Περί Οπάλκα συνέχεια ..

Από τον φίλο ΝΠ ή πιο κάτω ανάρτηση :

Μια  μονομανης  ζωή  κι  ένα  έργο  ανεμπνευστο  και  ουσιωδώς  ασήμαντο !

  Δυστυχώς  αυτο  ήταν  ο  Οπαλκα  αγαπητέ  Κώστα  κι  όχι  τα  φιλοσοφημένα  που  αυθαίρετα  συμπεραίνεις ! Πάντα  κατα  τη  γνώμη  μου  βέβαια . . . . .

  Είναι  προφανες  πως  διαθετεις  μια  πιο  διαισθητική  και  ποιητικη  άποψη  για  τα  πράγματα – λογοτέχνης  γαρ –  ενώ  εγώ  μια  πιο  πεζή  και ρεαλιστική(?)  ίσως .

     Καλημέρα  φιλε  μου .

ΝΠ

Απάντηση

Καλημέρα φίλε μου.

Η τέχνη έχει την ιδιομορφία ότι επιτρέπει πολλές αναγνώσεις. Κάποιος μπορεί να δει στο έργο του Οπάλκα απλώς μια εμμονική καταγραφή αριθμών· κάποιος άλλος μια αλληγορία για τον χρόνο και τη φθορά.(Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ως προσωπικότητα ο καλλιτέχνης είχε τα χαρακτηριστικά του εμμονικού, σύνηθες χαρακτηριστικό άλλωστε στον κόσμο αυτόν ..)

Προσωπικά στάθηκα περισσότερο στη δεύτερη διάσταση δηλαδή στην αλληγορία για τον χρόνο ..

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η διαφωνία δείχνει ότι το έργο καταφέρνει κάτι: να προκαλεί σκέψη και συζήτηση.

Καλημέρα αγαπητέ φίλε.

ΚΜ

 «Γνώθι σαυτόν»

Ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να αλλάζει τόπους, συνθήκες και σχέσεις. Μπορεί να εγκαταλείψει μια πόλη, να αφήσει πίσω του ανθρώπους, ακόμη και να αλλάξει ζωή ολόκληρη. Η φυγή είναι ίσως η πιο παλιά ανθρώπινη στρατηγική απέναντι στον πόνο, την ευθύνη ή την απογοήτευση. Όμως υπάρχει ένα όριο στη φυγή: ο ίδιος ο εαυτός μας.

Οι σκέψεις, οι φόβοι, οι μνήμες και οι ενοχές ταξιδεύουν πάντα μαζί μας. Δεν μένουν πίσω στους τόπους που εγκαταλείψαμε. Κατοικούν μέσα μας. Έτσι, συχνά ανακαλύπτουμε ότι αυτό από το οποίο προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε δεν ήταν μια κατάσταση, αλλά μια πλευρά του ίδιου μας του εαυτού.

Η ωριμότητα αρχίζει τη στιγμή που το καταλαβαίνουμε. Όταν σταματάμε να ψάχνουμε διαρκώς νέους δρόμους διαφυγής και αρχίζουμε να κοιτάζουμε προς τα μέσα. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πεδίο της αλλαγής.

Γιατί τ η ζωή δεν είναι μια συνεχής απόδραση, αλλά μια αργή συμφιλίωση με αυτό που είμαστε. Και ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία του ανθρώπου να μην είναι να ξεφεύγει από τον εαυτό του, αλλά να μάθει να ζει μαζί του.

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Α*

Έπρεπε να φτάσω στο κατώφλι τής
αυτοκαταστροφής για να καταλάβω

πως το σπουδαίο δεν είναι
ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας,

ονειροπολώντας μιαν άλλη
πιο ενδιαφέρουσα,

αλλά να κάνουμε να λαλήσει
τούτη η ζωή, όπως μας δόθηκε,

την καθημερινή, την ταπεινή,
την ανθρώπινη,

όπου το καθετί που μπορούμε
να γυρέψουμε πρέπει να υπάρχει.

Σ’ αυτή τη δική μας ζωή,

την αναφαίρετη και μοναδική
(αφού κανένας άλλος δεν την έχει)

που δίνει το χυμό στα έργα μας
και τα κάνει όμοια μ’ εμάς,

πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε
το θαύμα.

