Ο Φούσκας και οι ένδεκα μαντράχαλοι! (διήγημα)

Ο Φούσκας και οι ένδεκα μαντράχαλοι!

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά όταν φθάσαμε στο μικρό χωριό στα ριζά ενός λόφου και στα στενά θεοσκότεινα δρομάκια τα μονά ζωντανά, που τους ενοχλούσε η άφιξη μας, ήταν μια πολυάριθμη ομάδα σκυλιών, που με τα άγρια αλυχτίσματά τους προσπαθούσαν να μας κρατήσουν μακριά από τον χώρο, που είχαν ορίσει ως δικό τους.

Εντοπίσαμε ένα σπίτι, που ταίριαζε στην περιγραφή που μας είχε δοθεί και χτυπήσαμε δισταχτικά την πόρτα. Σε λίγο άνοιξε, και μας υποδέχτηκε ο συμμαθητής μας ο Δημήτρης ο Φραντζής, δεν ήταν βέβαια αυτό το όνομα του, αλλά του είχαμε κολλήσει το Φραντζής γιατί έμοιαζε καταπληκτικά με έναν πολύ δημοφιλή ποδοσφαιριστή της Προοδευτικής.

Ο Φραντζής είχε προσκαλέσει, εμένα και δυο φίλους μας συμμαθητές, τον Κώστα και τον Βασίλη να επισκεφτούμε το χωριό του, που βρισκόταν στα νοτιοανατολικά  της κωμόπολη μας, πρωτεύουσα μιας ορεινής επαρχίας  στο κέντρο της Στερεάς Ελλάδος. Στην μικρή μας πόλη  λειτουργούσε εξατάξιο γυμνάσιο όπου εμείς που καταγόμασταν από τα γύρω χωριά της επαρχίας ζούσαμε μόνοι μας σε κάποιο μικρό δωμάτιο που οι γονείς μας είχαν ενοικιάσει . Δύσκολη η ζωή μακριά από την οικογενειακή εστία αλλά είχε όμως και τα καλά της. Είχες σημαντική ελευθερία που αν κατάφερνες να την χειριστείς σωστά μεγάλωνες πιο υπεύθυνα και καλλιεργούσες από μικρός την αρετή της αυτοπεποίθησης και της αυτοπειθαρχίας.

Χωρίς την στενή επίβλεψη των γονιών μας ήταν πιο εύκολο να δεχθούμε την πρόσκληση του φίλου μας χωρίς να λογαριάσουμε ότι  θα έπρεπε να  περπατήσουμε περίπου μιάμιση ώρα και μάλιστα η επιστροφή μας θα ήταν γύρω στα μεσάνυχτα..

Βέβαια η πρόσκληση ήταν πολύ δελεαστική, θα βλέπαμε  για πρώτη φορά τηλεόραση και μάλιστα ένα παιγνίδι για το οποίο αγωνιούσε όλη η Ελλάδα.

Ο Παναθηναϊκός εκείνο το βράδυ έπαιζε για το πρωτάθλημα Ευρώπης με την πρωταθλήτρια της Αγγλίας, την Έβερτον.

Το 1971 οι τηλεοράσεις σπάνιζαν, ελάχιστοι είχαν την οικονομική ευχέρεια να αποκτήσουν μια ασπρόμαυρη, για έγχρωμη δεν γίνεται καν λόγος αφού δεν υπήρχε ακόμη έγχρωμη εκπομπή, αλλά και αυτοί που θα μπορούσαν να αγοράσουν στις περισσότερες περιπτώσεις θα τους ήταν άχρηστη μιας και δεν είχαν εγκατασταθεί αρκετοί αναμεταδότες για να μεταφέρουν το τηλεοπτικό σήμα.

Ο φίλος μας, ο Φραντζής, είχε ένα ξάδελφο, που είχε αγοράσει τηλεόραση και είχε την τύχη η θέση του χωριού, στους πρόποδες ενός λόφου να επιτρέπει να «πιάνει» το σήμα από τα Γεράνια, μάλλον εξ αντανακλάσεως..

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι που ζούσαμε εκείνα τα χρόνια στα ορεινά χωριά, την τηλεόραση ακουστά την είχαμε και ελάχιστοι ήσαν εκείνοι οι τυχεροί που είχαν επισκεφθεί την Αθήνα και είχαν δει το πως λειτουργούσε αυτό το μαγικό κουτί.

Πέρασαν μάλιστα πολλά χρόνια για να μπορέσουν τα χωριά μας τα περίκλειστα από  ορεινούς όγκους  να «πιάσουν σήμα» έστω και με πολλά «χιόνια», όπως βάπτισαν την κακή λήψη…

