Σαν σήμερα η Μάχη των Πλαταιών

Τον Αύγουστο του 479 π.Χ. (στις 27 Αυγούστου, κατά μία εκδοχή) οι Έλληνες νικούν του Πέρσες στην πεδιάδα των Πλαταιών και εξαφανίζουν οριστικά την περσική απειλή από τον ελλαδικό χώρο.

Ο Περσικός στρατός υπό τον Μαρδόνιο, αφού ξεχειμώνιασε στη Θεσσαλία, ετοιμάσθηκε την άνοιξη του 479 π.X. να επιτεθεί εκ νέου κατά της Αθήνας. Προτού όμως ξεκινήσει, ο Μαρδόνιος έστειλε στην Αθήνα το σύμμαχό του και υποτελή βασιλέα της Μακεδονίας, Αλέξανδρο Α’, με συγκεκριμένες προτάσεις ειρήνης. Πρότεινε στους Αθηναίους να γίνουν σύμμαχοί του κι αυτός θα αναλάμβανε όχι μόνο να ανοικοδομήσει την κατεστραμμένη πόλη και τους ναούς της, αλλά θα τους καθιστούσε ηγεμόνες της Ελλάδας.

Η θέση των Αθηναίων, που επιστρέφοντας από τη Σαλαμίνα μετά την περίφημη ναυμαχία (480 π.Χ.) βρήκαν την πόλη και τους ναούς τους ερείπια, ήταν απελπιστική. Εξ άλλου, οι Σπαρτιάτες, φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι δελεασθούν από τις προτάσεις του Μαρδονίου και υποκύψουν, έστειλαν κι αυτοί πρέσβεις στην Αθήνα, με εντολή ν’ αποτρέψουν την παραδοχή των προτάσεων του Μαρδονίου από τους Αθηναίους.

Οι Αθηναίοι τότε αναδείχθηκαν άξιοι των περιστάσεων. Ανέθεσαν στον Αριστείδη να δώσει την πρέπουσα απάντηση και στις δυο αντιπροσωπείες. Στον μεν Αλέξανδρο είπε: «Όσο ο ήλιος εξακολουθεί τον δρόμο του, οι Αθηναίοι δεν πρόκειται να γίνουν σύμμαχοι των Περσών. Κι επειδή έχουν τις ελπίδες στους θεούς, που τα ιερά και τα αγάλματά τους εμόλυναν και κατέστρεψαν οι Πέρσες, θα εξακολουθήσουν να πολεμούν για την ελευθερία τους». Στους δε Σπαρτιάτες απάντησε: «Ούτε τόσο χρυσάφι υπάρχει στη γη, ούτε χώρες τόσο πλούσιες, για να δεχθούμε να προδώσουμε την πατρίδα μας και να γίνουμε φίλοι των Περσών. Βιαστείτε μόνο να στείλετε βοήθεια, γιατί ο Μαρδόνιος γρήγορα θα έλθει εναντίον μας.»

Όταν ο Μαρδόνιος πληροφορήθηκε την απόρριψη των προτάσεών του, ξεκίνησε αμέσως από τη Θεσσαλία, εισέβαλε στην Αττική, που την κατέλαβε και τη λεηλάτησε. Έπειτα, αφού προχώρησε ως την Αθήνα, που τη βρήκε πάλι έρημη από κόσμο, κατάστρεψε ό,τι είχε απομείνει από την πρώτη καταστροφή κι επέστρεψε και στρατοπέδευσε στη Βοιωτία.

Οι Έλληνες με αρχηγό το βασιλιά της Σπάρτης Παυσανία και με την καθοριστική συμμετοχή των Αθηναίων υπό τον Αριστείδη, στην αρχή φοβήθηκαν και παρατάχθηκαν στις υπώρειες του Κιθαιρώνα. Ο Μαρδόνιος έστειλε εναντίον τους το Ιππικό του, αλλά οι Έλληνες απέκρουσαν την επίθεσή του και σκότωσαν τον αρχηγό του Μασίστιο. Το γεγονός αυτό τους έδωσε θάρρος, κατέβηκαν στην πεδιάδα κοντά στις Πλαταιές και στρατοπέδευσαν απέναντι από τους Πέρσες.

