Η φιλοσοφία σου δίνει την πεποίθηση ότι ποτέ δεν μπορεί να είσαι σίγουρος πως έχεις δίκιο. Αυτή η αμφιβολία είναι δημιουργική — σε σπρώχνει να σκεφτείς παραπάνω!*

*Αλέξανδρος Νεχαμάς, από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές της εποχής μας.

Η Σφεντόνα του Θανάση

.

Η Σφεντόνα του Θανάση

Ο Θανάσης, άνθρωπος ήσυχος, δουλευταράς και γεμάτος ανθρωπιά, είπε μια μέρα να πάρει την ανηφόρα για τα Δερβενοχώρια να δει τον παλιόφιλό του, τον Κώστα. Είχε φτιάξει ο Κώστας ένα μικρό αγρόκτημα εκεί πάνω, κι ο Θανάσης το ’χε τάξει καιρό τώρα πως θα περάσει να τον δει.

Μόλις έφτασε κι αντίκρισε το τοπίο—το κόκκινο χώμα, κουμαριές, τα πουρνάρια ,τα χαμηλά πεύκα, τον αέρα τον καθαρό—του ’ρθε στο νου το Σταροχώρι. «Έτσι ήτανε κι εκεί…» μουρμούρισε. Κι αμέσως οι μνήμες άρχισαν να ξετυλίγονται μόνες τους, σαν κουβάρι που βρήκε άκρη.

Στην αυλή, κάτω απ’ το πράσινο στέγαστρο, ο Κώστας κρατούσε κάτι.

«Για δες εδώ, Θανάση. Βρέθηκε στην αποθήκη. Σαράντα χρόνια τη ’χω».

Ήταν σφεντόνα. Από σκληρό ξύλο, δουλεμένο, γυαλισμένο απ’ τις παλάμες του χρόνου. Το λάστιχο, καινούριο. Μα η ψυχή της παλιά.

Ο Θανάσης την πήρε στα χέρια του. Την κράτησε όπως κρατάς κάτι ιερό. Κι αμέσως όλα γύρισαν πίσω.

Τα πέτρινα χρόνια

«Αχ, Κώστα…» ψιθύρισε.

«Αυτή εδώ… είναι όλη η παιδική μου ηλικία».

Στα μέσα του ’40 ήτανε, όταν η φτώχεια δεν ήταν κουβέντα—ήταν τρόπος ζωής. Στο σπίτι τους, στο Σταροχώρι, δεν περίσσευε τίποτα. Κι όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα. Το κυνήγι δεν ήταν για χαβαλέ. Ήταν για να μπει λίγο κρέας στο τσουκάλι.

Με τέτοια σφεντόνα ανέβαινε στις πλαγιές με τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Άγγελο. Το κρύο τρύπαγε κόκαλο. Τα πόδια βούλιαζαν στο χώμα, τα ρούχα λεπτά, μα δεν παραπονιόταν κανείς. Άκουγαν τον αέρα, περίμεναν για ένα θρόισμα. Ένας κότσυφας, μια τσίχλα, μια πέρδικα αν είχαν ρέντα. Θησαυρός ολάκερος.

Κι όταν γύριζαν σπίτι με ένα μικρό πουλάκι, η μάνα τους, η Γιαννούλα, που όλη μέρα ήταν βουβή από τη φροντίδα, άστραφτε. Ένα χαμόγελο έπαιρνε το πρόσωπό της. Ανακούφιση, όχι χαρά. «Ένα βράδυ ακόμα την βγάλαμε», αυτό έλεγε εκείνο το χαμόγελο.

Κι ο πατέρας τους, ο μπάρμπα Γιάννης, σοφός μέσα στη σιωπή του, τους έλεγε πάντα:

«Πρόσεχε πού σημαδεύεις, Θανάση. Δεν είναι όλα για σκότωμα. Σεβασμός θέλει το ζωντανό. Κυνηγάμε για να φάμε—όχι για να χαιρόμαστε το κυνήγι».