Ο Φραντζής μας σύστησε στον ξάδελφο του και στην οικογένεια του,που μας καλοδεχθήκαν πολύ θερμά, μας πέρασαν σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο όπου στην μια άκρη υπήρχε το αναμμένο τζάκι. Βρισκόμασταν στις αρχές Μαρτίου με το κρύο να είναι ακόμη αρκετά έντονο, ιδιαίτερα τα βραδιά. Στην άλλη άκρη πάνω σε ένα τραπεζάκι ήταν τοποθετημένο το «μυθικό κουτί», η περίφημη τηλεόραση. Κοντά στο τζάκι υπήρχε ένα τραπέζι με τις καρέκλες όπου καθίσαμε όλοι με πλάτη στο τζάκι και βλέπαμε μπροστά μας την οθόνη της τηλεόρασης που εκείνη την στιγμή παρουσίαζε το δελτίο ειδήσεων. Έμοιαζε μάλλον σαν τα κινηματογραφικά επίκαιρα που βλέπαμε στον σινεμά πριν ξεκινήσει να παίζει η ταινία. Η αλήθεια είναι ότι ενώ εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι συμβαίνει κάτι τόσο μακριά και μπορείς και το βλέπεις εκείνη την στιγμή καθισμένος στην καρέκλα του σπιτιού σου, δίπλα στην ζεστασιά του τζακιού,  δεν ενθουσιαστικά  όμως γιατί η εικόνα ήταν χάλια, κάποιες φιγούρες διακρίναμε και με δυσκολία ξεχωρίζαμε τα πρόσωπα. Η τηλεόραση είχε πολλά «χιόνια», η φωνή όμως του εκφωνητή ήταν αρκετά καθαρή και έτσι ακούγαμε τα πάντα και ας μην τα διακρίναμε ευκρινώς.

Το παιγνίδι θα ξεκινούσε σε μισή περίπου ώρα και έτσι αρχίσαμε την συζήτηση με θέμα ποιο άλλο βέβαια από την πορεία του Παναθηναϊκού!

Θυμάμαι ότι εμείς οι νεαροί μαθητές μονοπωλούσαμε την συζήτηση που οι μεγαλύτεροι ήσαν μάλλον άφωνοι ακροατές εκτός από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού που ήταν ποδοσφαιρικά ενήμερος, οπαδός του Ολυμπιακού αλλά για παιγνίδια του Παναθηναϊκού με τις ξένες ομάδες γινόταν φανατικός παναθηναϊκός και όπως μας δήλωσε με στόμφο: “πάνω από όλα η πατρίς!”

Διανύαμε ήδη τον πέμπτο χρόνο της στρατιωτικής διακυβέρνησης και η πατρίς μαζί με την θρησκεία και την οικογένεια αποτελούσαν το αγαπημένο μότο των συνταγματαρχών!

Ξαφνικά η ηλικιωμένη γιαγιά που φρόντιζε το τζάκι μας διέκοψε και  ζήτησε αν μπορούσε να ρωτήσει κάτι. Σταματήσαμε την συζήτηση και περιμέναμε με περιέργεια της γιαγιάς το ερώτημα.

«Σας ακούω τόση ώρα εσάς τα παιδιά, που πηγαίνετε και στο γυμνάσιο, να αραδιάζεται ένα σορό ονόματα και να λέτε τόσα πράγματα γι αυτούς που κυνηγάνε ένα τόπι σε ένα χωράφι με γρασίδι που έχουν αρχηγό ένα Φούσκα – τον Πούσκας εννοούσε -λες και αυτό θα σας δώσει ψωμί να φάτε. Αυτά είναι τα γράμματα που μαθαίνετε; Θα κάνετε τρεις ώρες ποδαρόδρομο στα θεοσκότεινα για να δείτε σε αυτό το παράξενο κουτί κάτι μαντράχαλους να κυνηγάνε και να κλωτσάνε ένα τόπι. Να με συμπαθάτε παιδιά μου εγώ δεν μπορώ να σας καταλάβω».

Και συνέχισε:«βέβαια πολλά δεν τα πιάνει το μυαλό μου, έχω γεράσει αρκετά .. να αυτό το κουτί που έφερε ο γιος μου πριν δυο βδομάδες, τηλεόραση μου είπε ότι το λένε.. πως στο καλό έρχονται εδώ μπροστά μας και βλέπουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους!  Αυτοί δεν μας βλέπουν; τους έχουμε βάλει στο σπιτι μας ..ευτυχώς που υπάρχει το κουμπί και κλείνει και μπορούμε να ξαπλώσουμε στο κρεβάτι μας χωρίς να μας βλέπουν!»

«Ρε μάνα σιγά σιγά θα τα καταλάβεις ..βάλε τώρα ξύλα στο τζάκι και φέρε τα στραγάλια με το ούζο να μας τρατάρεις, και μην ξεχάσεις και τα λουκούμια για τα παιδιά» και συνέχισε «στην εποχή σου μάνα είχατε αλλά πράγματα που δεν καταλάβαιναν οι παλιότεροι, έτσι πορεύεται ο κόσμος».

Η γιαγιά δεν αντιμίλησε και σηκώθηκε να πάει στην διπλανή κάμαρα για να εκτελέσει την επιθυμία του γιου της, μαζί της σηκώθηκε και πήγε και η νύφη της.

Γεγονός ήταν ότι στα επτά χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας η μόνη ουσιαστική διέξοδος της νεολαίας ήταν ο αθλητισμός και για την επαρχία, το ποδόσφαιρο κατά κύριο λόγο. Ο Ασλανίδης, ο γενικός γραμματέας αθλητισμού, με το προσφιλές του σύνθημα: «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», προέτρεπε την νεολαία να ασχολείται αποκλειστικά με τα αθλητισμό ώστε να παραμένει μακριά από πολιτικές αναζητήσεις που σίγουρα μπελάδες θα έφερναν στο καθεστώς. Οι αθλητικές εφημερίδες με κυρίαρχες το Φως τω σπορ και την Αθλητική ηχώ έκαναν ρεκόρ πωλήσεων.

