«Γιατί παίρνω κάθε μεγάλη απόφαση στη ζωή μου χωρίς να το λέω σε φίλους και οικογένεια»

Εσύ ποιους ανθρώπους… ενημερώνεις, πριν πάρεις μία μεγάλη απόφαση στη ζωή σου; Ανεξάρτητα από την επιλογή που κάνεις, αυτό που ίσως δεν έχεις σκεφτεί, είναι ότι το καλύτερο πιθανόν θα ήταν να μην ενημερώσεις κανένα. «Εδώ και περίπου μία 10ετια, έχω πάρει σχεδόν κάθε απόφαση ζωής πριν το πω στην οικογένεια ή τους φίλους μου», λέει η συγγραφέας, επιχειρηματίας και καλλιτέχνης, Jasmin Pannu.

Σε άρθρο της στο αμερικανικό GoalCast εξηγεί:«Αυτές οι αποφάσεις μπορεί να έχουν να κάνουν με την αγορά ενός σπιτιού, την αλλαγή εταιρείας ή την οριστική αποχώρηση για να ξεκινήσω τη δική μου επιχείρηση. Στην πραγματικότητα, ανακάλυψα ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η απόφαση, τόσο πιο απρόθυμη ήμουν να τη μοιραστώ». Με αυτό τον τρόπο πίστεψε περισσότερο στον εαυτό της, ενώ βελτίωσε και τη διαίσθηση της.

Όπως λέει, όταν ζητάς την γνώμη των άλλων, πολλές φορές καταλήγεις να έχεις αμφιβολίες για τον εαυτό σου.

«Κόβοντας τον ‘θόρυβο’ των εξωτερικών απόψεων, είμαι λιγότερο ευάλωτη στο να επηρεάζομαι από τις απόψεις και τις προσωπικές εμπειρίες των άλλων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό πριν ληφθεί μια απόφαση, γιατί τότε η ιδέα είναι πιο εύθραυστη. Συχνά, το αποτέλεσμα μιας απόφασης που επηρεάζεται από άλλους είναι, τουλάχιστον, μία εσωτερική αναταραχή και, ακόμα χειρότερα, η πλήρης έλλειψη δράσης» τονίζει.

Ναι, υπάρχουν και περιπτώσεις που θα ζητήσει την γνώμη των άλλων. Αλλά με προσοχή. «Σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν συμβουλεύομαι άλλους ανθρώπους, προετοιμάζω τον εαυτό μου διανοητικά. Επειδή όσο καλοπροαίρετοι κι αν είναι οι φίλοι και η οικογένεια, μπορεί μερικές φορές να εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες: Μπορεί να είναι προστατευτικοί και επομένως προτιμούν την άνεσή μου από την ανάπτυξή μου. Μπορεί να έχουν μια πολύ καθορισμένη εικόνα για το ποια είμαι και ακούσια να με κρατούν σε αυτήν την μικρότερη κλίμακα. Μπορεί να είναι προκατειλημμένοι από τις δικές τους εμπειρίες ζωής και να με αποθαρρύνουν από φόβο».

Όπως εξηγεί η ίδια, το να κρατά «μυστικές» τις προθέσεις της, την έχει βοηθήσει: «Τελικά, η επιλογή μου να κρατήσω τις αποφάσεις μου ιδιωτικές μέχρι να υλοποιηθούν με κάνει πολύ πιο ευκίνητη, τολμηρή και προσανατολισμένη στο να δράσω».

Επίσης, αυτή η τακτική την έκανε πιο υπεύθυνη όπως παραδέχεται. «Ανακάλυψα ότι το να κρατάω τις ιδέες και τα σχέδιά μου για τον εαυτό μου, με βοηθά να θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο. Ξέρω ότι εγώ, και μόνο εγώ, έχω την ευθύνη για τα αποτελέσματα» καταλήγει.

