Ήταν οι καλύτερες μέρες,
ήταν οι χειρότερες μέρες. ..
Ήταν η εποχή της πίστης,
ήταν η εποχή της απιστίας. ..
Ήταν η άνοιξη της ελπίδας,
ήταν ο χειμώνας της απελπισίας…
Τ’χαμέ όλα μπροστά μας,
δεν είχαμε τίποτα μπροστά μας.
Τσαρλς Ντίκενς

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Ήταν οι καλύτερες μέρες,
ήταν οι χειρότερες μέρες. ..
Ήταν η εποχή της πίστης,
ήταν η εποχή της απιστίας. ..
Ήταν η άνοιξη της ελπίδας,
ήταν ο χειμώνας της απελπισίας…
Τ’χαμέ όλα μπροστά μας,
δεν είχαμε τίποτα μπροστά μας.
Τσαρλς Ντίκενς
Οι άνθρωποι προσπαθώντας να απλοποιήσουν τη ζωή τους και τη σκέψη τους έχουν ταυτίσει τον ολοκληρωτισμό με τη δραματικότητα ορισμένων ιστορικών εκφράσεών του όπως τον ναζισμό, σταλινισμό, διαφόρων ειδών δικτατορίες όπου πάντοτε εμπλέκονται τα όπλα ή/και η λογοκρισία από όργανα ή άτομα που διαθέτουν επίσημη οργανωμένη ισχύ. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, γιατί ο ολοκληρωτισμός παίρνει διάφορες μορφές μικρές ή μεγάλες και που όλες καταλήγουν στην τελική επιβολή του ολοκληρωτισμού που αναγνωρίζουμε ως τέτοιον.Read more of this postΈτυχε να ζήσω τα γεγονότα και από μέσα και από έξω ….συμφωνώ με τις περισσότερες θέσεις του Χ Λαζαρίδη .
ορεινός
49 χρόνια μετά…
Του Χρύσανθου Λαζαρίδη
Ακούω διάφορους σήμερα να βρίζουν τη λεγόμενη «γενιά του
Πολυτεχνείου».
Ανήκω – θέλοντας και μη – σε εκείνη της γενιά.
Μιλάω σπάνια για τα γεγονότα εκείνα, κι όταν το κάνω
αμφισβητώ όλους τους μύθους που επικράτησαν
έκτοτε. Κυρίως για το ρόλο που διαδραμάτισε η τότε Αριστερά…
Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια
και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν,
να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε
πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ’ υπεροβολήν…
Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου».
Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις
αποστάσεις μου και
αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές
που αυτό είχε κ
αι κόστος και ρίσκο:
Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να
φανείς «γραφικός».
Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος
τη «συμμετοχή» μου
σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την.
Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί»,
αλλά
παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…
Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της
μεταπολίτευσης
του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση».
Σε καιρούς
(πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να τ
ο πει κανείς…
Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι
«απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την
έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την
έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.
Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι
αν δεν πέρασες ούτε απ’ έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη
«γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…
Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε,
όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού
θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα,
όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε
όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.
Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω – είναι αρκετά διαφορετική:
* Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»…
Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;
* Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).
* Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.
Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ’ το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…
* Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…
Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…
* Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!
Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….
* Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.
Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.
* Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25ηΜαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…
Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του ’50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.
* Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά…
Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».
Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια τν οικειοποιήθηκε πλήρως!
Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.
Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό»της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.
Και γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό…
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.
Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.
Κι από τότε παραμένουν, όπως θα ’λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:
«Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»
Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…
Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.
Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.
Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.
Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…
* Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.
Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»…
Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…
Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!
Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;
Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;
Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;
Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.
Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!
Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».
Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.
Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…
Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.
Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…
Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…
Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:
–Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι’ αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…
–Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.
Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.
Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.
Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.
Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…
Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!
«Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.
Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…
Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη


Από τον ΘΟΔΩΡΗ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟ
Αντίθετα με ό,τι διδασκόμασταν στο σχολείο, η Ιστορία δεν είναι κάτι στατικό και μονολιθικό, ούτε «θέσφατο». Αλλάζει, εξελίσσεται, αναθεωρείται και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα που αποκαλύπτει η επιστημονική έρευνα. Γι’ αυτό κι έχουν πάντα ενδιαφέρον οι ιστορικές εκδόσεις, γι’ αυτό δεν βαριέσαι ποτέ να μελετάς εποχές κι ανθρώπους, ακόμα κι αν έχεις διαβάσει ήδη τόσα και τόσα σχετικά. Τώρα, αν μαθαίνεις και κάτι… παίζεται, που λένε, αφού η «Ιστορία δεν διδάσκει», τουλάχιστον όμως διευρύνει την αντίληψή μας, καθώς εκτιμά ο συνομιλητής μου, με τον οποίο βρέθηκα παραμονές της εθνικής μας επετείου με αφορμή το νέο του πόνημα «Η Ελληνική Επανάσταση του ’21 – Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες» (εκδ. Gutenberg). O διακεκριμένος πανεπιστημιακός δεν είχει σταματήσει ούτε το ερευνητικό ούτε και το συγγραφικό του έργο, μέχρι σχεδόν τον θάνατό του (2017) το οποίο μάλιστα έχει εμπλουτίσει με ιστορικού περιεχομένου παιδικά παραμύθια.
Μιλήσαμε για τις ιστορίες που γράφονται σαν παραμύθια και αντιστρόφως, για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά αίτια της Επανάστασης υπό το φως σύγχρονων μαρτυριών, τον εγχώριο και διεθνή της αντίκτυπο, την παράλληλη με αυτήν διαπάλη συντήρησης και νεωτερικότητας, τις εμφύλιες συγκρούσεις, τον ρόλο των δανείων –εσωτερικών κι εξωτερικών–, τις αυθαίρετες ερμηνείες που μεταγενέστερα, λέει, της δόθηκαν, είτε από δεξιά είτε από αριστερά, και… ε, δεν θα σας τα πω όλα, ανοίξτε και κάνα βιβλίο!
— Τι παραπάνω προσθέτει το βιβλίο σας στην ιστοριογραφία για το ’21; Ως ιστορικός της Τουρκοκρατίας, συνεχίζω να αναζητώ εδώ τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που οδήγησαν στην Επανάσταση και να εμβαθύνω στις αιτίες που την προκάλεσαν. Χάρη στους Ναπολεόντειους Πόλεμους και τις ανάγκες ανεφοδιασμού των εμπόλεμων ευρωπαϊκών χωρών από «ουδέτερα» πλοία, η ναυτιλία, το εμπόριο και τα συναφή επαγγέλματα γνώρισαν πρωτοφανή ανάπτυξη, δημιουργώντας νέα δεδομένα στην παραγωγή. Στα χέρια των υπόδουλων Ελλήνων βρέθηκε ξαφνικά πολύ χρήμα – είναι χαρακτηριστική π.χ. η περίπτωση του ζάπλουτου Πελοποννήσιου τραπεζίτη και τοκογλύφου Νικολή Ταμπακόπουλου από τη Βυτίνα που μέσα σε πέντε χρόνια, παραμονές του ’21, ήταν σε θέση να δανείσει περί τα 2 εκατ. γρόσια, ποσό ασύλληπτο ακόμα και για τα τωρινά δεδομένα, αφού αρκούσε για να ναυλώσει δεκατρία καράβια! Μπορούσε, μάλιστα, να συντηρεί μέχρι εκατό πολεμιστές, έναν μικρό στρατό δηλαδή. Πολλά ήταν τα πλούτη που είχαν αποκομίσει οι εφοπλιστές αλλά και οι Έλληνες έμποροι των παροικιών.
«Λεφτά υπήρχαν» που θα λέγαμε σήμερα, και μάλιστα άφθονα! Αυτή είναι η πρώτη «αποκάλυψη» του βιβλίου. Η άλλη είναι ότι στη διάρκεια της Επανάστασης διεξαγόταν μια συνεχής, αδυσώπητη πάλη ανάμεσα στην παράδοση και στη νεωτερικότητα, σύγκρουση που υπέβοσκε ήδη από πριν κι εκδηλώθηκε τόσο με τους πρώτους εμφυλίους του 1824-25 όσο και επί Καποδίστρια, οπότε η νεωτερικότητα κινδύνεψε περισσότερο.