Στα διαλείμματα των μαθημάτων μας οι μόνες συζητήσεις μεταξύ των αγοριών ήταν το ποδόσφαιρο και ομηρικοί ήταν  οι καυγάδες για το πια ήταν η καλύτερη ομάδα. Τα μεγάλα μέτωπα των συγκρούσεων αφορούσαν τους οπαδούς του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Στην δίκη μου τάξη εγώ είχα αναδειχθεί αρχηγός των κόκκινων και ο συμμαθητής μου ο Θανάσης αρχηγός των πρασίνων. Η ζωή όμως κάνει τα δικά της παιγνίδια και ο Θανάσης «άλλαξε» στρατόπεδο και βρέθηκε στο κατακόκκινο στρατόπεδο, ως σημαίνον στέλεχος του ΚΚΕ

Πριν μερικά χρόνια που ο Θανάσης μιλούσε σε μια συγκέντρωση του ΚΚΕ στα δυτικά προάστια Αττικής και πήγα να τον συναντήσω, σχεδόν 50 χρόνια από τους ομηρικούς καυγάδες μας. Μόλις κατέβηκε από την εξέδρα τον πλησίασα και πολύ σοβαρά του επισήμαινα ότι δεν περίμενα ποτέ να αλλάξει παράταξη και να γίνει κόκκινος, αιφνιδιάστηκε και με αμήχανο  ύφος μου απαντά: «δεν σας καταλαβαίνω κύριε εγώ πάντα κόκκινος ήμουν». «Για θυμήσου καλύτερα.. εγώ θυμάμαι πολύ καλά ότι στα χρόνια του γυμνασίου ήσουν φανατικός πράσινος» του απαντώ γελώντας! Η εγκάρδια χειραψία και το τρανταχτό του γέλιο μας πήγε στα χρόνια εκείνα τα αλλοτινά …

 

Το παιγνίδι ξεκίνησε με τον Παναθηναϊκό να παλεύει και να στέκεται όρθιος. Η άμυνα του με τον Καμάρα και τον Σούρπη και τα αλλά παιδιά να μην αφήνουν μύγα να περάσει και αν περνούσε κάποια βολίδα των Άγγλων ο Τάκης ο Οικονομόπουλος να πιάνει τα άπιαστα. Το απίθανο συμβαίνει στο 81 λεπτό που ο ψηλός ο Αντωνιάδης στέλνει την μπάλα στα δίχτυα  της ´Εβερτον.

Η χαρά ήταν τόσο  μεγάλη που ο Γιώργος ξεκρέμασε το δίκαννο που ήταν στον τοίχο δίπλα στο τζάκι και έτρεξε  στο μπαλκόνι για να ρίξει τους χαρμόσυνους  πυροβολισμούς αλλά η γυναίκα του έμπηξε τις φωνές θυμίζοντας ότι έχουμε στρατιωτικό νόμο και θα μπλέξουμε …

Η γιαγιά ήταν η μόνη  ατάραχη και μάλιστα χαμηλόφωνα  μονολογούσε: «δεν πάει καλά ο κόσμος, Παναγία μου βοήθησε μας!». Δυστυχώς η χαρά δεν διήρκεσε  για πολύ και το όνειρο της νίκης έσβησε ακριβώς στη λήξη του παιγνιδιού αφού οι Άγγλοι κατάφεραν να ισοφαρίσουν.

Φύγαμε αμέσως, είχαμε και μια επιστροφή δύσκολη. Μόλις αφήσαμε τα τελευταία σπίτια του χωριού και σταματήσαμε να ακούμε τα άγρια αλυχτίσματα των σκυλιών νιώσαμε την απόκοσμη πήχτρα του σκοταδιού και πλησιάζοντας τον μικρό χείμαρρο, που διέσχιζε την στενή ορεινή κοιλάδα, ρέοντας προς το μεγάλο ποταμό, που τον συναντούσε στα περίπου τεσσάρα χιλιόμετρα, ένα πυκνό πούσι μας εμπόδιζε να δούμε πέραν της μύτης μας. Η αλήθεια είναι πως αρχίσαμε να φοβόμαστε και ανησυχούσαμε αν βρισκόμασταν και στο σωστό μονοπάτι. Πλησιάσαμε αρκετά κοντά στον χείμαρρο για να προσανατολιστούμε από την κατεύθυνση των νερών. Ευτυχώς σε λίγο βγήκαμε στην δημοσιά που μας ήταν γνώριμος δρόμος και ηρεμήσαμε.

Συναντήσαμε την γέφυρα που ένωνε τις όχθες του χείμαρρου και εκεί ο φίλος μας ο Κώστας θα συνέχιζε ευθεία στην δημοσιά για περίπου έξι χιλιόμετρα για να φθάσει  στο σπίτι του, που ήταν το Χάνι στην άκρη μιας μεγάλης γέφυρας και σταυροδρόμι αρκετών δρόμων που ένωναν τα ορεινά χωριά της επαρχίας. Οι υπόλοιποι θα πηγαίναμε δεξιά για να επιστρέψουμε περασμένα μεσάνυχτα στα σπίτια μας στην κωμόπολη περπατώντας πέντε έξι χιλιόμετρα. Χαρούμενοι ήμασταν και χωρίς άγχος μια και κανείς δεν μας περίμενε…..