Γιώργος Σεφέρης

Απόσπασμα από το βιβλίο:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΜΕΡΕΣ Α΄

*Το «Μέρες Α΄» είναι ο πρώτος τόμος των ημερολογίων του Γιώργου Σεφέρη και καλύπτει τα χρόνια 1925–1931. Ο ποιητής καταγράφει σκέψεις, εμπειρίες, αναγνώσεις και προσωπικούς προβληματισμούς, αποκαλύπτοντας την πνευματική του αναζήτηση και τη διαμόρφωση της ποιητικής του ταυτότητας. Το έργο αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την εσωτερική πορεία του Σεφέρη και το πνευματικό κλίμα της εποχής.

Η απληστία

Η απληστία δεν έχει όρια κι από κοντά η θρησκευτική εξουσία, όταν συμπλέει με την κοσμική και συχνά το πράττει, συμβάλλει στην απανθρωποίηση και στην αποξένωση απ’ τις χριστιανικές εντολές και διδασκαλίες καθιστώντας αυτές γράμμα κενό.

Η υποδαύλιση των παθών κι η υποδούλωση στα κατώτερα ένστικτα τον μετατρέπει σε άγριο θηρίο που διψάει για αίμα. Αιμάσσουσα ανθρωπότητα. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται και θα επαναλαμβάνεται όσο ο άνθρωπος τη λησμονεί και θα τη λησμονεί.

Η μπέμπελη και η μαρμάγκα!


Υπάρχουν κάποιες λέξεις που τις χρησιμοποιούμε κι ας γνωρίζουμε στο περίπου -ή στο… καθόλου- τι ακριβώς σημαίνουν. Υπάρχει όμως μια απολύτως λογική μεταφορά πίσω τους.

Μια ζεστή μέρα του Αυγούστου, για παράδειγμα, ο καθένας μας μπορεί να «βγάλει την μπέμπελη». Ποια είναι η μπέμπελη; Κάτι καθόλου τροπικό. Η -πεζή- έννοια της λέξης είναι η ιλαρά, όσο για τη φράση στηρίζεται σε γιατροσόφια που έλεγαν ότι για να θεραπευτείς από την μπέμπελη – ιλαρά, πρέπει να ιδρώσεις.


Μια άλλη περίπτωση είναι η μαρμάγκα, η οποία εμφανίζεται στη φράση «τον έφαγε η μαρμάγκα», που σημαίνει εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. Μαρμάγκα είναι ένα είδος δηλητηριώδους αράχνης, η οποία αιχμαλωτίζει και εξαφανίζει τα θύματά της χωρίς να αφήνουν πίσω τους κανένα σημάδι…

Ο ζωγράφος που μέτρησε μέχρι τον αριθμό 5.607.249!

Ο Πολωνός καλλιτέχνης Roman Opalka αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε ένα έργο που ήταν ταυτόχρονα απλό και συγκλονιστικό: να μετρήσει τον χρόνο.

Το 1965 πήρε μια ριζική απόφαση. Θα ζωγράφιζε αριθμούς, έναν μετά τον άλλο, αρχίζοντας από το 1 και συνεχίζοντας προς το άπειρο. Κάθε καμβάς ήταν η φυσική συνέχεια του προηγούμενου. Οι πίνακες ονομάστηκαν «1965 / 1 – ∞». Δεν ήταν απλώς έργα ζωγραφικής· ήταν ένα ημερολόγιο ύπαρξης.

Ο Οπάλκα ζωγράφιζε τους αριθμούς με λευκό χρώμα πάνω σε σκούρο φόντο. Με τα χρόνια, το φόντο γινόταν όλο και πιο ανοιχτό, μέχρι που σχεδόν εξαφανίστηκε μέσα στο λευκό. Όπως ο χρόνος που περνά και σβήνει σιγά-σιγά τα ίχνη του.

Κάθε αριθμός ήταν ένα βήμα της ζωής του. Καθώς ζωγράφιζε, προφερόταν τον αριθμό και τον ηχογραφούσε. Στο τέλος κάθε ημέρας φωτογραφιζόταν μπροστά στο έργο του. Έτσι, ο αριθμός, η φωνή και το πρόσωπο κατέγραφαν την ίδια πραγματικότητα: το πέρασμα του χρόνου πάνω στον άνθρωπο.