Πηγή: it’s possible.gr

Η Σάρα,η Μαρα και το κακο συναπαντημα

Γράφει ο Πάνος Μπιτσαξής

•Το όνομα Georgia Meloni πιθανόν να μην το έχετε ακούσει ακόμα.Θα το ακούσετε σύντομα αν γίνουν το Σεπτέμβριο εκλογές στην Ιταλία.Πήρε τα αποκαΐδια του φασιστικού κόμματος και το εξωραισε.Του έδωσε «μοντέρνα» εικόνα.Τώρα σαρωνει στις δημοσκοπήσεις με το όνομα του κομματος «Αδέλφια Ιταλοί».Ετσι οι Ιταλοι έχουν ποικιλία.Πέπε Γκριλο πέντε αστέρια και αδέλφια Ιταλοι.Ο Ντράγκι κλονίζεται.Πολλά στελέχη της Μελονι δηλώνουν ότι διάκεινται ευμενώς προς το καθεστώς Μουσολινι.
•Στη Γαλλία ο Μακρον προσπαθεί να κουμαντάρει το κοινοβούλιο της νέας συμμαχίας της Άκρας Δεξιας με την Άκρα Αριστερά.Ασχολείται με αυτή τη μπουρδα που ακουει στο όνομα «σκάνδαλο Uber”.Κάπου διάβασα-μάλλον fake- ότι έχει κατάθλιψη.
•Στην Αγγλία ο Johnson με τη τρέλα του αναμένει τον διάδοχο του στις 5/9.Ο αγων σκληρός ανάμεσα στον Ινδό μαικηνα και την βοηθό ταχυδακτυλουργού.Οι Σκωτσέζοι και οι Ιρλανδοί εντεινουν το αίτημα για δημοψηφισματα ανεξαρτησιας.
•Στις ΗΠΑ και ενώ ο Μπαιντεν είναι στη Τζεντα και συνδιαλέγεται με τον κραταιό διαδοχο του θρόνου-τι ντροπή- το Νοεμβριο το Κογκρεσσο πιθανόν να περάσει στον Τραμπ.Ήδη προετοιμάζεται για τις εκλογές του 24 λέγοντας πως η ζωή αρχίζει στα 80.
•Στη Γερμανία ο Σολτς αδυνατεί να ελέγξει τον ενδεχόμενο ενεργειακό Αρμαγεδδώνα.Η χώρα είναι σε πανικό.
Και ο πόλεμος συνεχίζεται.Το αίμα κρουνός.Ο λαγός του Πούτιν που προσφάτως χώρισε και έχει νεύρα απειλεί και ειρωνεύεται.
Φοβάμαι πως αν συνεχίσουμε έτσι ο αντίπαλος δεν θα είναι ο Πούτιν.Θα είναι η σάρα η μαρα και το κακό συναπάντημα.

Ένα καλοκαιρινό διήγημα

Ένα καλοκαιρινό διήγημα διάλεξα για σήμερα που ο ήλιος καίει, με αναμνήσεις από το Πανόραμα Θεσσαλονίκης την εποχή που ήταν ακόμα χωριό και τόπος παραθερισμού «αλά παλαιά».

Γεννημένη στο Πανοραμα, η Ελένη Γερασιμίδου (1949) εκτός από γνωστή ηθοποιός είναι και συγγραφέας (εδώ η εργογραφία της) ενώ επίσης έχει και πολιτική δραστηριότητα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ -εξελέγη βουλεύτρια Β’ Θεσσαλονίκης το 2012 και τον Γενάρη του 2015, ενώ είχε εκλεγεί και στις εκλογές του 2019 αλλά παραιτήθηκε. 

