Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
•Ρήσι Σουνακ 42 ετών. Πρωθυπουργός της γηραιάς Αλβιώνο. Η οικογένεια του από την Σινταγκάρ του Παντζάμπ, στο Νταρελσαλάμ της Τανζανίας και από κει ο Ρίσι στην Οξφόρδη, στο Στάνφορντ και τώρα στην Ντάουνινγκ street 10.
Ο βαθύπλουτος πεθερός και η ικανότατη στο επιχειρείν σύζυγος από την Καρνατάκα της Ινδίας, το πρώην βασίλειο της Μισόρ. Σε όποιον αρέσει, εμένα πάντως μου αρέσει, αν και δεν ξέρω τι ψάρια πιάνει. Αρχή άνδρα δείκνυσι. •Πολύ θέλω να το δω. Πως θα είναι ο ινδουιστικός όρκος ενώπιον του άρτι, μεταξύ άλλων τίτλων,ορκισθέντος ως «θεματοφύλακος της -αγγλικανικης-Πίστεως» βασιλέως Κάρολου. Πως θα το πάρει η queen consort που φέρεται ότι ανησυχούσε αν θα γεννηθεί μελαψός πριγκηψ. •Πάντως οι Σκωτσέζοι δεν φαίνεται να ενθουσιάστηκαν. •Καλά ένας δισεκατομμυριούχος θα ασχοληθεί με τους φτωχούς; Ε είπαμε μη τα θελουμε και όλα. Torry ινδικής καταγωγής μάλλον θα διαφυλάξει τις εγγλέζικες κάστες ως κόρη οφθαλμού.
Με τους ψυχικά απόκληρους τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχες τροπές καμιά φορά. Για να νιώσει κανείς έναν τέτοιο, θα πρέπει να έρθει πολύ κοντά του και να αφουγκραστεί εκείνη τη ρωγμή ή μάλλον όχι τόσο τη ρωγμή, όσο τη στιγμή που αυτή η ρωγμή κατάφερε να σπάσει τον φλοιό του εγκεφάλου του και να χύσει τους νευρικούς νευρώνες του έξω.
Σ’ ένα απομονωμένο χωριό της Δυτικής Ελλάδος στα είκοσι μου χρόνια, ένα καλοκαίρι οπωσδήποτε θανατερό για την πρωτεύουσα, βρέθηκα να απολαμβάνω την ησυχία που μου παρείχε τούτο το απόμερο μέρος. Βλέπετε η ζωή, λειτουργώντας με μυστήριους τρόπους καμιά φορά, δημιουργεί μια περίεργη φούσκα, για λίγο μόνο καιρό, όσο να δημιουργήσει συνθήκες κατάλληλες για την μετέπειτα πορεία του καθενός.
Σ’ εκείνο το χωριό λοιπόν, που ουδέποτε είχα ψάξει να το βρω μέσα στα σχολικά βιβλία της Γεωγραφίας έμαθα μια ιστορία που λίγο πολύ θα σας τη διηγηθώ όπως πάνω κάτω μου την είπε εκείνος. Δεν σκοπεύω να χρησιμοποιήσω λογοτεχνικές πινελιές για να την χρωματίσω ή να την ωραιοποιήσω, διότι φαντάζομαι, χωρίς να το ξέρω με βεβαιότητα, πως ούτε και σ’ εκείνον θα άρεσε να πειράξω το παραμικρό.
Στο χωριό ο Θωμάς είχε έρθει στα 1939. Στη δύσκολη ζωή του αγρότη, που την έμαθε απ’ τον πατέρα του, μπορεί να φανταστεί κανείς ότι δεν είχε και κάτι συνταραχτικό να περιμένει. Ξυπνούσε πάντοτε στις 5 το πρωί και ζαλωνόταν στη πλάτη το τσαπί ν’ ανέβει στο ρουμάνι. Ήτανε είκοσι χρονώ. Τα ρούχα του γεμάτα κοπριές και χώματα. Υπήρξε όμως, λέγανε, καλό παιδί. Με το τραγούδι έφευγε και με αυτό γυρνούσε πολύ αργά κάθε βράδυ. Κι η μάνα του, η κυρά Μαργάρω ήταν περήφανη που την είχε αξιώσει ο θεός με τέτοιο γιο.