Όταν πέθανε το 2011, είχε φτάσει περίπου στον αριθμό 5.607.249. Το έργο έμεινε ανολοκλήρωτο — όπως μένει πάντα ανολοκλήρωτη η ανθρώπινη προσπάθεια να φτάσει το άπειρο.

Ο Οπάλκα δεν ζωγράφιζε αριθμούς. Ζωγράφιζε τη ζωή.

Κάθε ψηφίο ήταν μια στιγμή που πέρασε και δεν επιστρέφει.

Ίσως τελικά το βαθύτερο νόημα του έργου του να είναι απλό:

η ζωή είναι μια αργή καταμέτρηση προς το άγνωστο τέλος —

και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσθέτουμε αριθμούς στις ημέρες μας, μέχρι να τελειώσει η αρίθμηση.

Τα όρια του σώματος δεν είναι συμβατά πάντα με τα όρια του νου…

Συχνά πιστεύουμε ότι αυτό που μας περιορίζει έχει σχέση με : την ηλικία, τη δύναμη, τη καταγωγή, τις δυνατότητες του σώματος μας. Όμως, πολλές φορές το πραγματικό όριο δεν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για αυτά τα όρια.

Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο μέσα στο σώμα του· ζει κυρίως μέσα στις ιδέες που έχει για τον εαυτό του. Αν πιστέψει ότι μπορεί να φτάσει μέχρι ένα σημείο, συνήθως εκεί σταματά. Όχι επειδή δεν υπάρχει παραπέρα δρόμος, αλλά επειδή ο νους έχει ήδη χαράξει τα σύνορα.

Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων που ξεπέρασαν αυτό που θεωρούνταν «φυσικό όριο». Όχι επειδή είχαν διαφορετικό σώμα από τους άλλους, αλλά επειδή είχαν διαφορετική νοοτροπία. Είδαν το όριο όχι ως τοίχο, αλλά ως γραμμή που μπορεί να μετακινηθεί.

Ο φόβος της αποτυχίας, η συνήθεια, η κοινωνική πίεση και η αμφιβολία για τις δυνατότητές μας συχνά λειτουργούν σαν αόρατα δεσμά. Είναι πιο ισχυρά από τα πραγματικά εμπόδια, γιατί βρίσκονται μέσα μας. Και ό,τι βρίσκεται μέσα μας δύσκολα το αμφισβητούμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα φυσικά όρια δεν υπάρχουν. Υπάρχουν. Όμως ο άνθρωπος συχνά ζει πολύ πιο μέσα από αυτά. Το σώμα μπορεί να κουραστεί, αλλά ο νους συχνά σταματά πολύ νωρίτερα.

Τελικά, η μεγαλύτερη ανθρώπινη πρόκληση δεν είναι να νικήσουμε τη φύση μας, αλλά να αμφισβητήσουμε την ιδέα που έχουμε για αυτήν. Γιατί πολλές φορές τα όρια που νομίζουμε ότι μας περιορίζουν δεν είναι πραγματικά όρια· είναι απλώς συνήθειες του μυαλού.

Και όταν αλλάξει η νοοτροπία, συχνά αλλάζει και το μέγεθος του κόσμου που μπορούμε να διανύσουμε.

Γιατί φυτεύουμε δένδρα που δεν θα ξεκουραστούμε στη σκιά τους;

Υπάρχει μια παλιά, σιωπηλή σοφία στη Μεσόγειο: ο άνθρωπος, ακόμη και στα γηρατειά του, φυτεύει δέντρα που ξέρει ότι δεν θα προλάβει να δει να μεγαλώνουν, δεν θα κάτσει στη σκιά τους, δεν θα γευτεί τους καρπούς τους.

Δεν το κάνει από υπολογισμό. Το κάνει από αίσθηση συνέχειας. Ο παππούς που φυτεύει μια ελιά γνωρίζει ότι ο κορμός της θα δυναμώσει όταν εκείνος θα έχει πια φύγει. Κι όμως σκάβει τη γη, ποτίζει, περιμένει. Δεν επενδύει για τον εαυτό του· επενδύει στον χρόνο.

