Διάβασμα..

Σήμερα, ἐποχὴ πρωτοφανοῦς πληθωρισμοῦ, οἱ τίτλοι ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρονιὰ στὴν Ἑλλάδα εἶναι περὶ τοὺς 10.000. Καὶ τὸ βιβλίο γιὰ τοὺς ἐραστές του μοιάζει νὰ ἔχει γίνει βραχνάς.

«Τί νὰ πρωτοδιαβάσεις;» ρωτοῦσε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης σὲ ἐπιφυλλίδα του τὸ μακρινὸ 1972 γιὰ τὴν πλημμυρίδα τῶν νεοεκδιδόμενων.

«Καὶ μόνο γιὰ νὰ κόβεις τὰ φύλλα τους δὲν φτάνει ἡ μισὴ μέρα. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τὴν ἄλλη μισὴ τὴν ἀφιερώνω στὸ διάβασμα. Καὶ τὴ νύχτα. Πάλι δὲν θὰ προφταίνω. Ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν κάνω καμμιὰν ἄλλη δουλειά… Ὑπόθεσε πὼς γίνομαι ἀναγνωστικὴ μηχανή. Τί θὰ πετύχω; Ἡ ἀντίληψή μου θὰ στομώσει, θ’ ἀποβλακωθῶ, δὲν θὰ καταλαβαίνω τί διαβάζω, δὲν θ’ ἀφομοιώνω τὸ παραμικρὸ καὶ θὰ εἶμαι πιὰ ἀνίκανος νὰ κρίνω. Τότε πρὸς τί τὸ διάβασμα;»

Ό,τι βλέπουμε, μας βλέπει…

Οτιδήποτε βλέπουμε μας βλέπει,

 οτιδήποτε ακουμπάμε μας ακουμπάει ,

το αλλάζουμε και μας αλλάζει,

 για πάντα ,

Ζούμε συνήθως με την ψευδαίσθηση πως στεκόμαστε απέναντι από τον κόσμο σαν παρατηρητές, σαν να είναι όλα γύρω μας αντικείμενα ουδέτερα, ακίνητα, διαθέσιμα μόνο για τη δική μας χρήση και κατανόηση. Κοιτάζουμε ένα τοπίο, ένα πρόσωπο, ένα παλιό σπίτι, ένα δέντρο, ένα βιβλίο, και πιστεύουμε ότι η σχέση εξαντλείται στο βλέμμα μας προς αυτά. Κι όμως, δεν είναι έτσι. Ο κόσμος δεν μένει αμέτοχος. Ό,τι βλέπουμε, με κάποιον μυστικό τρόπο, μας βλέπει κι αυτό και μας επηρεάζει.

Ένα βουνό δεν είναι μόνο μια μάζα γης που υψώνεται απέναντί μας. Είναι μια παρουσία που ακουμπά στην ψυχή μας.. Η θάλασσα δεν είναι απλώς νερό που απλώνεται ως τον ορίζοντα. Είναι ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει το μέγεθος ή τη μικρότητα της ψυχής μας. Ένα πρόσωπο που αγαπήσαμε δεν το αγγίξαμε μόνο εμείς· μας άγγιξε και εκείνο, αφήνοντας επάνω μας ίχνη που ούτε ο χρόνος ούτε η λήθη κατορθώνουν να σβήσουν εντελώς.

Η σχέση μας με τον κόσμο είναι αμφίδρομη. Οτιδήποτε ακουμπάμε, μας ακουμπάει. Δεν υπάρχει επαφή χωρίς ανταπόδοση. Αγγίζεις το χώμα και σου μεταδίδει κάτι. Πιάνεις ένα παλιό αντικείμενο και νιώθεις να περνά από μέσα σου κάτι από τις ζωές που το κράτησαν πριν από εσένα. Συναντάς έναν άνθρωπο και, είτε το καταλάβεις είτε όχι, φεύγεις από τη συνάντηση λίγο διαφορετικός απ’ ό,τι ήσουν πριν. Καμιά εμπειρία δεν είναι χωρίς συνέπειες. Καμιά επαφή δεν περνά χωρίς να αφήσει το αποτύπωμα της..