Το σύντομο αλλά πολύ καλογραμμένο σημερινό διήγημα προέρχεται από τη συλλογή «To Σινέ Πανόραμα» με 21 διηγήματα για το Πανόραμα των παιδικών χρόνων της συγγραφέα. Το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο

Οι οικογένειες

Το Πανόραμα κάθε καλοκαίρι γέμιζε παραθεριστές. Από την αρχή της άνοιξης ερχόντουσαν οι οικογένειες και ψάχνανε να καπαρώσουν κάποιο σπίτι για τους μήνες του καλοκαιριού. Υπήρχαν και κάνα – δυο μεσίτες, χωρίς γραφεία και άδειες βέβαια, που βοηθούσαν τους Σαλονικιούς να επιλέξουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους.

Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν απ΄ τα καλύτερα τότε. Είχε μεγάλη σάλα, βεράντες μπρος-πίσω και μια ασυναγώνιστη θέα στην πόλη. Οι άνθρωποι που το νοίκιαζαν ήταν επίλεκτα μέλη της σαλονικιώτικης κοινωνίας, με λεφτά και γούστο. Στο κάτω σπίτι που μέναμε εμείς ερχόντουσαν πιο φτωχοί, τίποτα δημόσιοι υπάλληλοι ή μικροβιοτέχνες που νοικιάζανε το ένα δωμάτιο με κουζίνα που διαθέταμε.

Εμείς πηγαίναμε σ΄ ένα διπλανό δωμάτιο που μας παραχωρούσε η γιαγιά. Μας άρεσε που μπαίναν τα ντιβάνια ακόμα πιο στριμωχτά και τα κουζινικά σ΄ ένα τραπέζι όλα. Πλέναμε τα πιάτα έξω στην αυλή, στη βρύση, πάνω σ΄ ένα τραπέζι εκστρατείας. Μετακομίζαμε κάθε καλοκαίρι με το που έκλειναν τα σχολεία και ξανά το φθινόπωρο που άνοιγαν. Το πανηγύρι γινόταν τον Ιούνιο που άρχιζαν να έρχονται οι πρώτοι παραθεριστές.

Εμείς τη στήναμε στη στροφή, στο ύψωμα όπου τώρα είναι το Ηρώον, και περιμέναμε. Από μακριά βλέπαμε το φορτηγό. Ο πρώτος που το έβλεπε φώναζε : «Οικογένεια! Οικογένεια!»

Σε λίγο το φορτηγό πλησίαζε αγκομαχώντας και μεις κάναμε εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του παραθεριστή απ΄ τα τσουμπλέκια που είχε φορτώσει μαζί του για τις διακοπές. Αν είχε παγωνιέρα ή ψυγείο, αν έφερνε ντιβάνια με στρώματα ή ράντζα εκστρατείας. Τρέχαμε πίσω απ΄ το φορτηγό να δούμε πού θα ξεφορτώσει. Εκεί γινόντουσαν και οι πρώτες γνωριμίες με κάτι ασθενικά παιδάκια, χλωμά απ’ την αδενοπάθεια, που μας φάνταζαν ακατάδεκταּ αλλά τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θλιμμένα ήταν.

Στις επόμενες μέρες ξεκαθαρίζαμε τις σχέσεις μας. Γινόντουσαν φιλίες που κρατούσαν πολλά συνεχόμενα καλοκαίρια ή μια ολόκληρη ζωή. Μας φέρναν συνήθειες απ΄ τη ζωή στην πόλη. Τους μαθαίναμε να σκαρφαλώνουν στα δέντρα, να περπατάνε ξυπόλητα χωρίς να τους ενοχλούν τα χαλίκια και τ’ αγκάθια, να κλέβουν σύκα απ΄ τα χωράφια και να γεμίζουν τα καλάθια για το ρετσέλι.

Τα ρετσέλια τα έψηναν οι γιαγιάδες μας σε κάτι μεγάλες λεκάνες χάλκινες πάνω σε φωτιές που ανάβαμε στην αυλή. Αυτό ήταν το μεγάλο μας πανηγύρι. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πέτρες τετράγωνες ή χοντρά τούβλα, ανάβαμε μια δυνατή φωτιά.