Στον σύγχρονο κόσμο μάθαμε να μετράμε τα πάντα: κόστος, απόδοση, κέρδος. Η παλιά αγροτική σοφία όμως γνώριζε κάτι βαθύτερο. Ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο μέσα στη διάρκεια της ζωής του, αλλά μέσα στη διάρκεια της κοινότητας. Η πράξη του αποκτά νόημα όταν εντάσσεται σε μια αλυσίδα γενεών.

Γι’ αυτό οι κοινωνίες που έχουν μέλλον είναι εκείνες όπου κάποιοι εξακολουθούν να φυτεύουν δέντρα. Να σπέρνουν ιδέες, να χτίζουν θεσμούς, να καλλιεργούν γη που δεν θα θερίσουν οι ίδιοι.

Η ελιά, η καρυδιά, το αμπέλι, το κυπαρίσσι – όλα αυτά δεν είναι απλώς φυτά. Είναι μαθήματα χρόνου. Μας θυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι προλαβαίνουμε να ζήσουμε, αλλά και ό,τι αφήνουμε να συνεχίσει μετά από εμάς.

Και ίσως εκεί κρύβεται η αληθινή σοφία: να ζούμε σαν να είμαστε προσωρινοί, αλλά να δημιουργούμε σαν να είμαστε αιώνιοι.

Αυγά σου καθαρίζουν;


Τη φράση αυτή λέμε, όταν βλέπουμε κάποιον να γελά χωρίς λόγο και αφορμή. Μια φορά το χρόνο, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν -για να τιμήσουν την Αφροδίτη και το Διόνυσο– μ’ έναν πολύ τρελό και παράξενο τρόπο: Κάθε 15 Μαΐου, έβγαινε ο λαός στις πλατείες και άρχιζε τον «πετροπόλεμο» με. αυγά μελάτα!

Το  “μονοπάτι” ή η νοητική ψευδαίσθηση του “βαδίζοντος”?

Από το Γ.Λ η πιο κάτω ανάρτηση :

Το  “μονοπάτι” ή η νοητική ψευδαίσθηση του “βαδίζοντος” στο μονοπάτι είναι ο πυρήνας του προβλήματος?

Το κάθε “μονοπάτι” (= επιλογή, συνήθεια, τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς) συμβάλει στο σχηματισμό της  “ατομικής ταυτότητας” (άλλως της αίσθησης του “ατομικού εαυτού) σε αυτόν που το βαδίζει…

ΣΗΜ : Πόσο “πραγματική” πρέπει να θεωρείται αυτή η αίσθηση, το είχαμε θίξει ακροθιγώς σε μια παλαιότερη ανάρτηση, που είχε την καλοσύνη να φιλοξενήσει ο αγαπητός Κώστας στο ιστολόγιό του στις 19/02/2026 και υποστηρίζει και τους σημερινούς προβληματισμούς μας : https://orinadervenoxoria.com/2026/02/

Όσο πιο πολύ και συχνά κάνει κανείς τις ίδιες επιλογές, επαναλαμβάνει τις ίδιες συνήθειες, αυτοπεριορίζεται στον ίδιο τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης της δικής τους ύπαρξης αλλά και του κόσμου στον οποίο ζει και των προβλημάτων που συναντά στο βίο του, τόσο ενισχύεται η αίσθηση της συγκεκριμένης “ατομικής ταυτότητας”, αλλά και της ταύτισης / του δεσμού του με αυτήν (= όσο είμαι στο συγκεκριμένο μονοπάτι, ήτοι όσο σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο και κάνω τα πράγματα που ξέρω, έχω διασφαλίσει και την ταυτότητα μου, που αν μη τι άλλο μου είναι οικεία).

Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, η δυσκολία δεν έχει να κάνει με την “κατεύθυνση” της σκέψης, με το αν μπορούμε να τη στρέψουμε “πλάγια” ή “κάθετα” (πώς γίνεται αυτό άραγε??), αλλά με το αν ο “σκεπτόμενος” μπορεί να σκεφτεί με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που έχει συνηθίσει, ή μήπως μια τέτοια απόπειρα βιώνεται ως αγχωτική απειλή για την ατομικότητά του, οπότε (συμπερασματικά έστω και υποσυνείδητα) καλό είναι να αποφεύγεται…

Στη “ζυγαριά” :  “δημιουργικότητα” έναντι “σταθερής και αδιατάρακτης ατομικότητας” , η ζυγαριά (όσο μεγαλώνουμε) γέρνει συνήθως προς τη μεριά της σταθερότητας, του οικείου, αυτού που ξέρουμε, ακόμα και αν δεν μας ικανοποιεί απόλυτα. 