Πολύτιμες πληροφορίες για τις πολεμικές προετοιμασίες των Περσών έδωσε ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Αλέξανδρος Α’, σε μυστική του συνάντηση με τους Αθηναίους στρατηγούς τις παραμονές της μεγάλης μάχης. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αφού διακήρυξε ότι είναι Έλληνας από παλιά γενιά, τους είπε ότι δεν θέλει να δει την πατρίδα του να πέφτει από τη λευτεριά της στη δουλεία.

Στην πεδιάδα των Πλαταιών έγινε μάχη φοβερή (στις 27 Αυγούστου 479 π.Χ. κατά μία εκδοχή), στην οποία οι Πέρσες έπαθαν μεγάλη καταστροφή. Όλος ο στρατός του Μαρδονίου κατανικήθηκε και διαλύθηκε και ο ίδιος σκοτώθηκε από πέτρα, που του πέταξε ο Σπαρτιάτης Αρίμνηστος και τον χτύπησε στο κεφάλι. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, από τις 300.000 των Περσών και των Ελλήνων συμμάχων τους μόνο 40.000 γλίτωσαν και εγκατέλειψαν τον ελλαδικό χώρο με επικεφαλής τον Αρτάβαζο. Από τους 110.000 Έλληνες, έπεσαν στο πεδίο της μάχης 1360 στρατιώτες, που τάφηκαν επί τόπου με μεγάλες τιμές.

Τα άφθονα λάφυρα που κυρίευσαν οι Έλληνες στις Πλαταιές, τα μοιράσθηκαν μεταξύ τους, αφού αφιέρωσαν μεγάλο μέρος από αυτά στους θεούς. Μετά τη νίκη τους, οι Έλληνες τιμώρησαν του Θηβαίους, που είχαν συμμαχήσει με τους Πέρσες και διέλυσαν τη Βοιωτική Ομοσπονδία, στην οποία η Θήβα είχε ηγετική θέση.

Η απόκρουση και η εκμηδένιση και της δεύτερης περσική εισβολής (480-479 π.Χ.) είναι ένα γεγονός με πολύ μεγάλη σημασία για τον ελληνικό κόσμο, αλλά και για τον κόσμο ολόκληρο. Οι ελληνικές πόλεις εξασφάλισαν την ελευθερία τους, δηλαδή την απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική, πολιτική, και πολιτιστική τους ανάπτυξη. Μπόρεσαν, έτσι, στα χρόνια που ακολούθησαν, να δημιουργήσουν ένα λαμπρό πολιτισμό, τα επιτεύγματα του οποίου έγιναν κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Νίκος Καββαδίας, Οκτώβρης 1974

Σε ένα από τα ταξίδια του, όταν το πλοίο έπιασε λιμάνι στην Αργεντινή, ο Νίκος Καββαδίας θέλησε να επισκεφτεί ένα από τα μπορντέλα της περιοχής για να απολαύσει τη γυναικεία συντροφιά. Εκεί συνάντησε μια κοπέλα, που αν και δεν ήταν πολύ όμορφη, του τράβηξε το ενδιαφέρον, γιατί πάνω στο τραπέζι του δωματίου της είχε ελληνικές εφημερίδες. Όταν ο ποιητής της μίλησε στα ελληνικά και τη ρώτησε αν είναι «πατριώτες», η κοπέλα έπεσε πάνω του και άρχισε να τον παρακαλεί να τη σώσει. Όπως του εξομολογήθηκε, όταν ήταν φοιτήτρια στη Γαλλία γνώρισε και ερωτεύτηκε ένα νεαρό. Εκείνος την έπεισε ότι την αγαπάει και κατάφερε να την κάνει να τον ακολουθήσει στην Αργεντινή. Τελικά, ο νεαρός δεν ήταν ερωτευμένος, αλλά απατεώνας, αφού μόλις έφτασαν στην Αργεντινή την πούλησε σε οίκο ανοχής. Εκεί, ήταν υποχρεωμένη να δέχεται τους «γελαδάρηδες» της περιοχής για πελάτες. Η κοπέλα έμπλεξε χωρίς να το καταλάβει και δεν μπορούσε με τίποτα να ξεφύγει από τον προαγωγό της….