Πάνω στα τούβλα έμπαινε η λεκάνη με τα ώριμα σύκα και τη ζάχαρη. Όταν άρχιζε να ψήνεται το ρετσέλι, μοσχοβολούσε ο τόπος. Εμείς τροφοδοτούσαμε τη φωτιά. Τα παραθεριστάκια παίρναν μέρος μαγεμένα και κοκκίνιζαν τα χλωμά μαγουλάκια τους. Ο καπνός έκανε τα μάτια μας να δακρύζουν. Για να τον αποφύγουμε αλλάζαμε θέσεις κι ο καπνός μάς ακολουθούσε. Η γιαγιά μου μάς καθησύχαζε :

— Στις όμορφες πάει ο καπνός.

Εγώ ήξερα πια – απ΄ τις μπουγάδες που βάζαμε με τον ίδιο τρόπο – ότι αυτό ήταν το γοητευτικό ψέμα της γιαγιάς μου. Οι φίλες μου του καλοκαιριού όμως το πίστευαν και δώστου να φουντώνουν τη φωτιά με κλαδιά του πεύκου που έβγαζε και τον πιο πολύ καπνό.

Τότε όλ’ αυτά τα παιδιά που μπορούσαν να παραθερίζουν μας φαινόντουσαν πλούσια. Ήταν που είχαν φρέσκο βούτυρο στο ψωμί τους, ψητό μπιφτέκι, γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου, έπιναν κακάο και προπάντων όλ’ αυτά τα υπέροχα εδέσματα τα τρώγαν με το ζόρι.

Τα κυνηγούσαν οι μάνες τους μ’ ένα πιάτο απ’ το πρωί και τα παρακαλούσαν να φάνε. Αυτά βάζανε μια μπουκιά στο στόμα και δεν την καταπίνανε για ώρες. Μ’ αυτό τον τρόπο κάναν την επανάστασή τους κατά της υποχρεωτικής σίτισης που τους επιβαλλόταν.

Οι μανάδες στην απελπισία τους γινόντουσαν σκληρές με μας που ξερογλειφόμασταν απορημένα πάνω απ΄ το γεμάτο πιάτο που αρνιόταν το βλαστάρι τους.

— Φάε, αγάπη μου! Αλλιώς θα το δώσω στην Ελενίτσα.

Άνοιγα εγώ το στόμα μου να πάρω την μπουκίτσα με το βούτυρο και τη μαρμελάδα φράουλα που με τρέλαινε αλλά το χέρι της μάνας είχε άλλη κατεύθυνση.

Εμείς ξεροκαταπίναμε και φεύγαμε περήφανα, όταν αντιλαμβανόμασταν τους όρους του παιχνιδιού.

Ο Χάρης όμως φέρθηκε πιο ξύπνια και μάγκικα απ΄ όλους. Το ΄πε μια η κυρία, το ΄πε δυο : «Φάε μωρό μου, αλλιώς θα τη δώσω την κρέμα στο Χαρούλη», αρπάζει κι ο Χαρούλης το πιάτο με την κρέμα και το ασημένιο κουταλάκι κι από δω παν κι άλλοι.

Έκλαιγε μετά η κυρία να της επιστρέψει τουλάχιστον το ασημένιο κουταλάκι. Μια άλλη χρησιμοποίησε το μεγάλο μέσον, τον τρελό του χωριού τον Αναστάση. Περνούσε ο Αναστάσης γελαστός – κανένας δεν τον φοβόταν – κι η κυρία φώναξε για να φοβίσει το παιδί.

— Πες του, βρε Αναστάση, να φάει.

Το κοιτάει ο Αναστάσης τρυφερά το παιδάκι και του λέει :

— Φάε, γαμώ τη μάνα σ’, φάε!

Αργότερα ανακαλύψαμε ότι όλοι αυτοί που εμείς νομίζαμε για πλούσιους ήταν μισθοσυντήρητοι άνθρωποι. Χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, μαζεύανε τις οικονομίες τους για να κάνει το παιδί τους τρεις μήνες στην εξοχή μας και να συνέλθει απ’ την αδενοπάθεια που τότε ήταν στο φόρτε της.