Ξημέρωνε άσχημος καιρός εκείνα τα πρωινά. Το έβλεπες στον ουρανό που είχε ώς και το χρώμα αλλάξει. Όμως ο Θωμάς είχε πάντα ένα τραγούδι στα χείλη, ένα τραγούδι που μίλαγε για μια κατσαρομάλλα λυγερή που τη λέγανε Μαρία. Θα σας το τραγουδούσα αν ήξερα πως τρέχανε τα λόγια, μου το τραγούδησε μία φορά σε μια αναλαμπή του, μα ήταν τόσο σύντομη που μόλις που θυμάμαι κάτι σαν τ’ άναρθρα επιφωνήματα ενός πληγωμένου ζώου.
Η Μαρία, αυτή για την οποία μιλούσε το τραγούδι του Θωμά, ήταν ένα κορίτσι στα δεκαοχτώ που δεν το είχε ακόμη ψήσει πολύ ο ήλιος. Είχε όμως όλη τη φλόγα της νιότης της, τόσο ψηλά υψωμένη, τόσο περήφανη που ούτε ο Θωμάς δεν μπόρεσε να μη την αγαπήσει. Ήταν αταίριαστα παιδιά, εκείνη με μαύρα κατσαρά μαλλιά, όπως και στο τραγούδι, λευκή και με πιγούνι που φανέρωνε τον χαρακτήρα της. Εκείνος πάλι, ένα παιδί ψηλό, ηλιοκαμένο με κόκκινα παράξενα μαλλιά, που ξάνθιζαν στις άκρες όταν ξεχνιότανε να κουρευτεί.
Κι ενέδωσαν στην τρέλα της αγάπης. Τότε μόνο, τον καιρό που προηγήθηκε της τρέλας, ήτανε ο Θωμάς ο εαυτός του και ψυχικώς καλά. Τότε μόνο, τον καιρό που προηγήθηκε της ηρεμίας, ήταν η Μαρία δροσερή σαν εκείνο το τραγούδι.
Πολύ γρήγορα έφτασε και στο χωριό τους ο πόλεμος. Οι άντρες φύγανε για τα βουνά. Μα ο Θωμάς δεν ήθελε να πάει. Ανησυχούσε για τη μάνα του, για τη Μαρία και τη γη. Ήτανε, βλέπετε, βαθιά δεμένος και με τα τρία σημεία της ασήμαντης ζωής του. Η Μαρία πάλι ανένδοτη. Έφτυνε εμπρός τους στα φανερά όπου απαντούσε στο δρόμο της εχθρούς. Στην αρχή εκείνοι γελούσαν και θαύμαζαν το θράσος στης κοπέλας. Εκείνη, ο πατέρας της μάλλον, έκρυβε στο καφενείο της οικογένειας αντάρτες και αγωνιστές. Μα οι άλλοι το έμαθαν.
Όταν άκουσε τους πυροβολισμούς ο Θωμάς δεν πίστεψε πως ήτανε και τόσο πολύ αργά. Αλλά ποτέ δεν είχε και πολύ καλή σχέση με τον χρόνο∙ καθώς ανέβαινε στα χωράφια του, σταμάταγε, ή κυλούσε πολύ πιο αργά απ’ το συνηθισμένο.
Πρώτα πυροβόλησαν τον πατέρα. Μετά εκείνη, που πήγε να τον σώσει. Κι έπειτα τη μάνα της, είπαν για παραδειγματισμό. Ο Θωμάς φτάνοντας, πήρε στα χέρια το κορμί της· όπως του φάνηκε βαρύ, κοιτούσε τριγύρω τους συγχωριανούς, μη ξέροντας τι να το κάνει.