Η ιστορία της Ελληνίδας συγκίνησε τον ευαίσθητο Καββαδία, που της υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε την επόμενη μέρα, μαζί με συναδέλφους του ναυτικούς για να την πάρει. Πράγματι, την επόμενη μέρα ο ποιητής ξαναπήγε στον οίκο ανοχής, μαζί με άλλους ναυτικούς. Με τη βοήθειά τους, ακινητοποίησε τον φρουρό, κατάφερε να «κλέψει» την κοπέλα και να την πάρει μαζί του στο καράβι. Εκεί, αν και ήταν μόνη της ανάμεσα σε δεκάδες άντρες, δεν την πείραξε κανείς. Όταν το πλοίο έφτασε σε λιμάνι της Ευρώπης, ο Καββαδίας κατάφερε να εξασφαλίσει στην κοπέλα εισιτήρια για την Ελλάδα….

Ο ποιητής έσωσε την κοπέλα, αλλά εκείνη, όταν τον συνάντησε αρκετό καιρό μετά, στο σπίτι του Μ. Καραγάτση, έκανε ότι δεν τον γνώριζε. Μάλιστα, όταν ο Καββαδίας έφυγε, εκείνη ρώτησε τον Καραγάτση «αυτόν εδώ τον αλήτη τι τον μαζεύεις σπίτι σου; Τον ξέρεις ποιος είναι;». Ο πεζογράφος παραξενεύτηκε από τη στάση της κοπέλας και αργότερα ρώτησε τον Καββαδία τι της είχε κάνει και γιατί τον κατηγορούσε. Ο λόγος που η κοπέλα είχε αντιδράσει έτσι ήταν επειδή επιστρέφοντας στην Ελλάδα είχε φτιάξει τη ζωή της και δεν ήθελε να αποκαλυφθεί το παρελθόν της. Ο Καββαδίας, σεβόμενος την επιθυμία της, δεν αποκάλυψε στον Καραγάτση την ιστορία της. Του είπε απλά: «Γιατί δεν την ρωτάς αυτήν, να σου πει τι της έχω κάνει;»
.
.
«Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα ’χα ζήσει και τα έγραφα παρ’ όλα αυτά, τότε ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής».

Νίκος Καββαδίας, Οκτώβρης 1974

To λιοντάρι του λογότυπου της Metro-Goldwyn-Mayer (ΜGM), σκότωσε τον εκπαιδευτή του την επόμενη ημέρα μετά τα γυρίσματα!

Πολύτιμη δεξιότητα

Όλοι μαθαίνουμε, τροποποιούμε ή καταστρέφουμε ιδέες όλη την ώρα. Η ταχεία καταστροφή των ιδεών σας όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, είναι μια από τις πιο πολύτιμες δεξιότητες που μπορείτε να αποκτήσετε.

Πρέπει να αναγκάσετε τον εαυτό σας να εξετάζει τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς

Charlie Munger

Charlie Munger, 98 χρόνων σήμερα, στενός συνεργάτης του Warren Buffett τα τελευταία 40 χρόνια, και αντιπρόεδρος της Berkshire Hathaway.

Και οι αρχαίοι το… έτσουζαν

Πηγή: Σταύρος Μαλαγκονιάρης /ΕΦΣΥΝ

Τα αμπελοτόπια και η οινοπαραγωγή στον ελλαδικό χώρο είναι μέρος της Ιστορίας, της κουλτούρας και του πολιτισμού, με την ιστορία του ελληνικού κρασιού να εκτείνεται από τον 7ο π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα.

Οι αρχαίοι Ελληνες ενέταξαν το κρασί στις θρησκευτικές τελετουργίες τους, θέτοντας, μάλιστα, ως προστάτη της διαδικασίας παραγωγής του μια θεότητα, τον Διόνυσο.

Και δεν ήταν ο μοναδικός λαός. Στην Ινδία, ο ίδιος θεός λεγόταν Σόμα (σ.σ. το Σόμα- soma- σύμφωνα με το ιερό βιβλίο Ριγκβέδα- Rigveda- ήταν τελετουργικό ρόφημα). Κατά μια άλλη εκδοχή, οι Ινδοί λάτρευαν μια θεότητα που ονομαζόταν Σοροάδειος και στα ελληνικά μεταφραζόταν Οινοποιός.