Λόγια φτωχά, μα πλούσια όσο δέκα βιβλία.

Ο Κώστας τον κοίταξε, βλέποντας τα μάτια του να ’χουν ταξιδέψει αλλού.

«Τι σου θύμισε;» τον ρώτησε.

Κι ο Θανάσης χαμογέλασε εκείνο το μειλίχιο, το παλιό, που ανακατεύει πίκρα και ευλογία.

«Όλη μου την παιδική ηλικία, Κώστα… κι εκείνη τη φτώχεια. Την αληθινή. Αυτή που όσο κι αν πονάει, σε φτιάχνει άνθρωπο. Σου μαθαίνει την αξία του λίγου και τον σεβασμό στο καθετί ζωντανό».

Κι έτσι, στην αυλή ενός σπιτιού στα Δερβενοχώρια, μια παλιά σφεντόνα δεν έμεινε πια ένα κομμάτι ξύλο με λάστιχο. Έγινε γέφυρα· ένωσε τον μικρό, πεινασμένο Θανάση του ’40 με τον ώριμο άντρα που στεκόταν σήμερα εκεί — κι ας είχαν περάσει εξήντα χρόνια κι ένας κόσμος ολόκληρος ανάμεσά τους.

Γιατί μέσα στο ξύλο της, αναστέναζε ακόμα ένας ολόκληρος τρόπος ζωής.

“ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων” – ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι η μοίρα του

Ο Ηράκλειτος, με μια από τις πιο πυκνές και διαχρονικές του ρήσεις, έθεσε ένα θεμέλιο λίθο της ανθρώπινης ύπαρξης: ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι η μοίρα του. Δεν μιλά για εξωτερικά γεγονότα, για τύχη, συγκυρίες ή θεούς· μιλά για κάτι εσωτερικό, αμίλητο και αποφασιστικό: για το ήθος.

Στην ηρακλείτεια σκέψη, ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του τον δαίμονα –όχι ως υπερφυσική οντότητα, αλλά ως εσωτερική δύναμη που διαμορφώνει την πορεία του. Οι πράξεις, οι επιλογές, ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο και στέκεται απέναντί του, χτίζουν μια αόρατη ρότα που τον οδηγεί, συχνά χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει.

Δεν μας καθορίζει τόσο το τι μας συμβαίνει, όσο το πώς στεκόμαστε απέναντι σε αυτό που μας συμβαίνει. Δύο άνθρωποι μπορεί να ζήσουν το ίδιο γεγονός: ο ένας το μετατρέπει σε αφορμή για πρόοδο, ο άλλος σε πρόσχημα για παραίτηση. Το γεγονός είναι το ίδιο· το ήθος είναι διαφορετικό –και η μοίρα, αναπόφευκτα, επίσης.

Το ήθος δεν είναι φτιαγμένο από μεγάλα λόγια, αλλά από μικρές σταθερές κινήσεις: από την προθυμία να διορθωθούμε, την επιμονή να συνεχίσουμε, τη γενναιοδωρία χωρίς ανταλλάγματα, την ακεραιότητα όταν κανείς δεν βλέπει. Αυτές οι κρυφές πράξεις, μέρα τη μέρα, γίνονται χαρακτήρας. Και ο χαρακτήρας γίνεται πορεία ζωής.

Με έναν τρόπο σχεδόν ποιητικό, ο Ηράκλειτος μας υπενθυμίζει ότι η πραγματική μοίρα δεν έρχεται απ’ έξω· την πλάθουμε εμείς οι ίδιοι. Ό,τι γινόμαστε μέσα μας, αυτό συναντάμε τελικά μπροστά μας. Και ίσως αυτό να είναι το πιο απελευθερωτικό μήνυμα: ότι η μοίρα, όσο κι αν φαίνεται αμετακίνητη, αρχίζει πάντα από μια εσωτερική μας απόφαση.

Αν θες να συμβαδίζεις με την εποχή σου, είσαι ήδη ξεπερασμένος!

