ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ (διήγημα)

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ του Παναγιώτη Κουσαθανά
(Συνάντηση με τον Ι.Π.Κ. α’)
Cum mortuis in lingua mortua

Εκείνος μαγείρευε κι εγώ δίπλα του τον παρακο­λουθούσα με κατάνυξη αυτή τη φορά όμως συνέβη το αντίθετο Ζωσμένος την ποδιά μου πολεμούσα στον πάγκο της κουζίνας με τα χαντζάρια και τα τηγάνια μου κι εκείνος καθισμένος σε μια καρέκλα με συμβούλευε κάνοντας πως δεν βλέπει το σκόρδο που περίμενε καθάρισμα στο τραπέζι αυτός που δεν με άφηνε να μαλάζω τα χέρια μου με μυρωδιές «—Ο σαραβάς! αλλού τόνε λένε γλανιό ή σαλούβαρδο Δεν υπάρχει καλύτερο ψάρι για τηγάνισμα και σαβόρε αλλά να ’ναι φρέσκος κι όταν λέμε φρέσκος εννοούμε φρέσκος της ώρας “η κεφαλή στο τηγάνι η οργιά στη θάλασσα” όπως λέμε αλλιώς δεν αξίζει Λαδάκι της ελιάς της ελιάς τού θεού ;άκουσες; όχι τα παλιόλαδα που πάτε κι αγοράζετε· μακριά απ ’ αυτά όλο αρρώστια και χολέρα είναι Στο σαβόρε θα βάζεις καινούργιο λάδι όχι εκείνο με τα καμένα αλεύρια απ’ το τηγάνι­σμα αυτό περίχυνέ το στα μουλιασμένα ξεροκόμματα για τις όρνιθες γιατί ’ναι κρίμα να πηγαίνει χαμένο Το ψιλοκομμένο σκορδάκι με το αλεύρι να μην τσιγαρίζεται πολύ και πικραίνει Το δεντρολίβανο πλυμένο καλά γιατί το κουτσουλούν οι σπουργίτες στην αυλή και ;πού ’σαι; να βάζεις ολόκληρο το κλαδάκι μην το μαδάς μέσα κι ύστερα τρως και φτύνεις τα ξύλα Το σαβόρε πρέπει να τ’ αφήνεις για μια μέρα στην μπάντα εκτός ψυγείου να ζυμώνονται οι γεύσεις του κι οι μυρωδιές άντε για πρώτη και τελευταία φορά δεν πειράζει που δεν θα μείνει ν’ απολο’χάνει αφού κι εγώ απρόσκλητος σου ’ρθα και ;βλέπεις; τα μάτια σου δεκατέσσερα το ξίδι από το βαρελάκι της αποθήκης να το βάνεις στο φαΐ με το σταγονόμετρο γιατί ’ναι Τούρκος!»

