


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Κάποτε τα παιδιά μάθαιναν τη ζωή ζώντας τη. Η δεξιότητα γεννιόταν μέσα από τη δοκιμή και το λάθος, όχι μέσα από την υπερπροστασία.
Από μικρή ηλικία αναλάμβαναν μικρές ευθύνες. Έφτιαχναν ένα απλό φαγητό, πήγαιναν για ψώνια, άλλαζαν ένα σκασμένο λάστιχο στο ποδήλατο, πρόσεχαν τα μικρότερα αδέλφια τους, κέρδιζαν το χαρτζιλίκι τους, προσανατολίζονταν μόνοι τους στη γειτονιά και έβρισκαν λύσεις σε μικρά προβλήματα χωρίς να περιμένουν κάθε φορά έναν ενήλικα να επέμβει.
Ίσως τότε να μην το γνώριζαν, αλλά έχτιζαν κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια δεξιότητα. Έχτιζαν χαρακτήρα.
Η ψυχολογία περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως «εμπειρία κυριαρχίας» (mastery experience). Ο Albert Bandura απέδειξε ότι η αυτοαποτελεσματικότητα, δηλαδή η πίστη στις δυνατότητές μας, δεν εμφανίζεται επειδή κάποιος μας επαινεί ή μας διαβεβαιώνει ότι «όλα θα πάνε καλά». Οικοδομείται μέσα από τις προσωπικές μας εμπειρίες, τις επιτυχίες αλλά και τις αποτυχίες μας.
Η αυτοπεποίθηση δεν είναι δώρο. Είναι ο καρπός πολλών μικρών νικών, αλλά και πολλών αποτυχιών που δεν μας λύγισαν. Γεννιέται όταν πέφτουμε, σηκωνόμαστε και δοκιμάζουμε ξανά. Όταν ανακαλύπτουμε ότι ο κόσμος δεν τελειώνει επειδή κάτι δεν πέτυχε με την πρώτη.
Σήμερα, από αγάπη, συχνά στερούμε από τα παιδιά αυτές τις πολύτιμες εμπειρίες. Τρέχουμε να λύσουμε κάθε δυσκολία πριν καν τη συναντήσουν. Όμως, χωρίς μικρές δοκιμασίες δεν χτίζεται αυτοπεποίθηση. Χτίζεται εξάρτηση.
Αν θέλουμε παιδιά με θάρρος, αντοχή και εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, δεν αρκεί να τους λέμε ότι μπορούν. Πρέπει να τους επιτρέψουμε να προσπαθήσουν, να κάνουν λάθη, να αποτύχουν και να ξανασηκωθούν. Γιατί η μεγαλύτερη δύναμη του ανθρώπου δεν είναι να μην πέφτει ποτέ, αλλά να μαθαίνει να σηκώνεται μόνος του.
ΚΜ












«Όταν τελειώσουν οι δουλειές…»
«Του χρόνου, σίγουρα, θα ταξιδέψουμε…»
«Μια μέρα… μια μέρα θα ζήσω κι εγώ όπως θέλω…»
«Όταν πάρω σύνταξη…»
Έτσι κυλούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια του Αντώνη. Σαν άμμος που γλιστρούσε μέσα από τα δάχτυλά του χωρίς να την προλαβαίνει. Κάθε του όνειρο είχε μια υποσημείωση αναβολής, και κάθε χαρά μια ημερομηνία που μεταφερόταν όλο και πιο μακριά, στο περιθώριο του χρόνου.
Το σήμερα δεν ήταν ποτέ ο προορισμός· ήταν πάντα μια πρόχειρη, κουραστική στάση.
Η πραγματική ζωή βρισκόταν πάντα λίγο πιο μπροστά, στην επόμενη στροφή που δεν έφτανε ποτέ.
Ένα απόγευμα, ησυχία απλώθηκε στο σπίτι. Καθώς ξεσκόνιζε μια παλιά, ξεθωριασμένη φωτογραφία, το βλέμμα του καρφώθηκε στο τζάμι. Είδε τον εαυτό του νέο. Τα μάτια εκείνου του παιδιού έλαμπαν, γεμάτα δύναμη, πείσμα και σχέδια.
Ο Αντώνης άγγιξε το γυαλί. Ένα πικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, που γρήγορα έσβησε σε έναν βουβό στεναγμό. Από εκείνα τα μεγάλα σχέδια, ελάχιστα είχαν γίνει πράξη. Και το χειρότερο; Όχι γιατί δεν μπορούσε. Αλλά γιατί πάντα περίμενε εκείνη την ρημαγμένη, την «κατάλληλη στιγμή». Που τελικά, δεν ήταν ποτέ η τρέχουσα.
Τότε ήταν που τον χτύπησε η αλήθεια, σαν ξαφνικός, παγωμένος αέρας στο στήθος.
Κατάλαβε πως η ζωή δεν χάνεται μόνο με κρότο, ούτε μόνο από τις μεγάλες, ορατές συμφορές. Χάνεται αθόρυβα. Μέσα από τις αμέτρητες, καθημερινές αναβολές.
Από τα τηλεφωνήματα που δεν έγιναν ποτέ, γιατί «πού να τρέχω τώρα»…
Από τις αγκαλιές που πάγωσαν στην αναμονή…
Από τα «συγγνώμη» και τα «σ’ αγαπώ» που έμειναν εγκλωβισμένα στον λαιμό…
Από τα όνειρα που μούχλιασαν στα υπόγεια της λογικής, φυλακισμένα μέσα σε ένα ατέλειωτο, βασανιστικό «θα».
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έδυε αργά, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα βαθύ, μελαγχολικό πορφυρό χρώμα. Ήταν αδιάφορος για τους καημούς και τα σχέδια των ανθρώπων. Ο χρόνος δεν έχει συναισθήματα. Δεν υπόσχεται, δεν περιμένει, δεν λυπάται. Απλώς περνά και χάνεται.
Και τότε, μια σκέψη του έσφιξε την καρδιά—τόσο απλή, μα τόσο αμείλικτη:
Ζούμε διαρκώς με την ψευδαίσθηση του «μετά». Χορταίνουμε την ύπαρξή μας με «αύριο» και «θα». Μα το μόνο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο που δεν ξέρει τι σημαίνει αναβολή, είναι ο χρόνος. Κι αν γεμίσουμε τις μέρες μας μόνο με υποσχέσεις, κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής, να κοιτάξουμε πίσω και να συνειδητοποιήσουμε πως ξεχάσαμε το πιο σημαντικό: να ζήσουμε.
Γιατί η ζωή, η αληθινή ζωή, έχει μόνο μία λέξη, κι αυτή είναι το «τώρα».
Τα υπόλοιπα… τα αναλαμβάνει ο θάνατος.
ΚΜ