Συνεχίστε την ανάγνωση του “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 21”
Πηγή: Αντικλείδι
Πλάι στις κοινωνικές ανακατατάξεις, και μαζί μ’ αυτές, έγιναν ριζικές αλλαγές στην οικονομία και στις συναλλαγές. Στις ιωνικές πόλεις καθιερώθηκε, γύρω στις αρχές του έβδομου αιώνα, το χρήμα
Ως τότε χρησιμοποιούνταν στις καθημερινές συναλλαγές λεπτές ράβδοι χαλκού, που απ’ το σχήμα τους λέγονταν οβολοί, δηλαδή σούβλες. Έξι τέτοιοι οβολοί αποτελούσαν μια «χούφτα», δραχμή (από το δράττομαι = αδράχνω, πιάνω): αυτά τα ονόματα πέρασαν στα κατοπινά ελληνικά νομίσματα. Τώρα όμως οι Έλληνες άρχισαν να κόβουν κέρματα, που το βάρος και η περιεκτικότητά τους σε πολύτιμο μέταλλο ήταν εγγυημένα με κρατική σφραγίδα και που, σ’ έναν λαό που δεν έκανε τίποτα χωρίς τέχνη, πήραν γρήγορα τις πιο διαφορετικές και γοητευτικές μορφές. Ως μέταλλο χρησιμοποιούσαν το ήλεκτρο, ένα κράμα από χρυσάφι και ασήμι, των οποίων όμως η αναλογία κυμαινόταν έντονα από πόλη σε πόλη.
Εκείνος που έβαλε τέρμα σ’ αυτή τη σύγχυση, κόβοντας νομίσματα από ατόφιο χρυσάφι και ασήμι, ήταν ο Κροίσος. Ως τον έκτο αιώνα η κυκλοφορία του χρήματος περιοριζόταν στη Μικρά Ασία και στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της Κεντρικής Ελλάδας. Κατόπιν όμως εξαπλώθηκε παντού, ως τους Έλληνες της Ιταλίας και της Σικελίας. Η μεγαλύτερη ελληνική νομισματική μονάδα ήταν το τάλαντο. Ένα τάλαντο είχε εξήντα μνες, μία μνα εκατό δραχμές, μία δραχμή έξι οβολούς. Παράλληλα υπήρχαν κέρματα των δύο, τριών και τεσσάρων οβολών, των δύο και τεσσάρων δραχμών: διόβολα, τριόβολα και τετρόβολα, στατήρες και τετράδραχμα.
Για να πάρουμε μια γενική ιδέα για την αγοραστική δύναμη όλων αυτών των νομισμάτων (που φυσικά άλλαζε συνεχώς στην πορεία της ελληνικής Ιστορίας), θ’ αναφέρουμε ότι την εποχή του Σόλωνα ένα βόδι με μέτρια ποιότητα κόστιζε πέντε δραχμές, ένας μέδιμνος (52 1/2 λίτρα) δημητριακών μία δραχμή, ενώ στα χρόνια του Περικλή το κατώτερο όριο για την καθημερινή συντήρηση μιας οικογένειας ήταν ένα τρίτο της δραχμής, ποσό που στα τέλη του τέταρτου αιώνα ανέβηκε στη μία δραχμή.
Την ίδια περίπου εποχή ένας μετρητής κρασί (περίπου 40 λίτρα, επρόκειτο προφανώς για συνηθισμένο κρασί) έκανε έξι ώς οκτώ δραχμές και τα έξοδα διατροφής ενός δούλου ήταν δύο οβολοί, ποσό με το οποίο ο δούλος μπορούσε να φάει απλά, αλλά χορταστικά. Όποιος είχε περιουσία τρία τάλαντα (οι τόκοι ήταν κατά μέσον όρο 12%) θεωρούνταν ήδη πλούσιος.