Στην Αίγυπτο, πολλά κοινά στοιχεία με τον Διόνυσο είχε ο Σέραπις, αν και κάποιοι τον ταυτίζουν με τον Οσιρις, ενώ πολλές γιορτές που γίνονταν προς τιμή του έμοιαζαν με τις «οργιακές» γιορτές του Αδώνιδος στην Ασσυρία και στη Βαβυλώνα.

Στη Παλαιά Διαθήκη, δε, διαβάζουμε ότι αμέσως μετά το τέλος του κατακλυσμού, ο Νώε «άνθρωπος γεωργός γης εφύτευσεν αμπελώνα και έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη και εγυμνώθη εν τω οίκων αυτού» (Γένεσις, κεφ. 9, παρ. 20, 21), ενώ παρακάτω υπάρχει η προτροπή της λατρείας του Θεού για να ευλογήσει τον άρτο σου, τον οίνο σου και το νερό σου (Γέν., κεφ. 23, παρ. 25).

Ομως, οι αρχαίοι Ελληνες δεν ήταν δυνατό να «περιορίσουν» τον δικό τους θεό στην προστασία της οινοπαραγωγής. Γι’ αυτό, ο Διόνυσος εκτός από θεός του κρασιού και του γλεντιού ήταν και προστάτης της τέχνης, ιδιαίτερα του θεατρικού λόγου, χαρίζοντας στον κόσμο τη σάτιρα, την κωμωδία, τη τραγωδία, το θέατρο…

Ετσι, ενώ μια σειρά μύθοι τον θέλουν «θορυβώδη γλεντζέ» με τη ζωηρή συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Σειληνούς, από την άλλη εμφανίζεται να διδάσκει, με υπευθυνότητα, τους ανθρώπους τρόπους οινοποιίας και πώς να αναμιγνύουν το κρασί με το νερό για να μη μεθάνε (σύμφωνα με τον Φιλόχορο, ο Διόνυσος δίδαξε τον βασιλέα των Αθηναίων Αμφικτύονα).

Από τα Ομηρικά έπη, ακόμα, γνωρίζουμε την κυρίαρχη αντίληψη για την ωφελιμότητα του κρασιού αλλά και πως πρέπει να πίνουμε με μέτρο, διότι, όπως λέγει ο Ομηρος, «κάμνει κακόν (εν. ο οίνος) εις εκείνον που τον ρουφά με απληστία».

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ομηρος στα έργα του αποδοκιμάζει σε πολλά σημεία και με συγκεκριμένα παραδείγματα τη μέθη. Στον αντίποδα επαινεί το κρασί, που επιδέχεται αρκετή ανάμειξη με νερό, όπως ήταν ο «οίνος του Μάρωνος», ο οποίος όταν ήθελε, με τους δικούς του, να πιουν πολύ κρασί το αραίωναν με νερό, σε αναλογία 1:20, «και τότε μια γλυκιά ευωδιά κι ουράνια απ’ το κροντήρι / χυνότανε που να μην πιεις δε βάσταε η καρδιά σου» (Οδύσσεια, Ι’ 210-211).

Ο Μάρων ήταν μυθικό πρόσωπο, που ετιμάτο ιδιαίτερα στη Μαρώνεια της Θράκης. Κατά τον Ομηρο, έδωσε στον Οδυσσέα το κρασί με το οποίο μέθυσε τον Κύκλωπα Πολύφημο. Κατ’ άλλες πηγές ήταν γιος του Οινοπίωνα, εγγονός του Διόνυσου, και δίδαξε τον τρόπο παραγωγής κρασιού στη Λέσβο.

Ο Κλέαρχος (περιπατητικός φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου, μαθητής του Αριστοτέλη, που έζησε τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ.), στο έργο του «Βίοι», γράφει ότι «απ’ το κρασί της Λέσβου, δεν είναι άλλο πιότερο γλυκό», ενώ ο Εφιππος ο Αθηναίος (ποιητής της μέσης κωμωδίας, 4ος αιώνας π.Χ.) χαρακτηρίζει το χιώτικο κρασί δυνατό.