(ΣΗΜ : Οσοι αμφιβάλλουν για την αρνητική επίδραση της ηλικίας σε αυτό το θέμα, δεν έχουν παρά να παρατηρήσουν μικρά παιδιά που ακόμα “ανακαλύπτουν” τον κόσμο και αυτό είναι πιο σημαντικό γι’ αυτά από το να “προστατέψουν” το “εγώ” τους).

Συνεπώς, όταν νιώθετε εγκλωβισμένοι σε κάποιο “μονοπάτι”, μην ψάχνετε για “εξωτερικούς εχθρούς”…

Όπως μας προειδοποιεί και ο ποιητής : “Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου….” 

Καλή Κυριακή να έχετε !

Γ.Λ.

Εν κατακλείδι, να προτείνουμε και μερικά βιβλία για όσους θέλουν να γνωρίσουν σε μεγαλύτερο βάθος τις απόψεις του Edward de Bono :

σε ελληνική έκδοση κυκλοφορούν και τα :

– Τα έξι καπέλα της σκέψης

– Σκεφτείτε ! Πριν είναι πολύ αργά

– Το ενδιαφέρον άτομο

Το άλλο μονοπάτι της σκέψης!

Μερικές από τις πιο σημαντικές ιδέες της ιστορίας γεννήθηκαν όχι όταν ακολουθήσαμε τον δρόμο της λογικής, αλλά όταν τολμήσαμε να τον εγκαταλείψουμε για λίγο.

Η δημιουργικότητα συχνά αρχίζει εκεί όπου η συνήθεια σταματά.

Από την εποχή του Αριστοτέλη, ο λογικός τρόπος σκέψης αναδείχθηκε ως ο πλέον αποτελεσματικός για την αξιοποίηση του νου. Στην πράξη, βέβαια, διαπιστώθηκε ότι πολλές ιδέες που υλοποιήθηκαν και έδωσαν αποτελεσματικές λύσεις δεν ήταν προϊόν μιας αυστηρά λογικής και συμβατικής διαδικασίας.

Γιατί άραγε μερικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν καινούργιες ιδέες, ενώ άλλοι, με την ίδια νοημοσύνη, δεν έχουν;

Απάντηση σε αυτούς τους προβληματισμούς έδωσε ο Edward de Bono, γιατρός, ψυχολόγος και καθηγητής στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ, με τις μελέτες και τα συγγράμματά του για τη λεγόμενη πλάγια σκέψη (lateral thinking).

Ο Edward de Bono υποστήριξε ότι ο άνθρωπος συχνά παγιδεύεται στον ίδιο του τον τρόπο σκέψης. Η λογική, όσο πολύτιμη κι αν είναι, κινείται συνήθως μέσα σε προκαθορισμένα αυλάκια. Προχωρά βήμα–βήμα, αναζητώντας την ορθότερη διαδρομή μέσα σε ένα ήδη χαραγμένο μονοπάτι.

Η πλάγια σκέψη, αντίθετα, προσπαθεί να εγκαταλείψει το μονοπάτι. Δεν επιδιώκει απλώς να βρει καλύτερη λύση μέσα στο ίδιο πλαίσιο· επιδιώκει να αλλάξει το ίδιο το πλαίσιο. Να δει το πρόβλημα από άλλη γωνία, να αμφισβητήσει τις αυτονόητες παραδοχές, να δημιουργήσει έναν απρόσμενο συνδυασμό ιδεών.

Πολλές φορές τα προβλήματα δεν είναι δύσκολα επειδή είναι περίπλοκα, αλλά επειδή τα κοιτάμε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Η συνήθεια δημιουργεί νοητικά καλούπια. Όσο περισσότερο τα χρησιμοποιούμε, τόσο δυσκολότερο γίνεται να βγούμε έξω από αυτά. Η πλάγια σκέψη είναι η συνειδητή προσπάθεια να σπάσουμε αυτά τα καλούπια.

