Για σένα ξέχασα να μεγαλώσω…

Περνούσε κάθε απόγευμα από το ίδιο παγκάκι, εκεί στη μεγάλη πλατεία της Νέας Σμύρνης. Δεν καθόταν ποτέ. Μόνο διάβαζε τη φράση που κάποιος είχε γράψει με μεγάλα λευκά γράμματα και σε φόντο μπλε και κόκκινο.

«ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΞΕΧΑΣΑ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΩ».

Χαμογελούσε γλυκόπικρα.

Θυμόταν πάντα τον πατέρα του,έναν άνθρωπο σκληρό για όλους, εκτός από εκείνον. Κάθε Κυριακή απόγευμα έβγαζε από την αποθήκη έναν παλιό χαρταετό και επέμενε να τον πετάξουν, ακόμα κι όταν εκείνος είχε γίνει πια φοιτητής.

«Έλα, άλλη μια φορά…», του έλεγε.

Τότε ντρεπόταν. Του φαινόταν παιδικό. Σήμερα θα έδινε τα πάντα για εκείνη τη μία ακόμη Κυριακή.

Κατάλαβε πως ο πατέρας του δεν είχε ξεχάσει να μεγαλώσει. Είχε απλώς αρνηθεί να αφήσει την αγάπη να γεράσει.

Έσκυψε, χάιδεψε το χρώμα του τσιμεντένιου παγκακιού και ψιθύρισε:

«Δεν ξέχασες να μεγαλώσεις, πατέρα… Για μένα θυμόσουν πάντα πώς είναι να είσαι παιδί.»

Και εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η μεγαλύτερη ωριμότητα δεν είναι να χάσεις την παιδικότητά σου. Είναι να τη φυλάξεις για εκείνους που αγαπάς.

ΚΜ

Like4Love3

Περί χρόνου σκιάς…και τελικά γνώθι σαυτόν !!

Το “αναβάλειν” (δεν ξέρω αν είναι) ανθρώπινο, σίγουρα όμως έχει τις ρίζες του στο “νόμο της αδράνειας”, με λίγα λόγια στην εγγενή ιδιότητα των υλικών σωμάτων να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε μεταβολή της κινητικής τους κατάστασης, με την πρόσθετη διαπίστωση ότι όσο μεγαλύτερη είναι η μάζα ενός αντικειμένου, τόσο δυσκολότερο είναι να μεταβληθεί η υφιστάμενη κινητική του κατάσταση (δηλ. είτε ν’ αποκτήσει για πρώτη φορά ταχύτητα, εφόσον είναι αδρανές, είτε να σταματήσει η κίνησή του, εφόσον είχε ήδη αποκτήσει ταχύτητα).

Δράση = πρόκληση, προσπάθεια, αλλαγή, κίνηση, το καινούργιο που θα σκεφτείς ή/και θα υλοποιήσεις.

Αναβολή = μη δράση = παραμονή στο γνωστό, στο συνηθισμένο, στην ψευδαίσθηση του οικείου και της ασφάλειας, στην επανάληψη των ίδιων σκέψεων, ενεργειών ή/και παραλείψεων.

Το “εγώ” αρέσκεται στην αναβολή. Συντηρεί την εικόνα του έτσι…

Και όσο “μεγαλύτερο το εγώ” τόσο ισχυρότερο και το μέτρο (ο βαθμός) της αδράνειας (ισχύει ανάλογα ό,τι και με το μέγεθος της μάζας των υλικών αντικειμένων). 

Οπότε ξαναγυρνάμε στα βασικά (τα οποία έχουμε θίξει και στο παρελθόν και πιο διεξοδικά μάλιστα) : γνώθι σαυτόν !!

Γ.Λ.

Αγαπητέ Γιώργο έχεις δίκιο το Γνώθι σαυτόν σε οδηγεί στην αυτογνωσία που είναι η δύναμη που νικά την αδράνεια. Γιατί μόνο όταν γνωρίσεις τον εαυτό σου μπορείς να καταλάβεις αν αυτό που σε κρατά ακίνητο είναι η σύνεση ή ο φόβος.