Από τον Κλέαρχο μαθαίνουμε και μια πτυχή του εμπορίου του κρασιού μεταξύ των πόλεων. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε ότι η Αθήνα «έδωκε ατέλεια να φέρνουν εδώ πέρα κρασί λεσβιακό» και ο ίδιος το επικροτεί.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι μεταφορές κρασιού από πόλη σε πόλη υπόκεινταν σε δημόσιο έλεγχο. Αλλού επιβάλλονταν περιοριστικά μέτρα, τα οποία εν προκειμένω η Αθήνα είχε άρει δίνοντας «ατέλεια», και αλλού για περιορισμό του ανταγωνισμού, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νομοθεσία της Θάσου, σύμφωνα με την οποία πλοία με ξένο κρασί που πλησίαζαν το νησί θα έπρεπε να δημεύονται.

Πολλά στοιχεία για την παραγωγή κρασιού, τα είδη και τις ιδιότητές του υπάρχουν συγκεντρωμένα στο δεκαπεντάτομο έργο του Αθήναιου από τη Ναυκρατίδα της Αιγύπτου «Δειπνοσοφισταί», έναν συμποσιακό διάλογο με πολύτιμα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, που θεωρείται ότι γράφτηκε μεταξύ του 193 και του 197 μ.Χ. (σ.σ. Χρησιμοποιήσαμε έκδοση, σε επιμέλεια Ευάγγελου Παπανούτσου και εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Ευάγ. Φωτιάδη. Εκδόσεις «Ι. Ζαχαρόπουλος»).

Σε αυτό το έργο (Βιβλίο Α΄) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, ότι:

1. Υπήρχαν κρασιά, τα οποία αναμειγνύοντο με θαλασσινό νερό, ώστε «κατά την ορθήν αναλογίαν και μέθην προκαλούν και την κοιλία διευκολύνουν και τον στόμαχον ερεθίζουν και αέρια προκαλούν και συμβοηθούν εις την πέψιν της τροφής» (σελ.111).

Αρκετοί πίστευαν ότι αυτόν τον τρόπο οινοποιίας είχε διδάξει ο Διόνυσος, όπως φαινόταν και από τον μύθο κατά τον οποίο όταν απειλήθηκε από τον μυθικό βασιλιά της Θράκης Λυκούργο, βρήκε καταφύγιο στη θάλασσα.

Το κρασί, το οποίο παρασκευαζόταν από πρόσμειξη του μούστου με θαλασσινό νερό, ονομαζόταν «ανθόσμιος οίνος». Ο Φανίας ο Ερέσιος για τη διαδικασία παρασκευής αναφέρει ότι «εις πεντήκοντα μέρη μούστου χύνεται ένα μέρος θαλασσίου ύδατος και γίνεται ανθοσμίας».

Αντίθετα, για το κρασί της Χίου και της Λέσβου ταίριαζαν τα «καθαρά νερά». Στη Μυτιλήνη, το γλυκό κρασί που παρήγαν το ονόμαζαν πρόδρομον (πρώιμο) και άλλοι πρότροπον (από απάτητα σταφύλια).

2. Τα βασικά είδη των οίνων ήταν το λευκό, το κιτρινωπό [στο πρωτότυπο κιρρός = υπόξανθος] και το μαύρο.

«Και το λευκόν είναι φυσικώς ελαφρότατον, διουρητικόν, θερμαντικόν και χωνευτικόν, αλλά ανάβει το κεφάλι, διότι εξατμίζεται. Το μαύρον πάλιν που δεν γλυκίζει είναι θρεπτικώτατον και στυπτικόν, όταν δε γλυκίζη, είναι θρεπτικώτερον και από τα λευκά και από τα κιτρινωπά κρασιά». (σελ. 111)

3. Αλλες περιοχές που παρήγαν εκλεκτά κρασιά διαβάζουμε ότι ήταν:

Η Ικαρία, όπου στην Πράμνον παραγόταν ο γνωστός και από τα Ομηρικά έπη Πράμνιος οίνος, που μερικοί ονόμαζαν και «φαρμακίτη», για τον οποίο ο Επαρχίδης ο Πράμνιος γράφει ότι «δεν είναι ούτε γλυκύς ούτε παχύς, αλλά στυφός και σκληρός και έχει πολλήν δύναμιν».