Έκανε μια μικρή παύση «-Σού ’χω πει το πιπεροξιδάτο κατόρθωμά μου μια φορά; Του ‘γνεψα πως όχι κι άρχισε να μου εξιστορεί το χωρατό που θυμήθηκε πάντα του άρεσε να διηγιέται τα καμώματά του στρατιωτικά κυνηγετικά αλιευτικά αγροτικά και επαγγελματικά «—…ο καημένος ο φίλος μου ο Γιακουμάκης ακόμα θα φυσά το στόμα του για να του περάσει η καήλα! αλλά ;ποιο στόμα το ’δες που πάλι το ξέχασα μπας κι έχουν χείλια οι αποθαμένοι να φυ­σούν όταν καούν και να μιλούν όταν συναντιούνται καληώρα σαν κι εμάς τώρα;» Γελάσαμε κι οι δυο με το πάθημα του Γιακουμάκη κι ύστερα συνέχισε τις συνταγές του για το δείπνο μας από εκεί όπου είχε σταματήσει «—Δεν έχει καλύτερη σαλάτα που να ται­ριάζει με το σαβόρε από τη μαρουλοσαλάτα που κόβεις τώρα» μου είπε «έτσι μπράβο! κρεμμυδάκι τρυφερό ψιλοκομμένο άνηθο λίγο αλατάκι χωρίς τσιγκουνιά το λάδι αλλά το ξίδι με φρονιμάδα “ξίγγικος στο ξίδι μπόλικος στο λάδι φρόνιμος στ’ αλάτι και λωλός στο τάραγμα” που λέγανε κι οι παλαιοί το πολύ πολύ να βάλεις καμμιά θρούμπα μέσα και δυο-τρεις κάππαρες με τα φυλλαράκια και τ’ αγγουράκια τωνε Δεν πάει να πει πως βάνομε και τα σαράντα φτύσματα μόνο και μόνο επειδή τή λέμε “σαλάτα” άλλη ιστορία αν απλώσεις μερικές πιπεράτες σαρδέλες “Λούκας” πάνω πάνω Λιγοστά μα στυλωτικά πράματα ’ρέ’εται η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου αλλά εσείς μου ’χετε πιασμένες καινούργιες μόδες τώρα… άμα ξέρεις τι τρως το τρως με άλλη όρεξη όπως τον χορό που τον χορεύεις ασίκικα όταν γνωρίζεις τον σκοπό που σου παίζουνε» Γύρισα με τρόπο από την άλλη με­ριά και κρυφά χαμογέλασα άνοιξα το ντουλάπι πάνω από τον νεροχύτη κι έβγαλα μια κονσέρβα πικάντικες σαρδέλες τις άνοιξα τις στράγγιξα και τις άπλωσα πάνω στη σαλάτα ξέροντας πως η μόνη παραχώρηση που έκανε στις κονσέρβες ήταν σ’ αυτές ακριβώς τις πορτογαλέζικες σαρδέλες για τις οποίες τρελαινόταν· όσο ετοίμαζα τη σαλάτα εκείνος συνέχιζε τον χαβά του «—Αφερίμ! βλέπω πως δεν πήγαν χαμένα τα μαθήματα που σου ’δωσα έτσι κόβουν οι καλοί μαγείροι μαζεμένα τα δάχτυλα προς τα μέσα μη φάμε και ωμό κρεατικό μαζί! ;δεν είπαμε πως όσο πιο απλά και λίγα πράματα στη σαλάτα στο φαΐ και στη ζωή τόσο το καλύτερο;» είπε με προσποιητή σοβαρότητα Αμέσως μετά ξαφνικά κι απρόσμενα με ρώτησε «—;Πώς τα πας με τη ζωή σε μεταχειρίζεται καλά;» Είπε «μεταχειρίζεται» σαν να ’μουν σκλάβος της πράμα ή παιγνιδάκι δεν είπε «συμπεριφέρεται» όπως συνηθίζομε να λέμε βάζοντας υποτιμητικά τη ζωή στη θέση του άτακτου παιδιού που επιδέχεται σωφρονισμό διά της γνωστής δοκιμασμένης μεθόδου Διακρίνοντας τον προστατευτικό τόνο στην ερώτησή του βιάστηκα να κουνήσω το κεφάλι καταφατικά θέλοντας να του δείξω πως αρμενίζω χωρίς ιδιαίτερα μπουρίνια και φουρτούνες ωστόσο απορημένος αναρωτήθηκα από μέσα μου «—Καλά ;τί ’ναι τούτο πάλι; αυτός προσγειωμένος και χωμάτινος ξεζουμίζει με τον τρόπο του την κάθε στιγμή της ζωής κι έμαθε κι εμένα να κάνω το ίδιο χωρίς να γκρινιάζω ;πώς του’ ρθε τώρα πως μπορεί και να παραπονιέμαι;»