Κωνσταντίνος Μπερτσιάς

πόνημα δημιουργικής γραφής

Απρίλιος 2023

αυτοπειθαρχία ή πειθαρχία;

Ας ασχοληθούμε, λοιπόν, με την αυτοπειθαρχία η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ικανότητα να αποκτάμε πλήρη έλεγχο του εαυτού μας, των πράξεων και των συμπεριφορών μας χωρίς να χρειάζεται κάποιος άλλος να μας το επιβάλλει. Δεν βρίσκετε ότι η διαφορά μεταξύ της πειθαρχίας και της αυτοπειθαρχίας είναι σημαντική; Την πρώτη μας την επιβάλλουν, τη δεύτερη την αναπτύσσουμε εμείς επειδή το θέλουμε, επειδή την χρειαζόμαστε, επειδή μας διευκολύνει για να κάνουμε ό,τι επιθυμούμε. Να σας δώσω και μια πιο «ζόρικη» εκδοχή. Αυτοπειθαρχία σημαίνει να κάνουμε ακόμα και πράγματα που δεν θα επιλέγαμε ποτέ να κάνουμε και δεν μας αρέσουν προκειμένου να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα που θέλουμε.

Η τελειότητα τής Κυριακής προσευχής του Γιωργου Μπαμπινιώτη

 

Πρόκειται για θαυμαστό, τέλειο στην απλότητα και τη βαθύτητά του κείμενο, που δείχνει ανάγλυφα την εκφραστική δύναμη, στην οποία μπορεί να φθάσει η γλώσσα τού ανθρώπου, απόρροια τής ιδιότητας που μοιράζεται «κατά χάριν» ο άνθρωπος με τον Θεό, απόρροια τού πνεύματος.

Η ανάγκη επικοινωνίας τού ανθρώπου με τον Θεό (όποιον θεό πιστεύει), η ανάγκη τής προσευχής, είναι από πολύ παλιά γνωστή στον άνθρωπο και εμφανίζεται στις γλώσσες των περισσοτέρων λαών. Στην Ελληνική η λέξη προσεύχομαι («απευθύνω ευχή, αίτημα ή παράκληση προς τους θεούς») πρωτοαπαντά στον Αισχύλο, ενώ ως τεχνικός όρος η λέξη προσευχή μαρτυρείται πολύ αργότερα στην Αγία Γραφή, στο κείμενο τής Παλαιάς Διαθήκης και –με ιδιαίτερο βάρος και βάθος– στο κείμενο τής Καινής Διαθήκης.
Δεν έχω, δυστυχώς, τον επιστημονικό θεολογικό οπλισμό, για να ερμηνεύσω το βαθύτερο περιεχόμενο, το δογματικό νόημα και τη σημασία που έχει στην ορθόδοξη, ιδίως, παράδοση η έννοια τής προσευχής. Αυτό που ακροθιγώς επιχειρώ να δείξω εδώ, στο θεωρητικό πλαίσιο μιας κειμενογλωσσολογικής ανάλυσης που ανάγεται στον Roman Jakobson, είναι η γλωσσική δομή τής κυριακής προσευχής, όπως μάς παραδίδεται από τα Ευαγγέλια (Ματθ. 6, 9-13 και Λουκ. 11, 2-4), την οποία θεωρώ ιδανικό κείμενο. Κατά το κείμενο τού Ευαγγελίου, την παραδίδει ο ίδιος ο Κύριος στους ανθρώπους (εξ ου και «κυριακή» προσευχή), λέγοντας «οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς» και συνοδεύοντάς την με ένα πολύ διδακτικό ηθικό αλλά και γλωσσικό σχόλιο:
«Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε, ὥσπερ οἱ ἐθνικοί. Δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται. Μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν» (Ματθ. 6, 7-9).
Εξ ορισμού ως προσευχή, ως κείμενο ευχών και αιτημάτων / παρακλήσεων, το κείμενο τής κυριακής προσευχής (γνωστό και ως «Πάτερ ἡμῶν») λειτουργεί με έναν κεντρικό μηχανισμό τής γλώσσας, την τροπικότητα. Είναι ο μηχανισμός τής γλώσσας που, άλλοτε γραμματικοποιημένος (με τη μορφή των εγκλίσεων τής προστακτικής, τής υποτακτικής και τής ευκτικής, όπως συμβαίνει στην Αρχαία Ελληνική) και άλλοτε λεξικοποιημένος (με «δείκτες τροπικότητας», όπως τα ας, να και θα στη Νέα Ελληνική), χρησιμοποιείται από τον ομιλητή τής Ελληνικής για επικοινωνιακές ανάγκες όπως η έκφραση επιθυμίας, ευχής, παράκλησης, προτροπής, προσταγής, απαγόρευσης, απειλής κ.τ.ό.
Το κείμενο τής κυριακής προσευχής είναι υπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας και ευθυβολίας. Περιλαμβάνει: α) μία επίκληση προς τον Θεό, εκφρασμένη με την πτώση τής επίκλησης, την κλητική, με την οποία και αρχίζει: Πάτερ ἡμῶν…, β) τρεις ευχές / επιθυμίες, εκφρασμένες με τριτοπρόσωπους μονολεκτικούς τύπους τής κατ’ εξοχήν τροπικής έγκλισης, τής προστακτικής: ἁγιασθήτω – ἐλθέτω – γενηθήτω…, γ) τρία αιτήματα / παρακλήσεις, εκφρασμένα με τους κατ’ εξοχήν τύπους τής προστακτικής, τους τύπους τού β’ προσώπου: δὸς – ἄφες – μὴ εἰσενέγκῃς, ἀλλὰ ῥῦσαι…
Κάθε ευχή και κάθε αίτημα εξειδικεύεται (η εξειδίκευση αποτελεί άλλον έναν κεντρικό μηχανισμό τής γλώσσας) με τα πιο άμεσα και απαραίτητα στοιχεία. Συγκεκριμένα:
Οι τρεις ευχές με ένα ομοιόμορφο ονοματικό υποκείμενο:

  1. ἁγιασθήτω ⟶ τὸ ὄνομά σου
  2. ἐλθέτω ⟶ ἡ βασιλεία σου
  3. γενηθήτω ⟶ τὸ θέλημά σου
    Τα τρία αιτήματα με δύο συμπληρώματα (προσώπου και πράγματος) στο κάθε ρήμα τους:
  4. δὸς ⟶ ἡμῖν τὸν ἄρτον
  5. ἄφες ⟶ ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν
  6. μὴ είσενέγκῃς ⟶ ἡμᾶς εἰς πειρασμὸν – ἀλλὰ ῥῦσαι ⟶ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ
    (εἰς πειρασμὸν και ἀπὸ τοῦ πονηροῦ: εμπρόθετα συμπληρώματα / αντικείμενα).
    Περαιτέρω, λιτή πάντοτε, εξειδίκευση γίνεται με ελάχιστες αναφορές τόπου, χρόνου και τρόπου:
  7. πάτερ ἡμῶν – ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς (εξειδίκευση τόπου)
  8. γενηθήτω τὸ θέλημά σου – ὡς ἐν οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς (εξειδίκευση τόπου)
  9. δὸς ἡμῖν – σήμερον τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον (εξειδίκευση χρόνου)
  10. ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν – ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν (εξειδίκευση τρόπου).
    Το περιεχόμενο τού κειμένου κλιμακώνεται νοηματικά: Προηγούνται οι ευχές και ακολουθούν τα αιτήματα. Ξεκινάει με ό,τι αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό, για να περάσει μετά στα αιτήματα. Και εδώ υπάρχει κλιμάκωση, από τα υλικά στα πνευματικά αιτήματα: τα προς το ζην – άφεση αμαρτιών – προστασία από τον πειρασμό. Γλωσσικά σε όλο το κείμενο κυριαρχεί και προβάλλεται το ρήμα:
    ἁγιασθήτω – ἐλθέτω – γενηθήτω
    δὸς – ἄφες – μὴ εἰσενέγκῃς – ῥῦσαι
    Κυριαρχούν και προτάσσονται οι ευχές και τα αιτήματα. Η εξειδίκευσή τους επιτάσσεται, τα υποκείμενα δηλαδή και τα αντικείμενά τους (με εξαίρεση το αντικείμενο τού δὸς).
    Συμπέρασμα. Το κείμενο τής κυριακής προσευχής είναι κείμενο που θα μπορούσε, με επικοινωνιακά – γλωσσικά κριτήρια, να χαρακτηριστεί «ιδανικό». Είναι λιτό, γιατί περιορίζεται σε βασικές πληροφοριακές δομές (επίκληση – ευχές – αιτήματα), σε εξίσου βασικές εξειδικευτικές πληροφορίες (ονοματικά υποκείμενα στις ευχές – διπλά ονοματικά συμπληρώματα στα αιτήματα) και σε ελάχιστες εξειδικεύσεις χρόνου, τόπου και τρόπου. Με εντυπωσιακή οικονομία γλωσσικών μέσων –στο κείμενο χρησιμοποιείται μόνο προστακτική (με εξαίρεση τη μοναδική διαπιστωτική ρηματική δήλωση, την οριστική ἀφίεμεν)– επιτυγχάνεται ουσιαστική, καίρια και γνήσια μορφή επικοινωνίας, χωρίς ρητορείες, επιτηδεύσεις και περιττό λεκτικό φόρτο. Η συμμετρία και η έντονα αισθητή επανάληψη των ίδιων συντακτικών και μορφολογικών δομών (το γνωστό φαινόμενο τού παραλληλισμού), που φάνηκε –ελπίζω– έστω και αμυδρά στη σύντομη ανάλυσή μας, εξασφαλίζει στο κείμενο τής κυριακής προσευχής αίσθηση ρυθμού και μέτρου (που δεν θίξαμε εδώ), γεγονός που οδηγεί στην εύκολη πρόσληψη και μνημονική ανάκληση τού κειμένου.

ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
οικονομία ⟶ μόνο προστακτική
συμμετρία – ρυθμός – ευκολομνημόνευτος λόγος – παραλληλισμός:
3 ευχές / 3 προστακτικές – 3 αιτήματα / 3 προστακτικές
λιτότητα: βασικές δομές – ελάχιστη εξειδίκευση (τόπου – χρόνου – τρόπου):
Ρήμα: 3 + 3 προστακτικές (β΄ ενικό πρόσωπο)
Υποκείμενο: άρθρο + ουσιαστικό + κτητική (π.χ. τὸ ὄνομά σου)
Αντικείμενο: 2 συμπληρώματα: αντωνυμία + κτητική (επίταξη: ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν) – επίθετο + άρθρο + κτητική (πρόταξη: τὸν ἄρτον … δὸς ἡμῖν)
Εξειδίκευση: 1 εμπρόθετο (ἐν τοῖς οὐρανοῖς) – 1 επίρρημα (σήμερον) – 2 προτάσεις (ὡς ἐν οὐρανῷ … ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν…).

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας.

Πηγη:του vimaorthodoxias.gr

Αποφασίζεις με το συναίσθημα ή με το μυαλό;

*Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Έτσι είμαι φτιαγμένος της Stefanie Stahl (εκδόσεις διόπτρα):

Αν ακούσετε κάποιον να λέει: «Είναι σκληρό αλλά δίκαιο!», τότε μάλλον έχετε να κάνετε με κάποιον που αποφασίζει με το μυαλό. Αν, αντίθετα, ακούσετε κάποιον να λέει: «Ας είμαστε επιεικείς!», τότε πρόκειται, πιθανόν, για κάποιον που αποφασίζει με το συναίσθημα.

Οι άνθρωποι που αποφασίζουν με το συναίσθημα συνήθως εκπέμπουν φιλικότητα και ζεστασιά. Είναι εκείνοι οι τύποι για τους οποίους λέμε συχνά ότι είναι ευγενικοί και συμπαθητικοί. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν με το μυαλό φαίνονται, αντιθέτως, ψύχραιμοι και αντικειμενικοί.

Οι άνθρωποι που αποφασίζουν με το συναίσθημα κρίνουν τα πάντα στη βάση των προσωπικών τους αξιών και, για να αισθάνονται καλά, χρειάζονται την αρμονική συνύπαρξη. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν με το μυαλό τοποθετούν το θέμα στο προσκήνιο, σκέφτονται με τρόπο πρακτικό και προσανατολισμένο στη λύση. Δεν έχουν, φυσικά, τίποτα εναντίον της αρμονίας και των διαπροσωπικών αξιών, σε περίπτωση αμφιβολίας, όμως, προτιμούν να επικεντρώνονται στη ρεαλιστική πλευρά. Παρατηρούν τον κόσμο κριτικά.

Στον Μάραθο Αγράφων με τον Φώτη Πεσλή

Θάταν το καλοκαίρι του 2007, όταν μια μέρα πήραμε το δρόμο για το χωριό Μάραθος Αγράφων, νομού Ευρυτανίας. Προηγουμένως, είχαμε σταματήσει στη Βαρβαριάδα, για να δούμε τον μπάρμπα Λάμπρο Κοντογούνη και να πάρουμε πληροφορίες που ζητούσαμε, για τον Μάραθο αυτή την φορά. Ο μπάρμπα Λάμπρος, θυμάμαι μας είχε πει: «Σύρτε να βρείτε τον γερό Πεσλή στο χωριό, αυτός θα σας τα πει όλα για τον τόπο»..

Στο μαγαζί με τους Στυλιανό και Φώτη Πεσλή..

Έχουμε αφήσει τώρα την Βαρβαριάδα, ανεβαίνουμε για το χωριό Μάραθος που φτάνουμε μετά από ώρα. Αφήνουμε το όχημα στο πλάτωμα και παίρνοντας τα πόδια μας, μπαίνουμε στο χωριό. Ο πρώτος άνθρωπος που συναντάμε είναι ένα παλληκάρι, που μας συστήνεται πρώτος «Φώτης Πεσλής»«Ντασιαίοι» απαντάμε εμείς από κοντά, πούμαστε δυο. Σφίγγουμε τα χέρια και πριν καλά – καλά πούμε ότι ζητάμε τον Στέλιο Πεσλή, τον «μεγάλο», το παλληκάρι μας οδηγεί διακριτικά και ήσυχα ανάμεσα στα σπίτια του χωριού και μας δείχνει με περηφάνια την προτομή του Κατσαντώνη στην πλατειούλα, το σχολείο και τέλος την εκκλησιά των Ταξιαρχών, το καμάρι των Αγράφων. Καθόμαστε να ξαποστάσουμε στην πεζούλα, έξω από τον ναό και έχουμε την ευκαιρία να γνωριστούμε με τον Φώτη, να πούμε τα προσωπικά μας. Ένας νέος στο χωριό Μάραθος, κάτι που δεν συναντάς εύκολα εδώ σ’ αυτόν τον τόπο. Τον ρωτάμε εάν μπορούμε να βρούμε τον Στέλιο Πεσλή και μας λέει ότι «τώρα είναι στις δουλειές και σε λίγο θα τον βρούμε στο καφενείο». Μας είπανε ότι είναι μεγάλης ηλικίας. «Δουλεύει ακόμα»; «Έτσι είναι εδώ» αποκρίνεται ο Φώτης. Είναι μια ευχάριστη ανάπαυλα εδώ με την συντροφιά και κουβέντα του φίλου μας του Φώτη. Έχουμε χαλαρώσει..