Τους συγχωρήσαμε τα πάντα και τους λυπηθήκαμε. Εμείς είχαμε τον καθαρό αέρα μας και την ακόρεστη όρεξή μας. Εμάς μας κυνηγούσαν να μη φάμε. Μ’ έστελνε η μάνα μου να πάρω πέντε δραχμές βούτυρο φαγητού (έτσι λέγαμε τότε τη «Φυτίνη») να μαγειρέψει. Μου έβαζε ο μπακάλης μια σπατουλιά στο λαδόχαρτο.

Στο σπίτι το περιλαβαίναμε με το Γιώργο και την Αναστασία μας, το αλείφαμε στο ψωμί, το πασπαλίζαμε μ’ αλάτι και γλεντούσαμε μια χαρά. Ερχόταν η μάνα μου, δεν είχε με τι να μαγειρέψει, στενοχωριόταν.

Βρέχαμε το ψωμί, το βουτούσαμε στη ζάχαρη. Πήγαινε η μάνα μου να κεράσει καφέ το μουσαφίρη, μέσα στο ψίχουλο ο καφές, ντρεπόταν.

Φώναζε ο πατέρας για τη λαιμαργία μας, μας μάλωνε κιόλας. Όπου κι αν κρύβανε το γλυκό του κουταλιού θα το βρίσκαμε.

Οι παραθερίστριες απελπιζόντουσαν με τα παιδιά τους που δεν έτρωγαν, οι δικές μας απελπιζόντουσαν που τρώγαμε.

Οι οικογένειες τα μάζευαν στο τέλος του καλοκαιριού και φορτώνανε πάλι στα φορτηγά.

Αποχαιρετιόμασταν με συγκίνηση εκατέρωθεν και υποσχέσεις για το επόμενο καλοκαίρι. Κανείς δεν είχε  όρεξη να τρέξει πίσω απ΄ το φορτηγό να φωνάξει «Οικογένεια! Οικογένεια!»

Όταν χανόντουσαν απ΄ τα μάτια μας, μπαίναμε στα άδεια δωμάτια και τα ψάχναμε. Όλο και κάτι μας άφηναν. Μια ξεμαλλιασμένη σκούπα, ένα κουτάκι κρέμα «NIVEA», ένα μισολειωμένο μοσχοσάπουνο «ΕΡΜΗΣ», άδεια μπουκάλια μπύρας «FIX», καμιά σκασμένη μπάλα.

Κάποιοι άφησαν ένα προφυλακτικό. Ο Γιώργος με την Αναστασία το φούσκωσαν και παίζανε. Τους είδε η γιαγιά μου και φώναζε :

— Ούι ανάθεμά σας. Ατά σα λιλία τουν βάλνα τα.
Που σ΄ ελεύθερη μετάφραση σημαίνει :
— Κακό χρόνο να ΄χετε! Αυτά τα βάζουν στα πουλιά τους!

Ο Γιώργος άρχισε να τρέχει με το φουσκωμένο προφυλακτικό παροτρύνοντας την Αναστασία :

— Τρέχα, Αναστασία, τρέχα! Ψέματα λέει για να μας το πάρει το μπαλόνι.

Έφευγαν λοιπόν οι οικογένειες και μεις ξαναμπαίναμε στο σπίτι μας, τινάζαμε τα μπουριά απ΄ τις σόμπες, μπαίναν στη μέση τα μαγκάλια για τις πρώτες ψυχρούλες.

Το σπίτι άρχιζε να μυρίζει τετραδίλα και ξυσίδια απ’ τα μολύβια. Η γιαγιά γυρνούσε τ’ απογεύματα φορτωμένη στην πλάτη πουρναρόξυλα με το Φρέντυ πιστό ακόλουθο.