Έχοντας πια τελειώσει το «μάθημα» της μαγειρικής πήρε φόρα κι άρχισε να με ρωτά κι άλλες ερωτήσεις προσωπικές και μάλλον αδιάκριτες ενώ δεν ήταν του χαρακτήρα του και ποτέ άλλοτε δεν το είχε κάνει. Από την πρώτη κιόλας ερώτηση διέβλεψα μέσα του ως να ήταν τώρα πια ομοιοπαθής συνοδοιπόρος της δικής μου ζωής την άκακη φιλάλληλη μάλλον και συμφιλιωτική «πονηριά» που μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι διαθέτουν Το σκανταλιάρικο χαμόγελό του δεν άφηνε αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ περισσότερα για τον εαυτό μου από εμένα τον ίδιο και είχα συνεχώς την εντύπω­ση ότι παρά το ανυπόκριτο ενδιαφέρον του απαντούσα σε έναν άνθρωπο που ήξερε κιόλας τις απαντήσεις Ανακουφισμένος λες κι αυτό ήταν που μια ζωή περίμενα αποκρινόμουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια πρωτόγνωρη για μένα τον δειλό άνεση χωρίς καθόλου να δυσανασχετώ αντιθέτως ένιωθα να φεύγει σιγά σιγά ένα βάρος από πάνω μου να με θωρακίζει μια μακροφτέρουγη προστασία και να με κατακλύζει μια ηρεμία λυσιμελής και ενώ το βλέμμα του στην αρχή της κάθε ερώτησης έδειχνε ανείπωτη ανησυχία μετά από τις απαντήσεις μου το πρόσωπό του γέμι­ζε από αγαλλίαση λάμποντας σαν ήλιος Ύστερα και άλλη παύση αυτή τη φορά μεγαλύτερη όπως εκείνες τις απειλητικές και δυσοίωνες στη Μουσική που λένε πιο πολλά από το ίδιο το μέλος («minaccioso e sinis­tro» θα σημείωνα στην παρτιτούρα αν έγραφα τώρα νότες αντίς για λέξεις) Κατάλαβα πως δεν είχε να με ρωτήσει τίποτε άλλο «—;Κρασάκι ή μπιρίτσα θα πιούμε;» του πέταξα αν και ήξερα πως του άρεσε να πίνει με το φαΐ ένα ποτηράκι ’λιαστό κρασί Απάντη­ση δεν πήρα τον ξαναρώτησα γυρνώντας να κοιτάξω στην καρέκλα όπου καθόταν Άφαντος! «—Αχ πατέρα πατέρα!» ψέλλισα «πάντα έρχεσαι γλιστράς και σαν πουλί φεύγεις! αυτή τή φορά τουλάχιστο πρόλαβα να σου πω όσα είχα στοιβαγμένα μέσα μου εγώ όμως μόνο για σένα μαγείρεψα! ;γιατί δεν μού ’πες πως οι πεθαμένοι δεν κάθονται να δειπνήσουν στην ίδια τάβλα με τους ζωντανούς;»

Πηγη: sarantakos.Wordpress.com

Η φωτογραφία – σύμβολο της λήξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Θρυλική ασπρόμαυρη φωτογραφία, που τράβηξε ο αμερικανός φωτορεπόρτερ Άλφρεντ Άιζενστατ, στις 14 Αυγούστου 1945, κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών στη Νέα Υόρκη για την παράδοση της Ιαπωνίας και την ουσιαστική λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μέσα στον γενικό ενθουσιασμό, ένας ναύτης αρπάζει μια νοσοκόμα και της δίνει ένα παθιασμένο φιλί στην Τάιμς Σκουέαρ. Ο Αϊζενστατ τριγυρνώντας με τη φωτογραφική του μηχανή μάρκας Λέικα στους δρόμους της αμερικανικής μεγαλούπολης απαθανατίζει τη στιγμή. Η φωτογραφία, που τον έκανε διάσημο, θα δημοσιευτεί στο περιοδικό Life. Όπως αποκάλυψε χρόνια αργότερα, εάν ο άνδρας δεν φορούσε μαύρα και η γυναίκα λευκά, δεν θα είχε τραβήξει ποτέ τη συγκεκριμένη φωτογραφία.

Ο Άιζενστατ, όπως ήταν φυσικό, δεν κράτησε τα ονόματα των πρωταγωνιστών της διάσημης φωτογραφίας του, με αποτέλεσμα πολλοί -άνδρες και γυναίκες- να διεκδικήσουν τη δόξα. Για τη γυναίκα ήταν σχετικά εύκολο να αποκαλυφθεί ότι ήταν η Γκρέτα Φρίντμαν, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών. Την ημέρα που τραβήχτηκε η φωτογραφία ήταν 21 ετών και εργαζόταν ως βοηθός οδοντιάτρου. Το 2012 αποκάλυψε ότι δεν είχε δει καν τον ναύτη προτού την αρπάξει στην αγκαλιά του.

Για τον ναύτη της φωτογραφίας υπήρξαν αμφισβητήσεις, καθώς το πρόσωπό του δεν φαίνεται καθαρά. Πολλοί διεκδίκησαν να είναι οι ναύτες της φωτογραφίας και μάλιστα κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να το πετύχουν δικαστικά. Ύστερα από διαμάχη ετών, σήμερα πιστεύεται ότι ήταν ο Τζορτζ Μεντόνσα, που βρίσκεται εν ζωή και τότε σε ηλικία 23 ετών υπηρετούσε τη θητεία του στο Ναυτικό και ήταν σε άδεια.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ποια εκ των δύο

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέον Άστυ στις 12 Αυγούστου 1906. Ο «Κοσμοκαλόγερος» των ελληνικών γραμμάτων φιλοσοφεί και αυτοσαρκάζεται…