Όταν σας ανέφερα στην αρχή για τη ρωγμή, το έκανα γιατί σε τούτο ακριβώς το σημείο κάθε φορά που μου το έλεγε, έσπαγε πάντα η φωνή και μετά δεν μπορούσα για μέρες πολλές να καταλάβω τι μου έλεγε. Μετά, ερχόταν μόνος του και συνέχιζε την εξιστόρηση από κείνο το σημείο, που επιμελώς το απέκρυπτε στη μνήμη, να μου μιλά για τα υπόλοιπα. Δεν έλαβε μέρος στην αντίσταση, δεν θα τον έπαιρνε κανένας. Σταμάτησε να πηγαίνει στα χωράφια. Τα χωράφια έγιναν ένα μεγάλο δάσος. Δεν πλενόταν κι ούτε έτρωγε σε τραπέζι, μόνο μάζευε τα μήλα που έπεφταν απ’ τις μηλιές. Η μάνα του λίγο καιρό μετά, μέσα στην κατοχή, πέθανε κι αυτή από τον καημό της, οι χωριανοί είπανε απ’ την πείνα, που να ξέρανε κι αυτοί.
Ένα βράδυ, μήνες μετά το φονικό, ο δρόμος του αργά το βράδυ τον έφερε μόνο του έξω από το καφενείο. Παρατημένο και κλειδωμένο. Έσπασε με μια πέτρα το παράθυρο και κατοίκησε εκεί. Δεν έβγαινε πολύ τη μέρα, λες και το φως του ήλιου του έκανε κακό. Μόνο τις νύχτες έβγαινε και πήγαινε εκεί που είχαν θάψει ο πρόεδρος και οι συγχωριανοί τη Μαρία και τους δικούς της. Κοιμότανε πάνω στο μνήμα της, κουλουριαζόταν σαν το δαρμένο το σκυλί επάνω εκεί στο μάρμαρο και μόλις έβγαινε το πρώτο φως της μέρας, προτού τον δει κανείς, ξαναγυρνούσε στο λαγούμι του.
Μια φορά έτυχε να τον δω, γυρίζοντας με το πρώτο φως της μέρας και τρόμαξα πολύ. Πήγαινε σα χαμένος και τραγουδούσε – Μαρία, κατσαρομάλλα λυγερή. Τα κατακόκκινα μαλλιά του είχαν μακρύνει αρκετά και τα γαλάζια μάτια του πετούσαν σπίθες. Του μίλησα, γιατί άκουσα την ιστορία του και γίναμε κάπως σαν φίλοι. Δεν μου απάντησε. Δεν με αναγνώρισε. Μόνο τον σταμάτησε ο ήχος της φωνής μου.
Ξαναγύρισε ακριβώς κατά πίσω, από κει που ερχόταν, τρέχοντας. Με μια ανάσα έτρεξα ξοπίσω. Και κει τον είδα να κρύβεται πίσω από το μνήμα της Μαρίας που είχε πλέον κρυφτεί από χορτάρια κι από βάτα. Λυπήθηκα. Και του το είπα. Και μου απάντησε πότε ήταν η τελευταία φορά που εκείνος λυπήθηκε στη ζωή του. Ήταν ένας πόνος αλλόκοτος. Χαρά μαζί και πόνος. Στην Απελευθέρωση, όταν όλος ο κόσμος, η χώρα, το χωριό αγκαλιαζότανε στους δρόμους και χτύπαγε τις καμπάνες για τα νέα τα χαρμόσυνα, ο Θωμάς πήγε μέρα στο κοιμητήριο για ν’ απαντήσει τη Μαρία.
Όλοι τριγύρω χαίρονταν, ενώ εκείνος στεκότανε μπροστά της μουρμουρίζοντας. Ποιος ξέρει τι της έλεγε. Δεν έμαθε κανείς. Δεν το ξανάπε άλλη φορά. Εκείνη μοναχά, τη μία. Κι άλλους που ρώτησα δεν γνώριζαν να μου το πουν.