Τα τετράδια γέμιζαν λαδιές πάνω στο τραπέζι πολλαπλών χρήσεων της κουζίνας.

Οι οικογένειες είχαν φύγει, η οικογένεια μαζευόταν στα δικά της ξανά ν’ αντιμετωπίσει το χειμώνα.-

Από τη συλλογή 21 διηγημάτων «Το Σινέ ‘’Πανόραμα’’» (Περίπλους χ.χ.), σελίδες 31-35.

Πηγή: sarantakos.Wordpress.com

Κωμική τραγωδία!

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, συγγραφέας

Σου λέει κι ο άλλος. Ζούμε στην εποχή των social media, γιατί να χάνουμε χρόνο με συμβατικές μεθόδους προβολής της καλλιτεχνικής μας δραστηριότητας, όταν με μια “εξυπνάδα” που θα γίνει viral μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση ακόμη και σε κοινά που ποτέ τους δεν θα έδιναν σημασία π.χ. σε μια παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή.

Κάπως έτσι λοιπόν πρέπει να σκέφτηκε κι ο δημοφιλής ηθοποιός που παρά τις δεκαετίες καριέρας και την αναγνώριση από το κοινό, ένιωσε την ανάγκη να μπει στη διαδικασία της πρόκλησης για λίγα λεπτά παραπάνω μαζικής δημοσιότητας.

Από την έκφραση του, στη φωτογραφία που κυκλοφόρησε, φαίνεται ότι απολαμβάνει ιδιαίτερα την πράξη του κι αισθάνεται ευτυχής που συνέλαβε μια τέτοια… ευφυή ιδέα για να γίνει… talk of the day, στα στόματα όλων μας.

Ο Κρέοντας, λοιπόν, γίνεται στόχος του ηθοποιού, ως σύμβολο της εξουσίας. Κι αφού στις μέρες μας, βαλθήκαμε να καταδικάσουμε κάθε μορφή εξουσίας, λες κι υπάρχουν μεγάλες κοινωνίες που μπορούν να σταθούν παραπάνω από δευτερόλεπτα δίχως την οργάνωση τους νόμους και την τάξη της εξουσίας, τι πιο ταιριαστό για έναν υπηρέτη της υποκριτικής να παριστάνει τον επαναστάτη, τον αντικομφορμιστή, ακόμη κι όταν έχει μπερδέψει εντελώς το νόημα της αρχαίας τραγωδίας δίνοντας της ερμηνείες επηρεασμένες από σημερινά, παραπλανητικά γεγονότα.

Γιατί πέρα από το επικοινωνιακό ατόπημα και η δικαιολογία της προσβλητικής τοποθέτησης είναι άτοπη και άσχετη με το πραγματικό νόημα της “Αντιγόνης”.

Ο Κρέοντας δεν εκπροσωπεί το πρότυπο του στυγερού καταπιεστή ή του ηγέτη μιας ολοκληρωτικής κρατικής οντότητας. Αυτό που αντιπροσωπεύει είναι την ευταξία, την πίστη στη σταθερότητα, στην τήρηση του νόμου όσο αυτός ισχύει, γιατί αλλιώς το άτυπο ηθικό δίκαιο των πολλών καταντάει μια γενικόλογη προτροπή δίχως όρια.

Ίσως ο γνωστός ηθοποιός να νιώθει δικαιωμένος για την πράξη του. Ακούστηκε πολύ, συζητήθηκε ακόμα περισσότερο, προκάλεσε αντιδράσεις, άρα εξάντλησε την επικοινωνιακή δυναμική της, Ένας καλλιτέχνης όμως που προκαλεί επειδή… νομίζει ότι έτσι προβάλλει την υπεροχή της ηθικής, με ακρότητες και λεκτικές ακροβασίες μόνο ήθος δεν ποιεί. Μάλλον ξεφτιλίζει το γράμμα του “γραπτού νόμου” αλλά και το νόημα του “ηθικού νόμου”,