα η τρομερή υποστελέχωση, η υπεργεργασία με τις βάρδιες που πάνε η μια μετά την άλλη, η σωματική εξόντωση των γιατρών, η εργασιακή εξουθένωση ίσως έπαιξαν μεγάλο ρόλο σε αυτό. Ένας γιατρός για εκατό και βάλε ασθενείς στην εφημερία, πως να αντέξει; Χάος, λίγοι γιατροί, μεγάλες αναμονές που κοστίζουν ζωές… Πως στηρίζεται το δημόσιο σύστημα υγείας; Εκτός αν κάποιοι, αυτοί δηλαδή που είναι υπεύθυνοι, δεν θέλουν να το στηρίξουν… Και όχι μόνο αυτό, αλλά το… ξεχαρβαλώνουν κι άλλο. 

Διότι δεν είναι μόνο η επιστημονική κατάρτιση ή ανεπάρκεια του γιατρού. Είναι ένα ολόκληρο σύστημα και μια κοινωνία που νοσεί, μια πολιτεία που αδυνατεί ή δεν ενδιαφέρεται να βοηθήσει τους πολίτες της. Αφού έγινε γνωστό το περιστατικό της Θεσσαλονίκης, ο υπουργός Υγείας διέταξε κατεπείγουσα έρευνα για τα αίτια θανάτου του 43χρονου. Μόνο που κατεπείγουσα πρέπει να είναι η περίθαλψη και όχι η ερεύνα κατόπιν ενός θανάτου. 

Είναι γνωστά τα προβλήματα στα νοσοκομεία εδώ και πάρα πάρα πολλά χρόνια (εγκαταστάσεις, προσωπικό, εξοπλισμός), κατά καιρούς έχουν δοθεί πολλά χρήματα στο ΕΣΥ αλλά δεν έπιασαν τόπο. Η αλήθεια είναι κάπου στην μέση. Και χρήματα όσα θα έπρεπε δεν δίνονται και σωστή διαχείριση δεν γίνεται. Οι εμπειρίες των ανθρώπων που βρέθηκαν στην ανάγκη να επισκεφτούν ένα νοσοκομείο ή ένα κέντρο υγείας είναι στην πλειοψηφία τους άσχημες.

Ζούμε στη χώρα, που αν δεν έχεις ιδιωτική ασφάλεια και αναγκαστείς να περάσεις την πόρτα δημοσίου νοσοκομείου, τότε πρέπει να κάνεις και την προσευχή σου για να γλιτώσεις τα χειρότερα. Οι συνθήκες περίθαλψης σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία είναι άθλιες και προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Όσο κι αν προσπαθούν οι γιατροί και το προσωπικό, όσο κι αν υπερβαίνουν τις δυνάμεις τους οι προσπάθειές τους, ειλικρινά είναι τέτοιες οι συνθήκες που καταλήγεις να νιώθεις ντροπή για ανθρώπους που πληρώνουν φόρους, που δουλεύουν μέχρι μεγάλη ηλικία και καταλήγουν αδύναμοι να περιμένουν ώρες σε μια εφημερία για να καταλήξουν να νοσηλευτούν σε ένα ράντσο. 

Εγώ, τουλάχιστον, αυτό ένιωσα με τις εικόνες που είδα, με αυτό που έζησα, την ώρα βέβαια που κάποιοι «φούσκωναν» από περηφάνια επειδή οι Αμερικανοί χειροκροτούσαν, λέει, στο Κογκρέσο τον Έλληνα πρωθυπουργό. Εγώ θα προτιμήσω να περιμένω και να χειροκροτήσω τον (όποιο) πρωθυπουργό δείξει ότι δεν αντιμετωπίζει τον (όποιο) πολίτη ως σκουπίδι…

Βάσω Πρεβεζιάνου/sdna.gr

Ο μέτοικος

Σαν σύννεφο απ’ τον καιρό
Μονάχο μες τον ουρανό
Πήρα παιδί τους δρόμους
Περπάτησα όλη τη γη
Μ’ ένα τραγούδι στην καρδιά
Και τη βροχή στους ώμους

Σαν σήμερα πριν απο εννιά χρόνια, στις 23 Μαΐου 2013, έφυγε από τη ζωή, στα 79 του χρόνια ο τραγουδοποιός Ζορζ Μουστακί, ο μέτοικος.

Παπαθανασίου: Παιδεία

Κύριε Παπαθανασίου για το τέλος θα ήθελα να σας ζητήσω να μου αναφέρετε κάτι που θα θέλατε να αλλάξει στην Ελλάδα.

Ναι..η Παιδεία. Η παιδεία που θα εμπνέει τον άνθρωπο να είναι ελεύθερος, να μην χρειάζεται κάθε είδους πνευματικά και συναισθηματικά υποστυλώματα, παιδεία της Γνώσης με στόχο την αρετή, η παιδεία που θα καλλιεργεί την αισθητική, θα προάγει την πληροφόρηση και όχι την παραπληροφόρηση, τον σεβασμό για τον συνάνθρωπο από όπου και να προέρχεται, την ανταλλαγή ιδεών και όχι την ισοπέδωση των πάντων, τον σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον. Αυτή η παιδεία έχει επιμελώς αντικατασταθεί από ένα σύστημα αμφιβόλους προελεύσεως, που ωθεί από την τρυφερή ηλικία τον άνθρωπο να μεταλλάσσεται όλο και περισσότερο σε έναν ασεβή, ανελεύθερο στυγνό καταναλωτή προς όφελος πάντα των ολίγων.