Γι’ αυτό και κάθε μας πέρασμα από τη ζωή είναι πράξη αμοιβαίας μεταμόρφωσης. Αλλάζουμε τα πράγματα και αυτά μας αλλάζουν. Καλλιεργούμε ένα χωράφι και εκείνο καλλιεργεί μέσα μας υπομονή. Χτίζουμε ένα σπίτι και το σπίτι, σιγά-σιγά, χτίζει τις συνήθειες και τις μνήμες μας. Μεγαλώνουμε ένα παιδί και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, εκείνο μεγαλώνει μαζί και τον δικό μας εσωτερικό άνθρωπο. Ακόμη και οι πληγές που νομίζουμε πως αφήσαμε πίσω, συνεχίζουν να μας πλάθουν, όπως κι εμείς πλάσαμε με τις πράξεις μας τον κόσμο που τις γέννησε.

Τίποτε, λοιπόν, δεν χάνεται πραγματικά. Κάθε βλέμμα, κάθε άγγιγμα, κάθε συνάντηση αφήνει ένα αποτύπωμα. Μπορεί να είναι ανεπαίσθητο σαν σκιά που περνά, μπορεί όμως να είναι και ανεξίτηλο σαν χάραγμα πάνω σε πέτρα. Και αυτό το αποτύπωμα δεν αφορά μόνο το παρόν· μας συνοδεύει στο μέλλον. Το κουβαλούμε μέσα μας, συχνά χωρίς να το γνωρίζουμε. Έτσι η ζωή δεν είναι μια σειρά από ουδέτερα γεγονότα, αλλά μια αλυσίδα αμοιβαίων επιδράσεων που μας διαμορφώνουν ασταμάτητα.

Ίσως γι’ αυτό χρειάζεται περισσότερη προσοχή στον τρόπο που κοιτάζουμε, που αγγίζουμε, που πλησιάζουμε τον κόσμο. Τίποτε δεν είναι απλό, γιατί τίποτε δεν μένει χωρίς απάντηση. Ο κόσμος δεν είναι σκηνικό· είναι συνομιλητής. Και εμείς δεν είμαστε απλώς περαστικοί· είμαστε μέρος μιας βαθιάς ανταλλαγής, μιας σχέσης που γράφεται αδιάκοπα και από τις δύο πλευρές.

Ό,τι βλέπουμε, μας βλέπει. Ό,τι ακουμπάμε, μας ακουμπάει. Το αλλάζουμε και μας αλλάζει. Και αυτή είναι ίσως η πιο μεγάλη, η πιο καθαρή αλήθεια της ζωής: πως τίποτε δεν αγγίζουμε χωρίς να μας αγγίξει για πάντα.

Η απληστία δεν έχει όρια

Η απληστία δεν έχει όρια κι από κοντά η θρησκευτική εξουσία, όταν συμπλέει με την κοσμική και συχνά το πράττει, συμβάλλει στην απανθρωποίηση και στην αποξένωση απ’ τις χριστιανικές εντολές και διδασκαλίες καθιστώντας αυτές γράμμα κενό. Η υποδαύλιση των παθών κι η υποδούλωση στα κατώτερα ένστικτα τον μετατρέπει σε άγριο θηρίο που διψάει για αίμα. Αιμάσσουσα ανθρωπότητα. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται και θα επαναλαμβάνεται όσο ο άνθρωπος τη λησμονεί και θα τη λησμονεί.

Ο φιλαναγνώστης δεν είναι βιβλιομανής..

Γευσιγνώστης κοιλιόδουλος δὲν γίνεται, οὔτε φιλαναγνώστης βιβλιομανής. Στὴν ἐφηβεία καὶ στὴν πρώτη νεότητα ἡ πολυαναγνωσία εἶναι μιὰ φάση βουλιμικὴ ἀπ’ τὴν ὁποία πολλοὶ περνοῦν, τὸ διάβασμα ὅμως τὸ πραγματικὸ τὸ μαθαίνουν μόνο ὅσοι τὴν ξεπερνοῦν.

Ὁ πραγματικὸς ἐραστὴς τῶν βιβλίων ὅσο παρέρχονται τὰ χρόνια διαβάζει λιγότερο. Τὸ κυριότερο: ξαναδιαβάζει.