Με τα χρόνια σταμάτησε το τραγούδι της Μαρίας. Κανένας δεν ήξερε τι έλεγε ανάμεσα από τα βρώμικα, λευκά του γένια. Κι ένα πρωί, το 2000 που ήμουνα πια χρόνια ξενιτεμένος, έμαθα πως τον βρήκανε επάνω στο τάφο της Μαρίας κοκαλιασμένο από το κρύο, κι αν δεν είχε πάει κάποιος του δήμου να καθαρίσει το ρουμάνι θα έμενε για μέρες ξεχασμένος πάνω εκεί. Και λυπήθηκα όταν έμαθα τον δεύτερο του θάνατο. Γιατί ο πρώτος ήταν μια ρωγμή – εκεί κάπου το ’40 που χύθηκαν οι λογικοί νευρώνες του έξω. Τον έθαψαν δίπλα στην Μαρία. Χωρίς να ξέρουν, κάνανε το σωστό. Έτσι θα το ήθελε κι αυτός. Η δική του απελευθέρωση έφτασε με εξήντα χρόνια καθυστέρηση. Άλλωστε, ποτέ δεν είχε καλή σχέση με τον χρόνο.
Raul Perez: Αληθινός, Ειλικρινής, Ταπεινός, Ιδιοφυής και Οινοποιός
Ο οινοποιός, που φιλοξενεί στην νέα έκδοση του το Wine Trails αυτό το Σάββατο, κοιτάζει τους πάντες στα μάτια διαθέτοντας αφοπλιστική ειλικρίνεια. Λατρεύει τον τόπο του το Bierzo, τα καλοφτιαγμένα πούρα, να επαναφέρει στην επιφάνεια παλαιές τεχνικές διαχείρισης τόσο στο αμπέλι όσο και στο οινοποιείο.
Έχει ταξιδέψει στις σημαντικότερες οινοπαραγωγικές περιοχές του πλανήτη κι έχει συνεργαστεί με βαριά χαρτιά και μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου αμπελώνα. Μιλά για χρήση δρυός στα λευκά ως το φυσικότερο πράγμα στο κρασί και για βιολογική ωρίμανση(flor) στα κόκκινα σαν να συμβαίνει ατέρμονα από την πρώτη καταγεγραμμένη οινοποίηση. Είναι ο άνθρωπος που ο σπουδαίος ALVARO PALACIOS αποκαλεί δημόσια ο ένας και μοναδικός δάσκαλός μου.
Ποια θεωρείται την πιο ισχυρή τάση στο κρασί αυτή τη στιγμή?
Αναμφίβολα τα θειώδη. Όλος ο κόσμος μιλά για αυτά και ξεκάθαρα υπάρχει απαίτηση για μείωση αν όχι εξάλειψη τους. Η άνοδος των κρασιών ελάχιστων επεμβάσεων, των πορτοκαλί και των κρασιών δίχως θειώδη οφείλεται ξεκάθαρα σε αυτή την τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μεταξύ των οινόφιλων. Προσωπικά πιστεύω πως πρόκειται για μόδα, για κάτι παροδικό καθώς οι περισσότεροι οινόφιλοι αγνοούν βασικά στοιχεία τόσο γύρω από το κρασί όσο και γύρω από τη χρήση των θειωδών γενικά. Αρχικά είμαι της λογικής χρησιμοποιώ τόσο όσο χρειάζεται το κρασί σύμφωνα με το πώς έχω εργαστεί σε προηγούμενα στάδια. Ποτέ υπερβολές. Θεωρώ πως η δαιμονοποίηση των θειωδών στο κρασί είναι θέμα άγνοιας και μη κριτικής σκέψης. Κανείς δεν μιλά για τα θειώδη στα αποξηραμένα φρούτα και κάποια κονσερβοποιημένα τρόφιμα όπου δια νόμου μπορεί να είναι πολλαπλάσιες οι συγκεντρώσεις τους.
Ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο ποιο σημαντικός παράγοντας ποιότητας σε ένα κρασί?
Αναμφίβολα είναι ο τόπος, το μέρος όπου πραγματοποιείται η αμπελοκαλλιέργεια. Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός και ταυτόχρονα εξίσου σημαντικός στην παραγωγή πραγματικά σπουδαίων κρασιών. Είναι αυτό που οφείλει ένας παραγωγός να κάνει. Να μπορεί να αισθανθεί το μέρος, να μπορεί να νιώσει τη ροή του κι αυτά να τα μεταφέρει μέσα στη φιάλη. Ακούγεται απλό αλλά το να καταφέρει ένας άνθρωπος να νιώσει ένα συγκεκριμένο τόπο και τη ροή του, τη ροή της ενέργειάς του δεν είναι απλό πράγμα. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για περισσότερα από ένα διαφορετικά μέρη.