Τον Ιούνιον ανεχώρησα εις την πατρίδα μου, αποκομίζων την πεποίθησιν ότι τα ισχυρὰ νικούν πάντοτε εις αυτὸν τον πλάνον κόσμον και τα ωραία, τα νεαρὰ και τα υγιή. Και ώκτειρα την τύχην της πτωχής Ευθυμίας ― ούτως εκαλείτο, ναι. Και την μικρὰν αδελφήν της την έλεγαν Βάσω. Η Βάσω ήτο νεαρωτάτη, μόλις 17 ετών. Ωραία, δροσερά, και τόσον ροδοκόκκινη εις τα μάγουλα, ώστε ενόμιζέ τις ότι τώρα εξήλθε μόλις απο το βαφείον της κομμωτρίας, καὶ ότι το χρώμα δεν είχε στεγνώσει ακόμη επάνω της.
Εν τούτοις, με όλον αυτό το ρόδινον κάλλος της, αύτη ειργάζετο καθημερινώς εις το εργαστήριον υποδηματοποιού της πολυτελείας, παρά την οδόν Σταδίου. Ήτο βιοπαλαίστρια, εξ απαλών ονύχων, η πτωχὴ κόρη.
Ήσαν θυγατέρες του σπιτονοικοκύρη μου, εις ένα δρομίσκον παρὰ το Γεράνι. Και η Ευθυμία δεν έπαυε να εργάζεται κατ᾿ οίκον. Αδελφὸν δεν είχαν, μόνον μίαν μεγαλυτέραν αδελφὴν ύπανδρον, και τους γονείς των. Όλοι ήσαν φίλεργοι. Μόνον η Ευθυμία ήτο χλωμή, η δυστυχής, και ασθενικὴ την κράσιν και περιπλέον εκτάκτως χωλή, με τον γόμφον προεξέχοντα κατά το δεξιὸν ισχίον.
Ήτο αξιολύπητον πλάσμα. Αλλ᾿ εις ἐπίμετρον, η μικρὰ αδελφή της, ἡ Βάσω, την είχε παραραδιάσει, και ήτο αρραβωνισμένη ήδη. Εις απὸ την συντεχνίαν νέος, υψηλός, χλωμός, Σταύρος καλούμενος, την είχεν ερωτευθή, ὡς φαίνεται ―ή τουλάχιστον, καθὼς είχα αντιληφθή εγω, και νομίζω ότι ήμην βέβαιος περὶ τούτου― και την είχε ζητήσει εις γάμον. Ετελέσθη μνηστεία, αλλ᾿ ο γάμος έμελλε ν᾿ αργήσῃ, όπως λάβῃ καιρὸν η φιλόπονος μέλισσα, η νύφη, να εργασθή και δυνηθή να συμπληρώσῃ την προίκα της.
Τόσον βέβαιος ήμην περὶ του αρραβῶνος, ώστε είχον ακούσει την Βάσω ―ήτις πολλάκις εσυνήθιζε να κελαδή την πρωίαν έξω του παραθύρου μου, εις την αυλήν, πριν εκκινήσῃ να υπάγῃ εις την εργασίαν της― την είχα ιδεί, λέγω, πως ήτον αυτή, και την είχα ακούσει ομιλούσαν περί του μνηστήρος, να εκφράζεται ούτω: «ο Σταύρος μου».
Δεν υπήρχεν άρα αμφιβολία ότι η αρραβωνισθείσα ήτο η Βάσω. Και καθὼς πάντοτε συνηθίζω, πλανώμενος συχνὰ περὶ προσώπων και πραγμάτων, εφιλοσόφουν μέσα μου κι έλεγα: «Βεβαίως, έτσι είναι, τα κρείττω νικά. Τι λέγει λοιπὸν ὁ θείος Όμηρος, «επεὶ τα χερείονα νικά». Εκτὸς αν εις το επίθετον αποδώσωμεν όλως ηθικὴν και βεβιασμένην έννοιαν, ταλανίζοντες πικρώς ως κλαυσίνοι Ηράκλειτοι, την αδικίαν της φύσεως και της λεγομένης Τύχης. Ιδοὺ η καημένη ἡ Ευθυμία ―οποία ειρωνεία εις το όνομά της! Χλωμή, ασχημούτσικη, κουτσή, βασανισμένη, άτυχη, καταδικασμένη εις αναγκαστικὴν αγαμίαν, εις αστοργίαν και μόνωσιν, δι’ όλην την ζωήν της ― μέλλουσα εντὸς ολίγου να μείνῃ ἔρημη, ἄχαρη!… Αλλ᾿ η μικρὰ Βάσω, ἐλαφρά, ροδοκόκκινη, δροσερά. Ιδού! ἐπαραράδιασε την μεγαλυτέραν αδελφήν, και τον ά ρ π α ξ ε!… τον αρραβωνιαστικόν, εννοείται· δεν ηξεύρω αν επέτυχε το ιδανικόν της ή όχι, αδιάφορον· εργάζεται, κάμνει την προίκα της, αύριον θα πανδρευθῇ καὶ θα ζήσῃ ὅπως ὅλος ὁ κόσμος ― μὲ όλας τὰς αφεύκτους κοινοτοπίας, «όπως κουτσαίνει όλος ὁ κόσμος, θα κουτσαίνη κι αυτή»· (μόνον η πτωχὴ αδελφή της κουτσαίνει κατὰ ιδιάζοντα τρόπον!) με όλας τας εναλλαγὰς της λύπης και της χαράς· θα ζήσῃ κατὰ κόσμον, και ημπορεί, αν θέλῃ, να ζήσῃ κατὰ Θεόν. Αλλ᾿ η Ευθυμία, ἡ ταλαίπωρη!…