Κώστας Κουτσουρέλης

Πηγή: neoplanodion.gr

“παρ’ όλα αυτά”

Για την  “την πολιτική ως επάγγελμα” ο Μαξ Βέμπερ είχε γράψει:

Πλασμένος για την πολιτική είναι όποιος είναι διατεθειμένος να πει “παρ’ όλα αυτά”. Να τρώει δηλαδή τα χαστούκια της αποτυχίας, της συνειδητοποίησης της αδυναμίας του να παρέμβει στα πράγματα και παρ’ όλα αυτά να διατηρεί ζωντανή τη φλόγα.

Μαξ Βέμπερ ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός, οικονομολόγος, οι ιδέες του οποίου επηρέασαν την κοινωνική θεωρία, την κοινωνική έρευνα και το σύνολο της επιστήμης της κοινωνιολογίας.

Κωστῆς Παπαγιώργης*: Τὰ μεγάλα βιβλία τῆς ανθρωπότητας εἶναι γραμμένα ὅλα πρὸ Χριστοῦ.

*Κωστής Παπαγιώργης υπήρξε από τους σπουδαιότερους έλληνες δοκιμιογράφους. Έγραψε για τη μέθη, τη ζηλοτυπία, τη μισανθρωπία, τους νεκρούς, τη μνησικακία, τη φιλία και τον πόλεμο.

«Πόση γῆ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;»

Ο τίτλος τοῦ περίφημου διηγήματος τοῦ Τολστόι. Σ’ αὐτὸ ὁ ἥρωας, ἕνας ἄπληστος γαιοκτήμονας, βρίσκει ὄντως τελικὰ τὴν ἀπάντηση, πεθαίνοντας πάνω στὴν προσπάθεια νὰ αὐξήσει τὸ ἔχει του: δυὸ μέτρα ὅλη κι ὅλη.

Η επιχείρησή σου θα μεγαλώσει μόνο όταν σταματήσεις να τη διαχειρίζεσαι σαν μικρή.

Η επιχείρησή σου θα μεγαλώσει μόνο όταν σταματήσεις να τη διαχειρίζεσαι σαν μικρή.

Οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν μένουν μικρές επειδή δεν μπορούν να μεγαλώσουν. Μένουν μικρές γιατί οι άνθρωποί τους συνεχίζουν να τις σκέφτονται μικρές.

Με την ίδια ανάγκη ελέγχου.

Με την ίδια δυσπιστία απέναντι στην ανάθεση.

Θέλεις να τα ελέγχεις όλα.

Να περνούν όλα από το χέρι σου.

Να μη γίνει λάθος.

Και έτσι… δεν γίνεται τίποτα μεγάλο.

Η ανάπτυξη ξεκινά από μια εσωτερική απόφαση:

να εμπιστευτείς, να μοιράσεις, να αφήσεις χώρο.

Να πάψεις να είσαι ο άνθρωπος για όλα —

για να μπορέσει η επιχείρηση να γίνει κάτι περισσότερο από σένα.

Των θυρών κεκλεισμένων

Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ’ αντικρίζει κι ευθύς αναρωτιέται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανθίζει αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο ρούμιος εορταστής.
Paratum est cor meum για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ’ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόση ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

Γ. Παπατσώνης

Με πυξίδα και ζυγαριά (μικρό διήγημα)

«Με πυξίδα και ζυγαριά».

Το άκουσα τυχαία.

Καθόμουν στο διπλανό τραπέζι, σε ένα μικρό καφέ, σε ένα ήσυχο στενάκι λίγο πιο κάτω από τη πολύβουη πλατεία Συντάγματος, όταν —χωρίς πρόθεση να ακούσω— η φράση αυτή έφθασε στα αυτιά μου, είχε κάτι που σε τραβούσε..

«Εγώ», είπε, «στη ζωή μου χρησιμοποιώ δύο πράγματα: πυξίδα και ζυγαριά».

Ο φίλος του χαμογέλασε, σαν να περίμενε τη συνέχεια.

«Με την πυξίδα χαράζω την πορεία μου», συνέχισε.

«Ξέρω πού θέλω να πάω. Όχι πάντα με ακρίβεια, αλλά με σιγουριά ως προς την κατεύθυνση».

Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε και ο ίδιος τα λόγια του.