Ποια είναι η σχέση σας με τη χρήση δρυός στο κρασί?
Θεωρώ τη δρυ πολύ σημαντικό πράγμα για τα κρασιά και ιδιαίτερα για τα λευκά . Πρόκειται για ένα πολυεργαλείο η χρήση του οποίου εξασφαλίζει σημαντικά και διαφορετικά οφέλη. Αυτό νιώθω πως είναι το κλειδί στη σχέση κρασιού και δρυός που καλείται να ισορροπήσει ο άνθρωπος. Η χρήση της δρυός ως μακιγιάζ αρωμάτων και γλυκήτητας μόνο κατασροφικά αποτελέσματα μπορεί να έχει για ένα κρασί. Ένα λευκό κρασί που ζυμώνει σε δρύινο περιέκτη έχει εντελώς διαφορετική συμπεριφορά ζύμωσης αρά και οργανοληπτική έκφραση σε σχέση με το ίδιο κρασί όταν ζυμωνεται σε ανοξείδωτο χάλυβα, Διαθέτει επίσης διαφορετική πιο στιβαρή δομή και απαιτεί μικρότερης έκτασης αν όχι μηδενική χρήση σταθεροποιητικών υλικών δηλαδή στο τέλος της ημέρας παράγει λιγότερα περιβαλλοντικά κατάλοιπα.
Τι μπορεί να προσφέρει η βιολογική ωρίμανση σ’ ένα ξηρό, ήρεμο μη ενισχυμένο κρασί?
Αν ανατρέξει κανείς στην πρώτη ερώτηση που συζητήσαμε λαμβάνει αυτόματα και την πρώτη απάντηση. Τα κρασιά που ωριμάζουν υπό καθεστώς βιολογικής ωρίμανσης (flor) έχουν σημαντικά μικρότερες ανάγκες από τη προστατευτική δράση του θειώδους κατά το στάδιο της ωρίμανσης. Σίγουρα δεν είναι κάτι απλό και σίγουρα κάποιος θα πρέπει να γνωρίζει καλά τι κάνει για να αποφύγει εκτροπές κι οργανοληπτικές αλλοιώσεις. Εμείς δεν εμβολιάζουμε για να δημιουργηθεί το επιθυμητό προστατευτικό πέπλο . Διαθέτουμε τη γνώση και την εμπειρία ώστε να μπορούμε να ακολουθούμε τη δημιουργία του. Πάντα με χαροποιεί η ανάπτυξη του επιθυμητού βιολογικού πέπλου σε κάθε ένα από τα βαρέλια μας ξεχωριστά. Ένα επιπλέον στοιχείο που αποκτά ένα κρασί που ωριμάζει υπό αυτό το καθεστώς είναι η οργανοληπτική πολυπλοκότητα και ιδιαίτερα αν μιλάμε για ερυθρά ξηρά κρασιά.
Γιατί κάποιος να προτιμά τις μακρές και παρατεταμένες εκχυλίσεις?
Με κάθε μέθοδο αλλά και με κάθε διαφορετική εφαρμογή της αυτός που ασκεί τις εφαρμογές αποκτά πρόσβαση σε διαφορετικές εκφράσεις για τις ίδιες ποιοτικές παραμέτρους. Οι εκχυλίσεις μας είναι μακριές, ξεπερνούν τις 40 ημέρες οπότε για πολύ κόσμο είναι μακριές. Δεν έχω την ίδια οπτική. Θεωρώ πως οι εκχυλίσεις που εφαρμόζουμε είναι προσεκτικές και ιδιαίτερα απαλές. Έτσι για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα υπολογίζουμε τον χρόνο ουσιαστικά με διαφορετικό τρόπο. Δεν είμαστε έντονοι κι απότομοι. εργαζόμαστε με τέτοιους τρόπους ώστε τα φαινολικά να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους κι όχι απλά να εκχυλίζονται και να συσσωρεύονται. Αυτό όπως αντιλαμβάνεται καποιος εκτός απο συγκεκριμένη στόχευση απαιτεί και χρόνο. Με τη δική μας προσέγγιση στο τέλος της εκχύλισης το κρασί είναι εκεί. Είναι εκεί φωτεινό.