Επὶ τούτοις απῆλθον εις τον τόπον της γεννήσεώς μου. Διέτριψα εκεί περὶ τους 17 μήνας. Επέστρεψα εις Ἀθήνας τὸ φθινόπωρον του μεθεπομένου ενιαυτού.
Μετά τινας εβδομάδας συνέβη μίαν εσπέραν, πριν νυκτώσῃ ―αν και δεν θα ήθελα ποτὲ να περάσω απ’ εκεί, δια να μη νομίσουν, ότι επήγα δια να ζητήσω ένα τραπέζι και κρεβάτι, και δεν ηξεύρω τι άλλο, τα οποία είχον εγκαταλίπει αναχωρών― συνέβη να διέλθω απὸ την πάροδον εκείνην του Γερανίου. Αλλ᾿ ιδού, ἡ Εὐθυμία ήτο εις το παράθυρον του ισογείου.
Όταν είχα αναχωρήσει, το δωμάτιον αυτό, το προς τον δρόμον, κατείχετο απὸ μίαν γραίαν νοικάρισσαν με την κόρην της, η δε οικογένεια του σπιτονοικοκύρη κατώκει εις το βάθος της αυλής. Δια τούτο δεν επερίμενα να ίδω εκεί την Ευθυμίαν.
Με είδε και μ᾿ εκοίταξεν. Έδειξε μάλιστα, κατόπιν μικρού δισταγμού, ότι ητοιμάζετο να με κράξῃ. Τότε προλαβὼν εγω της εφώναξα μίαν καλησπέραν. Εδέησε να σταθώ προς στιγμὴν επὶ του πεζοδρομίου. Μου παρεπονέθη διατί δὲν επήγα απ’ εκεῖ· με ηρώτα που είχα κατοικήσει, κτλ.
― Και κάθεστε τώρα εδώ; είπα. Πού είν᾿ η μητέρα σας;
― Η μητέρα κάθονται απὸ μέσα.
― Πώς; Δὲν μένετε μαζύ;
― Όχι· εμείς επήραμε αυτὴν την κάμερα προς τον δρόμο.
― Εσείς, δηλαδὴ με ποιὸν άλλον;
― Με τον σύζυγόν μου.
― Αλήθεια!… έχετε πανδρευθῆ; Καλορρίζικη…
― Ευχαριστώ.
― Και ποιὸν επήρατε;
― Τον Σταύρο. Δεν το ξέρατε;
― Τον Σταύρο;… Μα, παρακαλώ, με συγχωρείτε… Ο Σταύρος δεν είχε αρραβωνισθή την Βάσω;
― Ὄχι.
― Μα εγὼ είχα υποθέσει…
― Λάθος επήρατε.
― Έχετε στεφανωθῆ λοιπόν, τώρα;
― Μάλιστα· κοντεύει χρόνος.
― Θα έχετε ίσως και παιδί.
― Ναι, ένα αγοράκι.
― Να σας ζήσῃ!… Κι ἡ Βάσω τώρα τί γίνεται;
― Πηγαίνει κάθε μέρα στου Ζ…
Ωνόμασε το υποδηματοποιείον της οδού Σταδίου.
Την απεχαιρέτησα, κι έφυγα, παύσας να φιλοσοφώ περί των εγκοσμίων.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/