Γκέιτς: μην σταματάς να μαθαίνεις

«Δεν αρχίζεις να γερνάς παρά μόνο όταν σταματήσεις να μαθαίνεις», είπε ο Γκέιτς. «Κάθε βιβλίο με διδάσκει κάτι νέο ή με βοηθά να δω τα πράγματα διαφορετικά. Ήμουν τυχερός που είχα γονείς που με ενθάρρυναν να διαβάζω. Το διάβασμα τροφοδοτεί μια αίσθηση περιέργειας για τον κόσμο, κάτι που νομίζω ότι με βοήθησε να προχωρήσω στην καριέρα μου και στη δουλειά που κάνω τώρα με το ίδρυμά μου»

Νεκροφάνεια (της Μαρίας Στασινοπούλου)


της Μαρίας Στασινοπούλου

Βλέπω συχνά, σε διάφορες παιδικές ταινίες ή σε παιδοψυχολογικού χαρακτήρα τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και στη ζωή, που μιμείται την τέχνη, μικρά παιδάκια να λένε στον μπαμπά τους: «είσαι ο ήρωάς μου», και αναρωτιέμαι: Αλήθεια ποιος ήταν ο δικός μου ήρωας στα δέκα μου χρόνια; Και το μυαλό άρχισε να τρέχει πολλές δεκαετίες πίσω.

Ο παππούς μου είχε μπακάλικο σε μια λαϊκή γειτονιά της Καλαμάτας. Τρίχωρο. Στο πρώτο, μεγάλο κεντρικό, δωμάτιο, ήταν το ψυγείο με τα τυριά, τα βούτυρα και τα αλλαντικά. Μπροστά και πλάι από το ψυγείο τσουβάλια με όσπρια, ζάχαρη, αλεύρι, κιούπια με ελιές και ο πάγκος με τη ζυγαριά και το ταμείο. Στο διπλανό δωμάτιο, κοντά στη μία από τις δύο εισόδους, είχε τρία τέσσερα τραπέζια με καρέκλες, όπου κάθονταν κάποιοι γέροντες ή άνεργοι μεσήλικες και πίνανε τον καφέ ή το ουζάκι τους, ανάλογα την ώρα. Οι παραγγελίες προετοιμάζονταν στον τρίτο χώρο του μαγαζιού, όπου μία μεγάλη πλάστιγγα με πολλά μέτρα και σταθμά για αντίστοιχες ποσότητες, ένας πάγκος με καμινέτο, οι νταμιζάνες το κρασί, το ούζο και το τσίπουρο, άλλο ψυγείο με τις μπύρες και τα αναψυκτικά, τουαλέτα κι στην άλλη άκρη ένα ντιβανάκι για να ξεκουράζεται ο παππούς, όταν δεν γύριζε στο σπίτι το μεσημέρι.

Ανάμεσα στους μόνιμους θαμώνες του μαγαζιού ένας ευσταλής άνδρας, δίμετρος φαινόταν στα παιδικά μου μάτια, που τον έλεγαν γέρο- Λαγό, κανονικό όνομα, όχι παρατσούκλι. Ο γέρο-Λαγός, λοιπόν, φήμη κρατούσε ότι, ήταν από τους δυσεύρετους εκείνους ανθρώπους (υπάρχουν άραγε;) που πήγαν στον Άλλο Κόσμο και γύρισαν.

Η ιστορία, όπως την έχω συγκρατήσει, είχε ως εξής: Μια μέρα μαθεύτηκε ότι ο γέρο-Λαγός πέθανε. Τον ντύσανε, τον στολίσανε και εκεί που τον πήγαιναν ποδαράτο για την ταφή,  δεν υπήρχαν νεκροφόρες τότε, ξύπνησε, πέταξε το κάλυμμα της κάσας, ανακάθισε και άρχισε να χαιρετάει. Οι νεκροπομποί άφησαν έντρομοι το φέρετρο κάτω. Μετά γέλασαν μαζί του και χάρηκαν. Είχε πάθει νεκροφάνεια, όπως είπαν οι ειδικοί.

Από τότε, όχι μόνο τον σέβονταν όλοι, αλλά και τον ρωτούσαν να της πει πώς είναι ο Κάτω Κόσμος. Κι εκείνος απαντούσε μειλίχια με στίχους από τον “Θάνατο του Διγενή”, που θυμόταν από το σχολείο: «εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν, / παρά πενήντα κι εκατό και πάλι φόβον έχουν, / κι εγώ μονάχος πέρασα πεζός κι αρματωμένος …» εκεί της ’κοβε και της άφηνε να βγάλουν τα συμπεράσματά της ή να πάρουν αφορμή για να αφηγηθεί ο καθένας το δικό του παραμύθι.

Ο θαυμασμός μου για τον γέρο-Λαγό δεν ήταν που πήγε στον Άλλο Κόσμο και γύρισε, αλλά που έμεινε κλεισμένος στην κάσα και σκεπασμένος με λουλούδια για αρκετές ώρες. Εκεί μπορεί να έχει τη ρίζα της και η κλειστοφοβία που με πιάνει όταν βρεθώ μέσα σε μικρούς και ασφυκτικούς χώρους.

Μαρία Στασινοπούλου/oanagnostis.gr