Για μερικούς Σοφιστές και καλλιτέχνες αναφέρεται ότι ποτέ δεν ζητούσαν για το μάθημα που παρέδιδαν (και που πάντως διαρκούσε αρκετά χρόνια) λιγότερο από ένα τάλαντο, ένα ποσό προφανώς εξωφρενικό, που θεωρείται ένδειξη της τεράστιας φήμης τους. Ο Επίκουρος πλήρωσε 80 μνες για τον μεγάλο και ωραίο κήπο που αγόρασε το έτος 306 σε θαυμάσια τοποθεσία, για να εγκαταστήσει εκεί τη σχολή του.
Την ίδια περίπου εποχή ένα συνηθισμένο σπίτι στοίχιζε από 300 ώς 700 δραχμές, μια πολυτελής έπαυλη από 5.000 ώς 10.000 δραχμές. Ο μεγιστάνας του πλούτου Καλλίας, ιδιοκτήτης ορυχείων, πασίγνωστος σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, είχε περιουσία 200 ταλάντων. Στη συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε τον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο (264-241 π.Χ.), οι Καρχηδόνιοι χρέωσαν τους Ρωμαίους τα έξοδα του εικοσιτριάχρονου πολέμου με 3.200 τάλαντα.
Πολιτιστική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας / Friedell, Egon


«Οὐρανός πολύφωτος ἡἘκκλησία, ἀνεδείχθη ἅπαντας φωταγωγοῦσα τούς πιστούς ἐν ú ἑστῶτες κραυγάζομεν. Τοῦτον τόν οἶκον στερέωσον Κύριε».
Οι εργοδότες αναζητούν πάντα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όταν θέλουν να προσλάβουν…
κάποιον. Ωστόσο υπάρχουν κάποια προσόντα που δεν
περιλαμβάνονται στην «παραδοσιακή» λίστα, αν και αποδεδειγμένα αυξάνουν τις πιθανότητες πρόσληψης. Καθώς το τοπίο των επιχειρήσεων αλλάζει, αλλάζουν συνεχώς και οι απαιτήσεις ή αυτό που χαρακτηρίζεται ως «ταλέντο». Τα μέλη του Forbes Agency Council απαριθμούν εκείνες τις δεξιότητες που αν και «υποτιμημένες», θα πρέπει σύμφωνα με τους ίδιους, να διαθέτει απαραιτήτως κάθε υποψήφιος.
1. Δημιουργικός τρόπος επίλυσης προβλημάτων
Οι νεοπροσληφθέντες θα πρέπει να έχουν την ικανότητα να επιλύουν προβλήματα με δημιουργικό τρόπο και να μπορούν να προσαρμόζονται σε νέες καταστάσεις.
2. Συναισθηματικά νοημοσύνη
Πώς αλληλεπιδρούν με τους υπολοίπους; Κατανοούν την σημασία του συναισθήματος σε σχέση με την επιχείρηση; Διαθέτουν ενσυναίσθηση; Είναι καλό ένας υποψήφιος να έχει υψηλό μορφωτικό επίπεδο και να δείχνει ιδανικός στα χαρτιά, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μπορεί να συνεργαστεί καλά με άλλους ανθρώπους (πελάτες και συναδέλφους).
3. Έντονος τρόπος σκέψης
Πολλοί εργοδότες εκτιμούν ιδιαίτερα και ξεχωρίζουν έναν υποψήφιο που έχει περιέργεια, ενέργεια και γενικά έναν έντονο τρόπο σκέψης από μόνος του.
4. «Δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης»
Ίσως το πιο υποτιμημένο προσόν είναι η ικανότητα να ακούει κάποιος και μετά να συμμετέχει με βαθύτερες, καλύτερες ερωτήσεις. Το πλέον εύκολο είναι να σταθείς στην επιφάνεια και να βγάλεις εύκολα συμπεράσματα. Χρειάζεται πείσμα και διορατικότητα για να γνωρίζεις πού να συνεχίσεις το «σκάψιμο» και να αναζητάς τα υφέρποντα νοήματα.