Γιὰ τὸ παιδὶ ἰσχύει περισσότερο κι ἀπὸ τὸν ἐνήλικο τὸ σοφιστικό: «Καλὸ εἶναι ὅ,τι μὲ συμφέρει». Ἴσως ἕνας δάσκαλος νὰ καταφέρει νὰ τὸν ἀγαπήσουνε οἱ μαθητὲς τῆς τάξης του. Ὅμως ποιός ἀπ’ αὐτοὺς θὰ λυπηθεῖ ἂν μάθει πὼς ὁ δάσκαλος ἀρρώστησε; Τὸ ἀντίθετο. Ὅλοι θὰ χαροῦνε, γιατί, καθὼς θυμούμαστε κι ἀπὸ τὰ δικά μας σχολικὰ χρόνια, ἀρρώστια τοῦ δασκάλου σημαίνει «ὄχι μάθημα». Καὶ πόσοι ἀπὸ μᾶς δὲν εὐχηθήκανε τὸ θάνατο ἐκείνου ποὺ κάποτε μᾶς ἐχτύπησε, εἴτε ξένος ἤτανε, εἴτε ὁ ἴδιος ὁ πατέρας μας; Μπορεῖ κιόλας νὰ προσευχηθήκαμε, μὲ τὴν ἁπλοϊκὴ πίστη ἐκείνης τῆς ἡλικίας, γιὰ τὸ κακό του.
Ὅλα τοῦτα ‒ καὶ πόσα ἄλλα! ‒ νομίζω πὼς εἶναι ἐλάχιστα ἀθῶα κι ἀγγελικά. Τὸ παιδὶ στὰ δέκα ἢ στὰ δώδεκα χρόνια του ἔχει μέσα του τὸ σπέρμα ὅλων τῶν κακιῶν ποὺ θ’ ἀναπτυχθοῦν ἀργότερα. Ὅπως ἔχει καὶ τὸ σπέρμα τῶν ἀρετῶν. Στὰ τριάντα ἢ στὰ σαράντα του θά ’χει τὰ ἴδια προτερήματα καὶ τὰ ἴδια ἐλαττώματα τῆς σχολικῆς ἡλικίας περισσότερο ἐξελιγμένα. Τίποτ’ ἄλλο.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ
[1] Το διήγημα του Σαρτρ «Ἡ παιδικὴ ἡλικία ἑνὸς ἀρχηγοῦ», γραμμένο το 1938, είναι το τελευταίο και εκτενέστερο της συλλογής πέντε διηγημάτων Ο τοίχος. Σύμφωνα με τα αρχειακά ευρήματα ο Γιώργης Μανουσάκης είχε αγοράσει και διαβάσει το βιβλίο το 1961, μόλις δηλαδή είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις Δέλτα σε μετάφραση Όθωνος Αργυροπούλου. Η συζήτησή του στην επιφυλλίδα με «έναν πατέρα» και η μεταξύ τους διαφωνία φαίνεται τέχνασμα, για να εκθέσει με επιχειρήματα τη θέση του ότι η παιδική αθωότητα είναι μύθος.
Στις 24 Οκτωβρίου 1970, ο αθλητής του Παναθηναϊκού Χρήστος Παπανικολάου επιτυγχάνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα επί κοντώ με επίδοση 5,49 μ. Είναι το πρώτο παγκόσμιο ρεκόρ από έλληνα αθλητή στον στίβο…
Ήταν ένα φθινοπωρινό σαββατιάτικο απομεσήμερο στο Στάδιο Καραϊσκάκη, όταν ξεκίνησε η διεθνής συνάντηση στίβου μεταξύ των μικτών ομάδων Αθηνών και Βελιγραδίου, με ένα πρωταγωνιστή, τον Χρήστο Παπανικολάου. Ο 29χρονος αθλητής από το Διάβα Καλαμπάκας θα προσπαθούσε να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ του αγωνίσματος, που κατείχε ο μεγάλος του αντίπαλος, ανατολικογερμανός Βόλφγκανγκ Νόρντβιγκ με 5,46 μ. Γύρω στους 10.000 θεατές πήραν θέσεις στις εξέδρες του φαληρικού σταδίου με την κρυφή ελπίδα να γίνουν μάρτυρες ενός ιστορικού γεγονότος.