Η ρήση του Ευγένιου Ιονέσκο μοιάζει παράδοξη, σχεδόν προκλητική, κι όμως κρύβει μέσα της μια βαθιά αλήθεια που μόνο οι ανήσυχοι μπορούν να νιώσουν.

Όποιος προσπαθεί απλώς να συμβαδίσει με την εποχή του, τρέχει πάντα ένα βήμα πίσω. Διότι η εποχή –η πραγματική εποχή, όχι η εξωτερική μόδα– δεν είναι ποτέ στατική.

Συνεχώς μετακινείται, αλλάζει, ανατρέπεται. Και όποιος πασχίζει να την προλάβει, καταλήγει απλός μιμητής, όχι δημιουργός.

Ο Ιονέσκο μάς θυμίζει πως η ουσιαστική δημιουργικότητα πηγάζει από εκείνους που δεν προσαρμόζονται παθητικά.

Είναι εκείνοι που τολμούν να δουν λίγο πιο πέρα, ακόμη κι αν αυτό τους κοστίσει μοναξιά, αμφισβήτηση ή παρεξήγηση. Ο πραγματικά σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι αυτός που ακολουθεί τα ρεύματα, αλλά εκείνος που τα δημιουργεί· που τολμά να αντικρούσει την εποχή του, να της αντισταθεί, να την ξεβολέψει.

Στην ουσία, ο Ιονέσκο μιλά για την παγίδα της συμμόρφωσης. Όταν το ζητούμενο είναι «να είσαι επίκαιρος», τότε η επικαιρότητα γίνεται φυλακή. Ο δημιουργός, ο στοχαστής, ο άνθρωπος που αναζητά βαθύτερο νόημα, οφείλει να είναι λίγο ασύμβατος. Να μην αρκείται σε όσα ο κόσμος θεωρεί δεδομένα. Να βρίσκεται σε μόνιμη εγρήγορση, όχι για να ακολουθήσει, αλλά για να ανακαλύψει και να οδηγήσει.

Και ίσως αυτό είναι το αληθινό μήνυμα:

Για να είσαι της εποχής σου, πρέπει να την ξεπερνάς.

Να στέκεσαι μισό βήμα έξω από τον χορό, ώστε να έχεις τη δυνατότητα να δεις τις κινήσεις του συνόλου. Να αρνείσαι τον ρόλο του θεατή και να διεκδικείς τον ρόλο του δημιουργού.

Ο κόσμος προχωρά χάρη σε εκείνους που δεν συμβαδίζουν. Χάρη σε εκείνους που, όπως έλεγε κι ο Ιονέσκο, «τολμούν να σκεφτούν αυτό που ακόμη δεν ειπώθηκε».

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή : «Καποδίστριας»

Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν.

(αρνούμενος τον μισθό του Κυβερνήτου)

Ο Γιάννης Σμαραγδής επιστρέφει με τη νέα του ταινία «Καποδίστριας», βασισμένη στη ζωή του σπουδαίου Έλληνα πολιτικού και διπλωμάτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Το σενάριο υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ενώ τον πρώτο κυβερνήτη του νέου ελληνικού κράτους ενσαρκώνει ο Αντώνης Μυριαγκός. 

«Η ζωή του ανθρώπου που πίστεψε σε μια ελεύθερη Ελλάδα ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη. Η θυσία του έγινε το θεμέλιο ενός ολόκληρου έθνους».

Κυκλοφόρησε το επίσημο τρέιλερ της νέας ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή, «Καποδίστριας».

δες εδώ το τρέιλερ:

https://youtube.com/watch?v=pYDMv5BtmWM%3Fsi%3DCUFhx5iCrV_2aYxs

Η σύνοψη της ταινίας «Καποδίστριας»

Στη σύνοψη της ταινίας «Καποδίστριας» αναφέρεται: «Είναι μία ιστορική ταινία που διαδραματίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα και αναφέρεται στην αληθινή ιστορία του μεγαλύτερου Έλληνα πολιτικού και πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, μετά την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς.