Like3

Η αληθινή ζωή, έχει μόνο μία λέξη, κι αυτή είναι το «τώρα»

«Όταν τελειώσουν οι δουλειές…»

«Του χρόνου, σίγουρα, θα ταξιδέψουμε…»

«Μια μέρα… μια μέρα θα ζήσω κι εγώ όπως θέλω…»

«Όταν πάρω σύνταξη…»

Έτσι κυλούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια του Αντώνη. Σαν άμμος που γλιστρούσε μέσα από τα δάχτυλά του χωρίς να την προλαβαίνει. Κάθε του όνειρο είχε μια υποσημείωση αναβολής, και κάθε χαρά μια ημερομηνία που μεταφερόταν όλο και πιο μακριά, στο περιθώριο του χρόνου.

Το σήμερα δεν ήταν ποτέ ο προορισμός· ήταν πάντα μια πρόχειρη, κουραστική στάση.

Η πραγματική ζωή βρισκόταν πάντα λίγο πιο μπροστά, στην επόμενη στροφή που δεν έφτανε ποτέ.

Ένα απόγευμα, ησυχία απλώθηκε στο σπίτι. Καθώς ξεσκόνιζε μια παλιά, ξεθωριασμένη φωτογραφία, το βλέμμα του καρφώθηκε στο τζάμι. Είδε τον εαυτό του νέο. Τα μάτια εκείνου του παιδιού έλαμπαν, γεμάτα δύναμη, πείσμα και σχέδια.

Ο Αντώνης άγγιξε το γυαλί. Ένα πικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, που γρήγορα έσβησε σε έναν βουβό στεναγμό. Από εκείνα τα μεγάλα σχέδια, ελάχιστα είχαν γίνει πράξη. Και το χειρότερο; Όχι γιατί δεν μπορούσε. Αλλά γιατί πάντα περίμενε εκείνη την ρημαγμένη, την «κατάλληλη στιγμή». Που τελικά, δεν ήταν ποτέ η τρέχουσα.

Τότε ήταν που τον χτύπησε η αλήθεια, σαν ξαφνικός, παγωμένος αέρας στο στήθος.

Κατάλαβε πως η ζωή δεν χάνεται μόνο με κρότο, ούτε μόνο από τις μεγάλες, ορατές συμφορές. Χάνεται αθόρυβα. Μέσα από τις αμέτρητες, καθημερινές αναβολές.

Από τα τηλεφωνήματα που δεν έγιναν ποτέ, γιατί «πού να τρέχω τώρα»…

Από τις αγκαλιές που πάγωσαν στην αναμονή…

Από τα «συγγνώμη» και τα «σ’ αγαπώ» που έμειναν εγκλωβισμένα στον λαιμό…

Από τα όνειρα που μούχλιασαν στα υπόγεια της λογικής, φυλακισμένα μέσα σε ένα ατέλειωτο, βασανιστικό «θα».

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έδυε αργά, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα βαθύ, μελαγχολικό πορφυρό χρώμα. Ήταν αδιάφορος για τους καημούς και τα σχέδια των ανθρώπων. Ο χρόνος δεν έχει συναισθήματα. Δεν υπόσχεται, δεν περιμένει, δεν λυπάται. Απλώς περνά και χάνεται.

Και τότε, μια σκέψη του έσφιξε την καρδιά—τόσο απλή, μα τόσο αμείλικτη:

Ζούμε διαρκώς με την ψευδαίσθηση του «μετά». Χορταίνουμε την ύπαρξή μας με «αύριο» και «θα». Μα το μόνο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο που δεν ξέρει τι σημαίνει αναβολή, είναι ο χρόνος. Κι αν γεμίσουμε τις μέρες μας μόνο με υποσχέσεις, κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής, να κοιτάξουμε πίσω και να συνειδητοποιήσουμε πως ξεχάσαμε το πιο σημαντικό: να ζήσουμε.

Γιατί η ζωή, η αληθινή ζωή, έχει μόνο μία λέξη, κι αυτή είναι το «τώρα».

Τα υπόλοιπα… τα αναλαμβάνει ο θάνατος.

ΚΜ

Like6