Ο αθλητής του Παναθηναϊκού ήταν ιδιαίτερα φορμαρισμένος, με επιδόσεις πάνω από τα 5,40 μέσα στο 1970. Τα προηγούμενα χρόνια είχε διαγράψει μια λαμπρή πορεία στο άλμα επί κοντώ και ήταν από τους κορυφαίους του αγωνίσματος. Είχε, όμως, αποτύχει σε δυο μεγάλες διοργανώσεις (Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού το 1968 και Πανευρωπαϊκούς της Αθήνας το 1969) να κατακτήσει μετάλλιο, σκορπώντας απογοήτευση στους Έλληνες φιλάθλους, Η κατάρριψη του παγκοσμίου ρεκόρ ήταν η εκπλήρωση μιας οφειλής προς αυτούς.
Η στιβική συνάντηση του Σταδίου Καραϊσκάκη ξεκίνησε στις 3 μετά το μεσημέρι. Ο Παπανικολάου εμφανίσθηκε στον αγωνιστικό χώρο στις 3:45 μ.μ. μαζί με τους συναθλητές του και επευφημήθηκε από το πλήθος. Το αγώνισμα του άλματος επί κοντώ άρχισε στις 4 μ.μ. από χαμηλά ύψη. Στις 5:10 κι ενώ ο πήχυς βρισκόταν στο 4,40 άρχισε να πνέει αντίθετος άνεμος, που δυσκόλευε τις προσπάθειες των επικοντιστών. Τότε, ο έφορος του αγωνίσματος έδωσε εντολή να χρησιμοποιηθεί το δεύτερο σκάμμα, προς τον Πειραιά και το αγώνισμα ξανάρχισε. Έως τις 5:30 που άρχισε τις προσπάθειές του ο Παπανικολάου, οι αντίπαλοί του είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα. Ο δεύτερος του αγωνίσματος Παντελής Νικολαΐδης (αθλητής του Ολυμπιακού και μετέπειτα βουλευτής του ΠΑΣΟΚ) έμεινε στα 4,40 μ. και ακολούθησε ο Καράγιοβιτς με 4,20. Ο Ηλιάδης, που συμμετείχε εκτός
Ο John D. Rockefeller ήταν ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες όλων των εποχών. Έζησε σχεδόν έναν αιώνα. Ήταν 98 ετών όταν έφυγε από τη ζωή. Ίδρυσε την εταιρεία πετρελαίου Standard Oil και διετέλεσε πρόεδρός της για 29 χρόνια.
Ο Rockefeller ήταν πιστός αναγνώστης των «New York Times». Ωστόσο, τα άσχημα νέα στην εφημερίδα τού προξενούσαν ένα αίσθημα λύπης και πάντα τούς παραπονιόταν. Πρόκειται για τα δύσκολα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετέπειτα, τότε που η παγκόσμια οικονομία κινούνταν γρήγορα προς τη «Μεγάλη Ύφεση».
Οι υπάλληλοι του Rockefeller λέγεται ότι σκέφτηκαν μια έξυπνη ιδέα. Θα σάρωναν τις καθημερινές εφημερίδες, ειδικά τους New York Times, και θα συγκέντρωναν τα καλά νέα που, παρουσιάζοντας μια νέα τετρασέλιδη εφημερίδα στον αμερικανό μεγιστάνα.. Θα ονομαζόταν «Η Εφημερίδα των Καλών Νέων».
Πράγματι, φημολογείται ότι το έκαναν και ότι ο Rockefeller πέθανε ευτυχισμένος, διαβάζοντας το φύλλο των καλών ειδήσεων για το υπόλοιπο της ζωής του.