Υπερασπίζεται με σθένος, καλοσύνη και αξιοπρέπεια την ελευθερία του κάθε ανθρώπου, θυσιάζοντας ακόμη και τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, και δεν διστάζει να συγκρουστεί με τις δυνάμεις του κακού, θυσιάζοντας πλούτη, δόξα και διεθνή αναγνώριση.

Όταν η Ελλάδα αποκτά την ελευθερία της, ο Καποδίστριας καλείται να αναλάβει πρώτος Κυβερνήτης. Παρότι διαισθάνεται ότι θα δολοφονηθεί, αποδέχεται αγόγγυστα την μοίρα του και θυσιάζεται, υπηρετώντας με πίστη και αφοσίωση την πατρίδα του. Αυτή η θυσία τον οδηγεί στην αληθινή ελευθερία». 

Το σκηνοθετικό σημείωμα του Γιάννη Σμαραγδή

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής, στο σημειώμά του, τονίζει πως «η Ελλάδα ευλογήθηκε με τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια.  Όλη του η ζωή ήταν ένα στρατήγημα. Ένα στρατήγημα για την ανάδειξη της μέσα Ανώτερης Ελλάδας, για να μπορέσει η χώρα να σταθεί όρθια. Ο Καποδίστριας εξετέλεσε την εντολή, έριξε το σπόρο, μετά ανέβηκε το Γολγοθά του, και ακέραιος, άσπιλος και λευκοφόρος επέστρεψε στην κεντρική πηγή, στο Θείο. 

Γι’ αυτό και όσο ζούσε, από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του υπηρετώντας το σχέδιο του Θεού έβαλε τα θεμέλια για την ελληνική επανάσταση και την γέννηση του νέου ελληνικού Έθνους. Όταν έλαβε την εντολή να κυβερνήσει επιτέλεσε την αποστολή του με ανιδιοτέλεια και δοτικότητα, υπηρετώντας με τιμή την ανώτερη αξία των Ελλήνων που είναι η προάσπιση της Ελλάδος και του Ελληνισμού και μας άφησε την ευθύνη για να μην χαθεί ο ευλογημένος σπόρος που έριξε…».

Ο «Καποδίστριας» στις κινηματογραφικές αίθουσες από 25 Δεκεμβρίου 

Προτροπή: να την δούμε, αξίζει!

Σαν σήμερα το 1893

Σαν σήμερα το 1893 το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» – Από τον Χαρίλαο Τρικούπη 117 χρόνια μετά στα μνημόνια –

Τρεις χρεοκοπίες, μια δεκαετής κρίση και μια χώρα που δείχνει να ορθοποδεί. Αλλά πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε ότι βάλαμε τελικά μυαλό; Και πόσο μάλλον όταν το κράτος ευημερεί και οι οικογένειες δυστυχούν;

Το 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης ομολογεί στη Βουλή αυτό που όλοι φοβούνταν: «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Η Ελλάδα δεν μπορεί να πληρώσει τα δάνειά της. Ένα μικρό κράτος με μεγάλες φιλοδοξίες, λίγη παραγωγή και πολλά δανεικά για έργα και στρατιωτικές δαπάνες, προσγειώνεται βίαια. Ακολουθεί ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Μια πρώτη ιστορική «τρόικα» πριν την ώρα της.

Λίγες δεκαετίες μετά, το σενάριο επαναλαμβάνεται. Η Μεγάλη Ύφεση του 1929 χτυπά και την Ελλάδα, οι αγορές στεγνώνουν, οι εξαγωγές βουλιάζουν. Το 1932 η χώρα κηρύσσει ξανά στάση πληρωμών. Στη συνέχεια, Κατοχή, Εμφύλιος, υπερπληθωρισμός· η οικονομία σχεδόν διαλύεται.

