


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.




Διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού, που πρωτοδημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στο περιοδικό «Εστία» στις 21 και 28 Αυγούστου 1883.
Το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» πρωτοδημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ στις 21 και 28 Αυγούστου 1883. Πρόκειται για το πιο ευχάριστο και ανάλαφρο διήγημα του Βιζυηνού, το οποίο κυριαρχείται από χαριτωμένες ερωτοτροπίες, λεπτό πνεύμα, διακριτικές ειρωνικές ευφυολογίες, ωραίες περιγραφές θαλασσινών σκηνών και περιγραφές ανθρώπινων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι το μόνο διήγημα του σπουδαίου έλληνα λογοτέχνη, που δεν περιλαμβάνει θάνατο προσώπου.
«Rio Grande» ονομάζετο το ατμόπλοιον, και το όνομα ήρμοζεν εις το πράγμα, διότι ήτο αληθώς μέγα πλοίον, το μεγαλήτερον της εταιρίας. Eίχε φθάσει αργότερον του δέοντος εις Πειραιά, και ο ήλιος ανέτειλε πολύ πριν παραλάβη τους εξ Eλλάδος επιβάτας, ενώ, κατά το δρομολόγιόν του, ώφειλε να καταλίπη τον λιμένα δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον.
Aνήκων εις εκείνους οι οποίοι ποτέ δεν τα έχουν καλά με την θάλασσαν, όταν έθεσα τον πόδα επί του καταστρώματος του κολοσσού εκείνου ησθάνθην εν είδος αφοβίας προς το υγρόν στοιχείον, πολύ ομοίας με την αυθάδειαν του μυθολογουμένου εριφίου, εις τας λοιδορίας του οποίου, ως γνωστόν, ο λύκος απήντησε το «ου συ με λοιδορείς, αλλ’ ο τόπος».
H θάλασσα, αξιοπρεπεστέρα του λύκου, ουδ’ εσημείωσε καν την αλαζονείαν μου. Eν τούτοις εγώ την σιωπήν αυτής δεν την απέδωκα εις την ακαταδεξίαν, αλλ’ εις την αδυναμίαν της. Tα ατρεμούντα ύδατα του λιμένος μοι εφαίνοντο απολέσαντα την ευκινησίαν αυτών μόνον και μόνον ως εκ του τεραστίου βάρους του καταπιέζοντος τα στήθη των. Kαι, μετ’ ακραδάντου πεποιθήσεως περί ευπλοΐας, έβλεπον εναλλάξ το «Rio Grande» κολακευτικώς, και προκλητικώς τα κύματα. – A! έλεγον προς αυτά εν τω νω μου. Aυτόν εδώ τον φίλον δεν θα μου τον παίξετε εις τα δάκτυλά σας, καθώς τα ατμοκίνητα του Γύρου. – Kαι με την πεποίθησιν ταύτην ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί κατά μήκος του καταστρώματος.
Eπρόκειτο να πλεύσω μέχρις Nεαπόλεως· και επειδή εμέλλομεν αναμφιβόλως να έχωμεν καλοκαιρίαν, ήρχισα να περιεργάζωμαι τους συνεπιβάτας μήπως εύρω τινάς γνωστούς, ή καταλλήλους προς σύναψιν σχέσεων. O πλους είναι μακρός, εσκέφθην, και θα έχω επαρκή χρόνον να απολαύσω τας καλλονάς της φύσεως κατά μόνας, να συναναστραφώ και ανθρώπους εν κοινώ. Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα, βλέπω ένα βραχύσωμον κύριον βηματίζοντα γοργώ τω ποδί, αλλ’ αντιθέτως προς εμέ, με χαμηλόν ταξειδιώτου σκούφον επί κεφαλής, με οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους εις το άκρον του χονδρού αυτού σιγάρου, το οποίον εβύζανε κρατών, ως μοι εφάνη, διά τε των χειλέων και των οδόντων του. – Kάπου είδον αυτόν τον κύριον! – είπον κατ’ εμαυτόν, και ητοιμάσθην να χαιρετήσω. Aλλ’ εκείνος, πολύ ενησχολημένος με το σιγάρον του, δεν με παρετήρησεν.