Στο μαγαζί

Επιστρέφουμε στην πλατεία του χωριού, στο καφενείο του Πεσλή, συναντάμε ανθρώπους και φυσικά τον κο Στέλιο Πεσλή, που τις συστάσεις ανέλαβε να κάνει ο Φώτης, που στάθηκε ο οικοδεσπότης του χωριού μέχρι να σμίξουμε με τον πρώην πρόεδρο του χωριού. Γύρο απ’ το τραπέζι, παίρνουμε θέση, αφού πίνουμε αρχικά από ένα τσιπουράκι. Ο Φώτης σοβαρός όταν αρχίζει ο παππούς να μιλάει. Προσέχω πόσο προσεκτικά άκουει τα λόγια του γέρο Πεσλή κι’ ας τάχει ακούσει, είμαι σίγουρος, πολλές φορές στο παρελθόν. Ο γέρο Πεσλής μας εξιστορεί:

Στο μαγαζί συνέχεια

«Πρώτα-πρώτα να πούμε για τους Μακρυγιανναίους. Οι Μακρυγιανναίοι ήταν απ’ το Βασταβέτσι της Ηπείρου και ερχόνταν και παραθέριζαν στον Μάραθο, τότε Μύρεσι, μετά μετονομάστηκε σε Μάραθο. Η μάνα του ήταν από το σόι των Μακρυγιανναίων. Η καταγωγή της ήταν απ’ το Βασταβέτσι Ηπείρου και ερχόντουσαν εδώ και ξεκαλοκαίριαζαν, ήταν βλάχοι, (Σαρακατσαναίοι) και ήρθαν εδώ σε μια περίπτωση, όπου γεννήθηκε και ο Κατσαντώνης. Υπάρχει ένα μέρος που το λένε «στου Κατσαντώνη», πέρα προς το χ. Άγραφα είναι (Προφήτης Ηλίας). Γεννήθηκε εκεί ο Κατσαντώνης. Κάποτε ένα κλιμάκιο απ’ τους κλέφτες, πέρναγε από πάνω απ’ εκεί και λένε: «Πού θα πάμε να αναμερίσουμε τώρα;» και αναμέρισαν και πάνε απ’ εκεί που ήταν η στάνη του Κατσαντώνη. Λένε ότι εδώ είναι του Κατσαντώνη. Δεν λεγόταν Κατσαντώνης τότε, παιδάκι ήταν ακόμη, δεν είχε βαπτιστεί ακόμη, Μακρυγιανναίοι λεγόντουσαν. Αφού τέλος πάντων ήρθε λοιπόν το κλιμάκιο αυτό στη στάνη των Μακρυγιανναίων, «γειά σας, γειά σας», όπως κάνουν τα συνηθισμένα, κέρασε ποτό απ’ την Τσιόρτσια, δηλαδή τσίπουρο απ’ την Τσιόρτσια (Ανηφόρα). Βγήκαν στην Ανηφόρα, εκεί που το λέμε στου Κατσαντώνη (υποτίθεται ότι βαφτίστηκε στην Τσιόρτσια). Βαπτίσθηκε όμως ο Κατσαντώνης στον Μάραθο, στον Προφήτη Ηλία, εκεί τον βάπτισαν και είπε ο νονός του, καπετάν Δίπλας, πούταν κλέφτης, όχι απ’ αυτούς που είναι σήμερα, απ’ αυτούς που πολέμαγαν. Βαπτίστηκε ο Κατσαντώνης κι ήρθε σιγά-σιγά, μεγάλωσε προς τα εδώ, πολέμησε και αρχίνησε και λέγονταν Αντώνης, δεν λεγόταν Κατσαντώνης. Έλεγε «θα πάω να γίνω κλέφτης» και τούλεγε η μάνα του «κάτσε Αντώνη μ’» κι αυτός «θα βγω, θα φτιάξω», «όχι θα πάω, θα πάω» και από εκεί τούμεινε και βγήκε το όνομα Κατσαντώνης. Και βλέπουμε, εδώ, στο χωριό Μάραθος, την προτομή του Κατσαντώνη. Υπάρχει και στο χωριό Άγραφα το άγαλμά του, αλλά μπορεί…

Στο μαγαζί με τις ώρες.

Το βάπτισαν, το παιδί μεγάλωσε, πήγε τέλος πάντων μέχρι σε ηλικία τέτοια την οποία καταλάβαινε, λέει «θα πάω κλέφτης», «όχι Αντώνη μ’», το πρώτο ήταν Αντώνη το δεύτερο ήταν Κατσαντώνη «κάτσε Αντώνη μ’» τούλεγε η μάνα του, και κατόρθωσε σιγά-σιγά και πήρε το όνομα αυτό, το οποίο το χάρισε η μάνα του..