Κι όμως, από τις στάχτες γεννιέται το λεγόμενο «ελληνικό θαύμα» μιάς περιόδου που ξεκινά το 1950. Υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, εκβιομηχάνιση, μεσαία τάξη που μεγαλώνει. Μόνο που το θαύμα στηρίζεται σε φθηνά εργατικά και ένα κράτος που οργανώνεται γύρω από το ρουσφέτι. Οι ανισότητες και οι στρεβλώσεις μένουν κάτω από το χαλί.

Μετά τη Μεταπολίτευση, η δημοκρατία συνοδεύεται από ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο: αυξήσεις, διορισμοί, επιδόματα, ένα κράτος-πατερούλης που δανείζεται για να τα πληρώσει όλα. Τη δεκαετία του ’90 προσπαθούμε να «σοβαρευτούμε» για να μπούμε στο ευρώ και τα καταφέρνουμε. Όμως το κοινό νόμισμα με ισοτιμία 1€ = 340,750 δρχ φέρνει ακρίβεια και γίνεται νέο «ναρκωτικό»: Κατανάλωση, υπερδαπανηροί Ολυμπιακοί, δάνεια, με την παραγωγή να μένει πίσω.

Το 2010 ο λογαριασμός σκάει με πάταγο. Αποκλεισμός από τις αγορές, τρία μνημόνια, ύφεση που εξαφανίζει το 1/4 του ΑΕΠ, εκτόξευση της ανεργίας, φυγή νέων στο εξωτερικό. Για χρόνια, η Ελλάδα γίνεται διεθνές παράδειγμα προς αποφυγή.

Σήμερα, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική: Ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, επιστροφή σε επενδυτική βαθμίδα. Θεσμικά, η χώρα είναι πιο «δεμένη» μέσα στην Ευρωζώνη, τα δημοσιονομικά παρακολουθούνται στενά, οι στατιστικές υπηρεσίες λειτουργούν πιο σοβαρά. Θα έλεγε κανείς ότι, ναι, κάποιο μυαλό βάλαμε.

Αρκεί αυτό; Όχι απαραίτητα. Το παραγωγικό μοντέλο παραμένει εύθραυστο, εξαρτημένο από τουρισμό και κατανάλωση, με χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική γήρανση και ένα κράτος που ακόμη παλεύει με το πελατειακό DNA του. Που δεν θέλει στη πράξη (γιατί από λόγια καλά πάμε) να πατάξει και τη διαφθορά Και το κυριότερο; 

Οι αριθμοί, οι στατιστικές που αφορούν την μικροοικονομία και τα ταμεία του κράτους ευημερούν, αλλά με την πλειοψηφία των πολιτών να δυσανασχετούν για ακρίβεια στα ράφια, τα ενοίκια, την ενέργεια, να αγκομαχούν με μισθούς που αντέχουν μόνο για 20 μέρες και να «ταΐζονται» με επιδόματα – μπαλώματα.

Αν τελικά μάθαμε το μάθημα, δεν θα φανεί από τους τίτλους των οίκων αξιολόγησης, αλλά από κάτι πολύ πιο πεζό. Αν θα καταφέρουμε για πολλά χρόνια να παράγουμε περισσότερα απ’ όσα ξοδεύουμε, χωρίς να υποθηκεύουμε ξανά το μέλλον. Και κυρίως αν μπορέσει κάποια κυβέρνηση, γιατί η σημερινή μάλλον έχει χάσει το τρένο, η ευμάρεια των κρατικών ταμείων, να αντανακλάται και στα οικογενειακά. 

Δύσκολη εξίσωση; Δύσκολο το ισοζύγιο; Όπως και να το πούμε, είναι αναγκαίο. Μετά το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και τα μνημόνια, να γίνει επιτέλους η Ελλάδα μία σφριγηλή οικονομικά χώρα, αλλά και με ευτυχισμένους πολίτες που δε ζητούν τα πολλά, αλλά θέλουν να ζουν με αξιοπρέπεια.

Πηγή: Άρθρο του Τέρενς Κουίκ απο τη Huff post