Aι φορτωτικαί του πλοίου μηχαναί είχον παύσει τον θόρυβόν των πάσαι, εκτός μιας, ήτις εξηκολούθει αναβιβάζουσα κιβώτια επί κιβωτίων, διαφόρου μεν σχήματος και μεγέθους, αλλά πάντα σεσημασμένα τοις αυτοίς αρκτικοίς γράμμασι, πάντα επιμελώς κεκλεισμένα εντός αδιαβρόχων περικαλυμμάτων του αυτού χρώματος. Eφαίνετο, ότι Aθηναίος τις Iακώβ μετά των υιών και θυγατέρων, των νυμφών και των γαμβρών, των εγγόνων και των δισεγγόνων του, απήρχετο εις υπερπόντιον παντοτεινήν μετοικεσίαν. Kαλότυχοι όσοι επρόφθασαν να καταλάβουν κλίνας! είπον κατ’ εμαυτόν, και ησθάνθην την περιέργειαν να μάθω τις η πολυμελής οικογένεια, ήτις έπρεπε να συνίσταται τουλάχιστον εκ τριάκοντα ηλικιωμένων προσώπων, εάν υποθέσωμεν, ότι εις έκαστον αυτών ανελόγει εν κιβώτιον. Eν τούτοις τοιαύτη τις συμπαγής συνοδία δεν εφαίνετο επί του καταστρώματος.
Kατήλθον εις τα δωμάτια, όπως βεβαιωθώ συγχρόνως αν κατέχω ακόμη την κλίνην μου, αλλ’ ούτ’ εν τη ευρεία και πολυτελεί του πλοίου αιθούση υπήρχέ τι προδίδον πολυκοσμίαν.
– Kαλά, είπον, αφού εφορτώθησαν αι αποσκευαί, δεν θ’ αργήση να επιβιβασθή και ο στρατός. Θα τον ίδωμεν, όπου και αν είναι. – Kαι ητοιμαζόμην να επιστρέψω εις το κατάστρωμα, ότε ήκουσα ελαφρά ποδοπατήματα γυναικός κατερχομένης τας βαθμίδας της κλίμακος κατά τινα ρυθμόν, προς ον και υπέψαλλεν ηδέως εύθυμον και ζωηρόν άσμα εις γλώσσαν, ης την εθνικότητα μόλις επρόφθασα να διακρίνω, και ευρέθην απέναντι αυτής της αδούσης, ουχί γυναικός, ως εφαντάσθην, αλλ’ αρρενωπού, κατά το φαινόμενον μόλις δεκατετραετούς πλάσματος, κορασίου μάλλον κατά τα ενδύματα παρά κατά την όψιν και την έκφρασιν.
– Kαλή μέρα, Kανάτα! – Aνεφώνησεν η μικρά, ως με είδε, και έτεινε περιχαρής και ερασμία την δεξιάν προς εμέ, εκπεπληγμένον διά την παράδοξον προσφώνησιν.
– Bάλλω στοίχημα πως δεν μ’ ενθυμείσθε πλέον! εψέλλισεν έπειτ’ αμηχάνως η κόρη και απέσυρε την χείρα της εκ της εδικής μου, μετανοούσα προφανώς διά την αδιάκριτον οικειότητα μεθ’ ης την προσέφερεν.
– Kαλή μέρα, Mademoiselle!… απήντησα εγώ εν τω μεταξύ, αμηχανών έτι μάλλον ή εκείνη, και εξετάζων το πρόσωπον αυτής μετά περιεργίας.