Η Χαλκιδική, ειδικά η Μένδη για το «λεπτό και άσπρο» κρασί της και η Ακανθος, αποικία των κατοίκων της Ανδρου, στον ισθμό του Αθω, η Μαγνησία με το «γλυκόπιοτο κρασί», η Θάσος, όπου το κρασί είχε «μήλου μυρωδιά», η Λήμνος, η Εύβοια, η Σάμος, η Νάξος, η Σκιάθος και η Σκόπελος, όπου παραγόταν ο Πεπαρήθιος οίνος.

Από τα νησιά του Ιονίου, διαβάζουμε για το κρασί της Κέρκυρας που θεωρούνταν καλό όταν είχε παλιώσει και για τα κρασιά της Λευκάδας και της Ζακύνθου που χαρακτηρίζονταν δυνατά.

Πολλές αναφορές γίνονται για το «βίβλινο» κρασί, που εικάζεται ότι προερχόταν από τη Βιβλία ή Βίβλο, πιθανότατα χώρα της Θράκης, η οποία συνολικά φημιζόταν για τα γλυκά κρασιά της.

Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει για τα κρασιά της περιοχής της Πελοποννήσου, καθώς από την περίοδο του Μυκηναϊκού πολιτισμού υπάρχουν αναρίθμητες ενδείξεις της παραγωγής, κατανάλωσης κι εμπορίας κρασιού στις εν λόγω περιοχές.

Να σημειωθεί δε ότι οι ιστορικοί αμπελώνες της Πελοποννήσου ξεκινούσαν βορειοανατολικά με τον αμπελώνα στη Νεμέα Κορινθίας, όπου ανασκαφές έχουν φέρει στο φως αρχαίους αμπελώνες, φυτεμένους σε τάφρους, στο ιερό του Διός. Εκεί παραγόταν από την αρχαιότητα ο Φλιάσιος οίνος, το σημερινό «Αγιωργίτικο κρασί».

Για το κρασί της Κορίνθου διαβάζουμε ότι ήταν «σκληρό», ενώ ο Αλκμάν (λυρικός ποιητής του 7ου π.Χ. αιώνα) χαρακτηρίζει «άπυρο (άψητο) και μυρωδάτο» το κρασί που παράγεται στους Πέντε Λόφους, τόπο που απείχε από τη Σπάρτη 7 στάδια.

Ξέρατε ότι:

■ Οι αρχαίοι Ελληνες έπιναν το κρασί αναμειγνύοντάς το με νερό, σε αναλογία συνήθως 1:3 (ένα μέρος οίνου προς τρία μέρη νερού) και διέθεταν ειδικά σκεύη (κρατήρες) για την ψύξη του;

■ Στα Ομηρικά έπη το πρωινό περιλάμβανε ψωμί βουτηγμένο σε «άκρατον (=ανόθευτον) οίνον» ως μια εξαιρετικά θρεπτική τροφή;

■ Το αρχαιότερο κρασί με ονομασία προέλευσης θεωρείται ότι ήταν το κρασί Δένθις, που παρήγετο στη Δενθαλιάτιδα Χώρα (σημερινή περιοχή Αλαγονίας, στη Μεσσηνία);

■ Σύμφωνα με τον Θεόπομπο τον Χίο, οι πρώτοι που παρήγαγαν μαύρο κρασί, το οποίο ο Ομηρος ονομάζει «αίθοπα οίνο», ήταν οι Χίοι;

■ Επί Τουρκοκρατίας ο φόρος των οινοπνευματωδών επιβλήθηκε, για πρώτη φορά, σε όλες τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1791 και ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις στην Κρήτη;

■ Στο έργο του Σέξπιρ «Ριχάρδος ο Γ’», ο δούκας του Κλάρενς καταδικάζεται σε πνιγμό σε ένα βαρέλι με κρασί Μαλβαζία που παρασκευαζόταν στη Μονεμβάσια;

■ Από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα το κρασί ήταν ένα από τα βασικά εξαγώγιμα είδη της χώρας;

■ Ο αστεροειδής 2303 Ρετσίνα (2303 Retsina) πήρε το όνομά του από την ελληνική ρετσίνα;