Στην ουσία πρόκειται για μια μικρή επανάσταση του νου. Μια πρόσκληση να αφήσουμε για λίγο τη βεβαιότητα της ευθείας λογικής και να δοκιμάσουμε τη δημιουργική περιπλάνηση. Εκεί, συχνά, εμφανίζονται οι ιδέες που αλλάζουν τα πράγματα.

Ίσως γι’ αυτό πολλές από τις σημαντικές ανακαλύψεις της ανθρώπινης ιστορίας δεν γεννήθηκαν από την αυστηρή τήρηση κανόνων, αλλά από τη στιγμή που κάποιος τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά.

Ίσως τελικά η δημιουργικότητα να μην είναι τίποτε άλλο παρά η στιγμή που ο νους τολμά να εγκαταλείψει το συνηθισμένο μονοπάτι και να ανοίξει ένα καινούργιο.

Πόσες ιδέες άραγε δεν γεννιούνται ποτέ επειδή φοβόμαστε να σκεφτούμε διαφορετικά;

Ένα κομμάτι ψωμί, λίγες ελιές και ένας φίλος (διήγημα)

Ένα κομμάτι ψωμί, λίγες ελιές, λίγο τυρί και ένα ποτήρι κρασί ήταν το φτωχικό γεύμα του Δημήτρη. Τα είχε απλώσει προσεκτικά πάνω στο πρόχειρο ξύλινο τραπέζι της αυλής του. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά και το χωριό βυθιζόταν σιγά-σιγά στη γαλήνη του δειλινού.

Ο Δημήτρης, μπακούρης από πεποίθηση και συνταξιούχος στρατιωτικός, ζούσε τα τελευταία δέκα χρόνια στο χωριό του. Με τη συμπεριφορά του είχε καταφέρει να γίνει η συγκολλητική κόλλα που ένωνε τους ανθρώπους ενός χωριού που άλλοτε φημιζόταν για τις εμφυλιοπολεμικές του έριδες.

«Σε αυτό το χωριό κανείς δεν μιλάει σε κανέναν», έλεγαν παλιά οι κάτοικοι των διπλανών οικισμών.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να φάει μόνος. Το είχε κάνει πολλές φορές. Το φαγητό όμως τότε έμοιαζε άγευστο, σαν να έλειπε κάποιο μυστικό συστατικό που δεν μπορούσε ούτε να το αγοράσει ούτε να το μαγειρέψει.

Εκείνη τη στιγμή πέρασε από τον δρόμο ο παλιός παιδικός του φίλος, ο Γιάννης.

— Κάτσε να φάμε μαζί, του φώναξε.

Ο Γιάννης χαμογέλασε και κάθισε χωρίς πολλές κουβέντες. Γέμισαν τα ποτήρια με κρασί και άρχισαν να μιλούν για τα παλιά: για τα χωράφια που καλλιεργούσαν οι παππούδες τους, για τα λάθη που έκαναν νέοι, για τις παλιές έχθρες που ανάγκασαν πολλούς να φύγουν μακριά.

— Δημήτρη, ο Θεός σε έστειλε… Το χωριό μας αφήνει πίσω του το άσχημο παρελθόν του. Άντε, στην υγειά σου!

Το ψωμί τελείωσε γρήγορα, οι ελιές λιγόστεψαν, το κρασί άδειασε. Κι όμως, κανείς τους δεν ένιωσε πως έλειπε κάτι.

Ο Δημήτρης θυμήθηκε τότε μια φράση που είχε διαβάσει κάποτε στον Επίκουρο:

«Πριν φας ή πιεις οτιδήποτε, σκέψου με ποιον τρως ή πίνεις».

Κοίταξε τον φίλο του και χαμογέλασε.

Γιατί το τραπέζι μπορεί να είναι φτωχό, μα όταν κάθεται απέναντι ένας φίλος γίνεται πλούσιο.

Χωρίς φίλο, ακόμη και το πλουσιότερο τραπέζι θυμίζει τη ζωή του λύκου: χορτασμένη ίσως, αλλά μοναχική.

Και τότε κατάλαβε πως το μυστικό συστατικό του τραπεζιού δεν ήταν ούτε το ψωμί ούτε το κρασί.

Ήταν η συντροφιά.

ΚΜ