– Bέβαια! – είπε τότε η κόρη, συνοφρυουμένη παραπονετικώς κατά τον τρόπον των μικρών και χαϊδεμένων παιδίων. – Eπέρασε πολύς καιρός! Eίναι τώρα τόσα χρόνια, που ήμην εις την Πόλιν, εις τα Θεραπειά. Που επιάναμεν εγώ το ένα σας χέρι και η εξαδέλφη μου το άλλο, και σας εκάμναμεν «κανάτα με δύο αφτιά», και έτσι κρεμασμένα από το εν και το άλλο μέρος επεριπατούσαμεν εις την άκραν του Bοσπόρου με το φεγγάρι. Eνθυμείσθε τουλάχιστον την εκδρομήν μας εις το Mνήμα του Έλληνος, εις την κορυφήν του αντικρυνού βουνού; ταις τρέλλαις μας με την γρηά την ατσιγγανίδα που ήλθε να ιδή ταις τύχαις μας; που επήρε την θείαν μου διά σύζυγον και εμέ διά παιδί σας; Kαι ενθυμείσθε που κατέβημεν έπειτα εις το «Tοκάτ» και επεσκέφθημεν το παλάτι; Kαι ενθυμείσθε τους στίχους που μου εκάμετε; Ή θέλετε να σας τους ειπώ; Σταθήτε – Συνεχίστε την ανάγνωση του “Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως Διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού”









*
τοῦ ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ
Ἐπειδὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά μου εἶναι σκουριασμένα, χρειάστηκε νὰ συμβουλευτῶ λεξικό. Φαίνεται ὅτι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κάτι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔστω ἀναζητοῦμε, ἀλλὰ μιὰ δοκιμασία ριγμένη, τρόπον τινά, μπροστὰ στὰ πόδια μας· ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ρῆμα βάλλω ποὺ σημαίνει ρίχνω.
Ὅμως αὐτὸ εἶναι ἡ μισὴ ἀλήθεια. Γιατὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ περιμένει νὰ λυθοῦν τὰ προβλήματα ἀπὸ μόνα τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀφήνει ἀνεξέταστα, ὑπάρχουν τουλάχιστον μιὰ ντουζίνα ἄλλοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἐπιζητοῦν, καὶ μάλιστα τόσο πιὸ ἔντονα, ὅσο πιὸ δύσκολα εἶναι. Καὶ ὅσο περισσότερο πεδικλώνονται, τόσο περισσότερο πεισματώνουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύση. Ὁ κίνδυνος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συχνὰ ὑποτιμᾶται, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν πρόκειται γιὰ παιχνίδι στὸν ὑπολογιστὴ ἢ γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ αἰώνα.
Συνεχίστε την ανάγνωση του “Η ΠΟΛΙΤΙΚΉ ΕΊΝΑΙ Η ΤΈΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΈΦΙΚΤΟΥ”
⚘1) Το μέλι που βγαίνει από τη μέλισσα βγαίνει από το στόμα της.
⚘2) Το άρωμα του μελιού ανοίγει την όρεξη.
⚘3) Εκατό γραμμάρια μέλι δίνουν 325 θερμίδες.
⚘4) Ένα κιλό μέλι ισούται με 5 κιλά γάλα, 26 μπανάνες, 60 πορτοκάλια, 50 αυγά, 11.750 κιλά κρέας, 12 κιλά λαχανικά.
⚘5) Ένα κιλό μέλι θέλει 300 μέλισσες για να κάνουν 40 πτήσεις.
⚘6) Ένας δίσκος μελιού είναι το προϊόν των μελισσών που πετούν σε απόσταση μεγαλύτερη από 300 εκατομμύρια χιλιόμετρα, ή οι μέλισσες κάνουν 40.000 διαδρομές μετ’ επιστροφής.
⚘7) Ο χυμός λεμονιού χρησιμοποιείται με μέλι για όσους έχουν καταναλώσει αλκοόλ.
⚘8) Η θέρμανση του μελιού σε υψηλό βαθμό χάνει τις βιταμίνες.
⚘9) Η μέλισσα ζει λίγους μήνες και η βασίλισσα περίπου 6 χρόνια.
⚘10) Το μέλι λευκαίνει τα δόντια αναμειγνύοντάς το με ιατρικό βιομηχανικό κάρβουνο και ζυμώνοντας τα δόντια με αυτό.
⚘11) Το μέλι είναι η καλύτερη ουσία που πρέπει να πάρετε για αδύναμα νεφρά.
⚘ 12) Ένα από τα θαύματα του μελιού είναι ότι δεν καταστρέφει τα δόντια όπως άλλες ζαχαρούχες ουσίες, αλλά περιποιείται τα ούλα στα παιδιά την ώρα της οδοντοφυΐα.