Η προτομή του Κατσαντώνη στον Μάραθο

Να πούμε για τον Βεληγκέκα και τη μάχη στη Σπανορούλα. Από κει όπως ήταν συνήθως, όπως βάραγαν τότε οι κλέφτες, κλέφτες ήταν τότε, όχι για να αρπάζουν αλλά για να πολεμάνε. Ερχόταν τότε μία κομπανία Τουρκαλάδες απ’ τη Χρυσ’ και έφτασαν στην Σπανορούλα επάν’. Όμως εκεί περίμενε ο Κατσαντώνης, περίμενε και αυτός, που ήταν απ’ τη Χρύσ’, ήταν και απ’ τα Γιάννινα (Βεληγκέκας). Όταν ο Αντώνης ήταν φυλακή (Γιάννινα), αυτός τον απόλυσε, τούπε: «γιατί ορέ Αντώνη», έβγαινε στο παράθυρο και αγνάντευε στην φυλακή «ορέ Αντώνη, θα καθίσεις ήσυχα για να σ’ απολύσω τώρα;» «ναι» τoύπε, τον γέλασε όμως, ήρθε σιγά-σιγά και κατέληξε ναρθεί η τύχη αυτουνού του Τούρκου (Βεληγκέκα) να έρθει στη Σπανορούλα. Όταν ήταν αυτού τού έκραξε «ε!, δεν αισθάνομαι καλά» και πάει! αυτά ήταν τα πράγματα.

Μνημείο Πεσόντων στο Μάραθο

Κοιτάξτε τώρα, αυτό το ύψωμα που βλέπουμε εκεί πάν’ – καλά εσείς βλέπετε εγώ δεν βλέπω – στο ύψωμα εκεί πολέμησε ο Κατσαντώνης και σκότωσε τον Βεληγκέκα «στου Βεληγκέκα». Βέβαια, απ’ εκεί και μετά, αργότερα, σ’ άλλο ύψωμα που ήταν ο Κατσαντώνης μαζί με τον αδελφό του τον Γιώργο και εκεί τον έπιασαν. Αρρώστησε ο Κατσαντώνης και αφού ήταν άρρωστος, το έμαθαν, είχαν πληροφορία, πού ήταν ο Κατσαντώνης, κοντά στο Μοναστηράκι, σ’ ένα χωριό απάν’, σ’ ένα ύψωμα ήταν μια σπηλιά και ήταν μέσα. «Στην σπηλιά του Κατσαντώνη». Είναι πάνω απ’ το χ. Μοναστηράκι. Είναι και μια τοποθεσία άλλη, το λένε «στην σπηλιά του Κατσαντώνη», που είναι προς τα δω, το Μάραθο, εδώ το είχε λημέρι.

Μερική όψη του χωριού Μάραθος με την εκκλησία του Ταξιαρχών

Τώρα να σας πω για το χωριό, τον Μάραθο. Ο Μάραθος παλιά είχε 600 – 700 άτομα και τώρα δεν έχει ούτε 40 άτομα, μόνιμα. Όχι μόνο μέσα στο χωριό Μάραθος, αλλά ακόμα και από τα γύρω. Έχει συνοικισμούς: Δραμάλα, Γεφυράκι, Παλιοχώρι, Καρβασαράς, Στύλος, Κλοπουκίτσα, Σέλο, Σελίτσα, Βαρβαριάδα, Τσαούτσα. Η κοινότητα Μαράθου είχε 4 σχολεία (Μαράθου, Σέλο, Στύλος και Δραμάλας), απ’ αυτά τα σχολεία Μαράθου και Σέλου ήταν τα κεντρικά. Μάζευαν τα πιο πολλά παιδιά. Εγώ βρήκα 43 παιδιά στο Σέλο, και όταν τέλειωσα εγώ το δημοτικό, το σχολείο δούλεψε ακόμη 2 – 3 χρόνια και έκλεισε. Εδώ, ο Μάραθος είχε 70-80 παιδιά, ο Σέλος 40, καμμιά 20ριά είχε η Δραμάλα και κάτι είχε ο Στύλος.. κάπου 150 παιδιά ολούθε. Τώρα το σχολείο στο Μάραθο έχει κλείσει από χρόνια και το χωριό το κρατάνε χειμώνα – καλοκαίρι 5 – 6 άτομα.. Τα τρία παράλληλα ρέματα, το Μυρισιώτικο, Κλαπουκίτσας και Σελιώτικο κρατούσαν τους μικροοικισμούς γύρω τους, στην κοινότητα του Μαράθου.» (Πεσλής Στυλιανός, ετών 93, πρώην πρόεδρος κοινότητας).

Εσωτερική τοιχογραφία-αγιογραφία της εκκλησίας των Ταξιαρχών στο Μάραθο

..Χρόνια μετά, ένα από τα μόνιμα άτομα του Μάραθου, το παλληκάρι, ο Φώτης Πεσλής (1975–2023) μαθαίνουμε ότι σκοτώθηκε προχθές το πρωί γλιστρώντας, πέφτοντας από τον μεγάλο βράχο στην τοποθεσία Τουρκόμνημα, στην κοίτη του Μυρισιώτικου, που κατεβαίνει από το Προσηλιάκ’ στον Αγραφιώτη ποταμό. Ο Φώτης είχε πάει να μαζέψει τα γίδια που διατηρούσαν οι γονείς του… Δεν υπάρχουν λόγια…. Λυπόμαστε βαθιά…

Τάκη Ντάσιου, Απρίλιος 2023

Πηγή: orinografies.gr