5. Επιμονή
Ένα πολύ βασικό προσόν για κάποιον υποψήφιο είναι η επιμονή, η οποία και σύμφωνα με τους εργοδότες δεν διδάσκεται. Είναι εκείνη η εσωτερική ώθηση προς την επιτυχία και στο να μην τα παρατάς όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν κατά τις προσδοκίες.
6. Γενικότερη περιέργεια
Περιέργεια για τον κόσμο, για τις νέες τεχνολογίες, τις τέχνες και τον πολιτισμό και τους ανθρώπους γενικότερα. Ένας φιλοπερίεργος υπάλληλος είναι πιο πιθανό να αντιληφθεί την αλλαγή ως ευκαιρία, να την ενστερνιστεί και να βρει νέους τρόπους για να μετατρέψει αυτές τις ευκαιρίες σε πλεονέκτημα για τους πελάτες και την εταιρία.
7. «Σαβουάρ βιβρ» στο τηλέφωνο
Η τέχνη του να απαντάς στο τηλέφωνο είναι ένα προσόν που δεν διαθέτουν όλοι. Πολλές εταιρίες έχουν διαπιστώσει πως η διαπροσωπική επαφή μέσω τηλεφώνου λειτουργεί πολύ καλύτερα από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και πως όταν ένας υπάλληλος απαντά στο τηλέφωνο φιλικά και ευδιάθετα, δημιουργεί μια πολύ θετική εικόνα για την επιχείρηση.
8. Ενσυναίσθηση
Για πολλούς η ενυσυναίσθηση θεωρείται το πιο βασικό από όλα τα προσόντα επειδή είναι ο πυρήνας κάθε άλλης αξίας, καθώς κάνει τους ανθρώπους πιο ειλικρινής και πρόθυμους να συνεργαστούν με άλλους.
9. Ταπεινοφροσύνη
Πολλοί εργοδότες αναζητούν άτομα που έχουν αυτογνωσία και γνωρίζουν την αξία της σκληρής δουλειάς, χωρίς όμως να υποτιμούν τον εαυτό τους αλλά ούτε και να τον υπερεκτιμούν.
10. Ικανότητα και θέληση για μάθηση
Οι εταιρίες προσπαθούν να συμβαδίσουν με το γεγονός πως η συνεχώς εξελισσόμενη τεχνολογία παρέχει γρήγορες και εύκολες λύσεις, οπότε το ζητούμενο είναι πάντα ένα εργατικό δυναμικό που μπορεί να προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον το οποίο αλλάζει ραγδαία.
11. Αγωνιστής
Όταν κάποιος δεν έχει την θέληση να ανελιχθεί από τη θέση για την οποία προσελήφθη γνωρίζοντας πως πρέπει να υπερβεί τον εαυτό του, μην έχοντας καμία προσδοκία για προαγωγή, αυτό για πολλούς εργοδότες μεταφράζεται ως έλλειψη δυνατοτήτων και πως απλώς νιώθουν καλά κάνοντας αυτά που ήδη κάνουν.
12. Σθένος
Θεωρείται πλέον προσόν- κλειδί σε μια συνέντευξη για δουλειά και πρακτικά αποδεικνύεται μέσω ερωτήσεων όπως «Μιλήστε μου για ένα πρότζεκτ που ολοκληρώσατε και μετά σας είπαν να το παρατήσετε. Πώς αντιδράσατε;» ή «Υπάρχει κάτι που κερδίσατε αλλά χρειαστήκατε μήνες μέχρι να το πετύχετε;».
13. Πνευματική περιέργεια
Ενώ είναι καλό όταν ένας υποψήφιος έχει εμπειρία, αλλά πολύ πιο χρήσιμο προσόν θεωρείται πλέον η περιέργεια. Άνθρωποι που από μόνοι τους ενημερώνονται συνεχώς για τις αλλαγές στην αγορά, πειραματίζονται με νέες τεχνολογίες και προσεγγίσεις και αναζητούν την συνεχή μάθηση.
πηγή
Forbes