«Και με τη ζυγαριά μετρώ τα αποτελέσματα. Βλέπω τι πήγε καλά, τι όχι. Τα αξιολογώ… και συνεχίζω».

Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Ήταν από εκείνες τις κουβέντες που μοιάζουν απλές, αλλά δεν είναι.

Απλές — με μεγάλη ουσία.

Κοίταξα ασυναίσθητα προς το μέρος τους. Δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Δύο νεαροί άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκαν σαν να κουβαλούσαν κάτι παραπάνω.

Σκέφτηκα πόσοι ξεκινούν χωρίς πυξίδα — και χάνονται.

Και πόσοι προχωρούν χωρίς ζυγαριά — και νομίζουν πως προχωρούν.

Εκείνος πλήρωσε τους καφέδες τους, σηκώθηκε και είπε απλά:

«Το δύσκολο δεν είναι να ξεκινήσεις. Είναι να διορθώνεις πορεία χωρίς να χάνεις τον προορισμό».

Έφυγαν.

Έμεινα για λίγο ακόμη στο τραπέζι, σκεφτόμουν.

Μήπως η ζωή δεν είναι ούτε σίγουροι δρόμοι ούτε αταλάντευτοι προορισμοί;

Μάλλον μοιάζει με μια συνεχή διόρθωση.

Και ίσως η πυξίδα και η ζυγαριά να είναι τα μόνα εργαλεία που μας συνοδεύουν στον βηματισμό μας.

ΚΜ

Εξοχική Λαμπρή❞ (απόσπασμα)— Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.
Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·
― Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!
Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·
― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!
Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·
― Μπρόμ!
― Πιὲ κὶ δό μ᾽!
― Μὲ κρασί!
― Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!
Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.
Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.
Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…
Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς· Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν, θάνατον μ π α τ ή σ α ς, κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι, ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

Το αμπέλι και ο ρόλος

Στην αρχή μιλούσαν για ρόλους.

Ποιος ανήκει πού.

Ποιος πρέπει να μιλά και ποιος να σωπαίνει.

Ποιος έχει δικαίωμα να κρίνει τα πράγματα έξω από το δικό του χωράφι.

«Ο καθένας στο αμπέλι του», είπε κάποιος.

«Άλλος σκάβει, άλλος πουλάει, άλλος δίνει συμβουλές».

Κάποιοι γέλασαν. Ήταν εύκολη κουβέντα.

Ο γέροντας δεν βιάστηκε να απαντήσει. Έπιασε με τα δάχτυλά του ένα ξερό κληματόφυλλο που είχε πέσει στο τραπέζι — κανείς δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί.

«Το αμπέλι», είπε, «δεν σε ρωτά τι ρόλο έχεις».

Σήκωσε το βλέμμα του.

«Σε δοκιμάζει».

Η φωνή του δεν είχε ένταση. Είχε χώμα.

«Έχω δει ανθρώπους που δεν ήξεραν τίποτα από αμπέλια να μαθαίνουν μέσα σε μια χρονιά.

Και άλλους, που το είχαν κληρονομήσει, να το αφήνουν να ξεραθεί».

Κανείς δεν μιλούσε πια.

«Ο ρόλος», συνέχισε, «είναι η ταμπέλα στο βαρέλι.

Η προοπτική είναι το κρασί μέσα του».

Έκανε μια μικρή παύση.

«Αν δεν έχεις περπατήσει στο αμπέλι με καύσωνα, αν δεν έχεις χάσει σοδειά, αν δεν έχεις περιμένει τη βροχή σαν λύτρωση… τότε ό,τι και να λες, ακούγεται σωστό — αλλά δεν είναι αληθινό».

«Με αγγαρεία αμπέλι δεν γίνεται», πρόσθεσε χαμηλά.

«Και με ρόλους μόνο, άνθρωποι δεν γίνονται».

Κάποιος πήγε να μιλήσει, αλλά το μετάνιωσε.

Ο γέροντας άφησε το φύλλο πάνω στο τραπέζι.

«Όποιος ακούει το αμπέλι», είπε, «μαθαίνει και τον άνθρωπο».

Και τότε η σιωπή έκλεισε τα στόματα όλων ν

Ήταν εκείνη η στιγμή που όλοι σκέφτονται κάτι δικό τους — και για λίγο δεν θέλουν να το μοιραστούν…