
Ιντεραμέρικαν από τα παλιά…

Μην χάνεις άλλο χρόνο συζητώντας για το πώς πρέπει να είναι ο καλός άνθρωπος. Γίνε ένας… (Μάρκος Αυρήλιος)

«Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές» — Αλμπέρτ Καμύ*
Το ρητό αυτό συμπυκνώνει μια από τις βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης εμπειρίας. Η δημιουργία δεν είναι μια απλή πράξη παραγωγής· είναι μια πράξη ύπαρξης.
Όταν ο άνθρωπος δημιουργεί, δεν αναπαράγει απλώς τον κόσμο όπως τον βρίσκει· τον ξαναζεί, τον ερμηνεύει και, κατά κάποιον τρόπο, τον δικαιώνει.
Η πρώτη ζωή είναι αυτή που μας δίνεται: η καθημερινότητα, ο χρόνος που κυλά, οι υποχρεώσεις, οι χαρές και οι απώλειες. Είναι η ζωή του γεγονότος. Η δεύτερη ζωή, όμως, γεννιέται μέσα από τη δημιουργία: τη γραφή, την τέχνη, τη σκέψη, ακόμη και την πράξη που ενέχει συνείδηση και πρόθεση. Εκεί, το βίωμα δεν χάνεται στη λήθη· μετασχηματίζεται σε νόημα.
Για τον Καμύ, που στοχάστηκε πάνω στην έννοια του παραλόγου, η δημιουργία δεν είναι πολυτέλεια ούτε φυγή· είναι μια μορφή εξέγερσης. Απέναντι σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, ο δημιουργός απαντά με το έργο του. Δεν αρνείται την τραγικότητα της ύπαρξης, αλλά τη μετατρέπει σε λόγο, σε εικόνα, σε μαρτυρία.
Έτσι, όποιος δημιουργεί δεν προσθέτει απλώς κάτι στον κόσμο· προσθέτει έναν εαυτό. Ζει ξανά ό,τι βίωσε, αυτή τη φορά με πλήρη επίγνωση. Και μέσα σε αυτή τη δεύτερη ζωή —ίσως πιο εύθραυστη, αλλά σίγουρα πιο αληθινή— ο άνθρωπος συναντά την ουσία του.
*Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας που γεννήθηκε στην Αλγερία το 1913. Νόμπελ λογοτεχνίας το 1957. Ιδρυτής του Théâtre du Travail (1935), όπου δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Χρωστά τη φήμη του στα μυθιστορήματά του “Ο Ξένος” και “Η Πανούκλα”, στα θεατρικά του έργα “Καλιγούλας” και “Οι Δίκαιοι” και στα φιλοσοφικά του δοκίμια: “Ο Μύθος του Σίσυφου” και “Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος”.
Συχνά κατατάσσεται στους υπαρξιστές, κάτι που ο ίδιος απέρριπτε.
Σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα.(1960)
Τολστόι:
η πραγματική ευτυχία δεν βρίσκεται στην υψηλή θέση, αλλά στη σύμπνοια ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε και σε αυτό που πράττουμε.
Ιεράπετρα



Στόχοβα





Το αρχονταρίκι της σιωπής

Το αρχονταρίκι της σιωπής
Η φωτιά στην παλιά μασίνα δεν μιλούσε· ανάσαινε. Δεν ήταν πολύς ο καιρός που, από μια παράξενη συγκυρία, βρέθηκε από τη λήθη μιας αποθήκης στα Σπάτα στην αγκαλιά των ορεινών Δερβενοχωρίων — σ’ έναν χώρο που ο ένοικός του, από ευλάβεια, αποκαλεί Αρχονταρίκι. Από την πρώτη στιγμή η παλιά μασίνα συμπάθησε αυτό το μικροσκοπικό δωμάτιο με την πέτρα και το ξύλο· έβαλε τα δυνατά της να ζεστάνει όχι μόνο τον χώρο , αλλά και τις ψυχές όσων αναζητούσαν την παρέα της.
Κάθε τριγμός του μετάλλου ήταν μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ, κάθε σπίθα ένα σημάδι πως ο χρόνος εκεί μέσα δεν μετριόταν με ρολόγια, αλλά με ζεστασιά. Το κόκκινο υφαντό —εργόχειρο μιας υφάντρας που, αν και αναχώρησε πρόσφατα από τη ζωή, παραμένει παρούσα — κρατούσε πάνω του τη διαδρομή των βημάτων.
Στο τραπεζάκι, δίπλα στο ποτηράκι με το τσίπουρο, ο «Οδυσσέας» του Τζόις έστεκε ανοιχτός στη μέση. Ο αιπόλος δεν βιαζόταν να τελειώσει τις σελίδες, όπως δεν βιαζόταν να μετρήσει τα κοπάδια του στις πλαγιές της Πάρνηθας. Για εκείνον, οι χαοτικοί μονόλογοι του βιβλίου έμοιαζαν με τον άνεμο που σφυρίζει στις χαράδρες: δεν χρειαζόταν να τους καταλάβεις όλους για να νιώσεις τη δύναμή τους. Κάθε φράση ήταν μια στάση σε μια διαδρομή που δεν είχε προορισμό, παρά μόνο την ίδια την περιπλάνηση.
Απέναντι από τη φωτιά κάθισε ο άντρας. Δεν άναψε φως. Άφησε το βλέμμα του να ακολουθήσει τις σκιές στους τοίχους· έβλεπε τα κρεμασμένα εργαλεία σαν μικρές μνήμες μόχθου, τις φωτογραφίες που κρατούσαν τα πρόσωπα ζωντανά στη θέση τους. Το βιβλίο περίμενε υπομονετικά στο φως της σπίθας. Σε αυτό το δωμάτιο, η γνώση δεν ήταν επίδειξη, ήταν συντροφιά.
Κι έτσι έμεινε, με καθαρό νου
Να ακούει τη σιωπή να μιλά.
Να διαβάζει χωρίς να γυρίζει σελίδα.
Να θυμάται χωρίς να πονά.
Γιατί υπάρχουν χώροι που δεν σε φιλοξενούν·
σε επιστρέφουν — και συνάμα σε ταξιδεύουν.
ΚΜ