•Δια χειρός Μυρωνα Μπικακη έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο των καλών μας ιστορικών Σοφίας Λαΐου και Μαρίνου Σαρηγιαννη.
Εκεί διασώζεται η αφήγηση ενός μεσαίου Οθωμανού αξιωματούχου του Γιουσούφ Μπέη έγκλειστου στο Ναύπλιο κατα τη πρώτη του πολιορκία του 1821. Όταν τη διαβάσεις κάτω από τις γραμμές αντιλαμβάνεσαι τις πνευματικές ιδεολογικές απολήξεις, την κοσμοαντίληψη, της τρέχουσας νέο οθωμανικής ρητορικής του Ερντογαν, του Μπαχτσελι ακόμα και του Κιλιντσαρογλου. Έρχεται κατευθείαν νηματοειδώς, από το ιστορικό τους ασυνείδητο. •Το Υψηλον Κράτος δεν είναι η Τουρκία. Ο Γιουσούφ δεν αυτοπροσδιορίζεται ως Τούρκος. Είναι το Κράτος της θεϊκής θέλησης τη Δικαιοσύνη του οποίου εκφράζει ο Σουλτάνος. Το Κρατος των πιστών. Ο Γιουσούφ είναι ενας πιστος. Έχει καθήκον να υποτάσσει και να επεκτείνεται. Η υποταγή είναι κάτι σαν ιεροπραξια. Μεταξύ αυτών διαφεντεύει δικαιωματικά στην «Άσπρη θάλασσα», το Αιγαίο.
Η αντιπαλότητα βιώνεται ως θρησκευτική πολύ λίγο ως εθνική. Πιστοί και άπιστοι. Οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί. «Για τοο λόγο αυτό είναι γνωστά σε μικρούς και μεγάλους τα άτιμα έργα των Ρωμιων άπιστων τα οποία εμφανίστηκαν απροσδόκητα στις μέρες μας» γράφει ο Γιουσούφ. •Όμως ο Γιουσούφ είχε για την εποχή του μόρφωση και συναναστροφές με άπιστους. Έτσι συλλαμβάνει περιφερειακά την εθνική διάσταση. Πρωτοφανής ενάργεια για τη γενική κοσμοαντίληψη του. Αναφερόμενος στην Τριπολιτσά όπου το αίμα έτρεξε κρουνός γράφει: «Αυτό ήταν το θέλημα του Παντογνώστη Θεού. Διότι η ανθρώπινη φύση και όλα τα διαφορετικά ΕΘΝΗ, υπόκεινται στη δίψα για ανεξαρτησία και μόνο εξ ανάγκης προσποιούνται ότι συναινούν και δέχονται τη δουλεία και την υποταγή. Σύμφωνα με τη θρησκευτική εχθρότητα που είναι γραμμένη στις καρδιές τους και το αίσθημα της ήττας από τη δυναμη των όπλων όποτε μπορέσουν θα αδράξουν την ευκαιρία να διαπράξουν προδοτικές και αποτρόπαιες πράξεις και να προκαλέσουν προβλήματα.
Όποτε οι Ρωμιοί άπιστοι έβγαιναν από τα όρια της υποταγής αυτό οφειλόταν στο θρησκευτικό μισος. Προσπαθούσαν να υφάνουν το δίχτυ της μοχθηρίας και να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους..κοντόφθαλμοι ραγιάδες». •Στο μιλιέτ των Ρωμιων όπως το αποκαλεί ο Γιουσούφ ο θρησκευτικός αυτοπροσδιορισμός κάλυπτε τις πολυποίκιλες διαιρέσεις και αντιπαλότητες. Δεν είχαν ανακαλυφθεί οι Τούρκοι αλλά ακόμα στο λαό ούτε και οι Έλληνες Χριστιανοί που μιλούσαν τη ρωμεικη γλώσσα. Γιόρταζαν κατα τον Γιουσούφ τη γιορτή «του κόκκινου αβγού». Ειδωλολάτρες. •Ευκολοανάγνωστο και χρήσιμο βιβλίο με λίγο παραφορτωμένη σε λεπτομέρειες εισαγωγή.