Και όμως πείθουν!

Κάποιοι επαγγελματίες γραφιάδες στήνουν μια καλλιτεχνίζουσα βιοτεχνία με φανταχτερή βιτρίνα κι από πίσω, στο μαραγκούδικο, κόβουν, πλανίζουν και λουστράρουν εκείνα τα βιβλία που πλασάρονται αβέρτα ως αναγκαίο συμπλήρωμα μιάς καθωσπρέπει επιπλώσεως. Η δουλειά τους, γρήγορη και φτηνή, συνοψίζεται σε ό,τι ο Κνουτ Χάμσουν αποκαλεί με σαρδόνια διάθεση δραματοποιημένη ξυλεία! Οι πιο διάσημοι μάλιστα ανάμεσα σε όσους σκαρώνουν αναγνώσματα αμέσου καταναλώσεως έχουν ολόκληρα υποβοηθητικά συνεργεία. Ανιχνευτές για τον εντοπισμό των λογοτεχνικών πηγών και την προμήθεια των περιγραφικών υλικών, έμπειρο επιτελείο για τη συναρμογή της πλοκής και την ανάπτυξη της δράσης, μάστορες για τη λείανση των χαρακτήρων και το φινίρισμα των διακοσμητικών μοτίβων. Τώρα εντούτοις τα πάσης φύσεως δάνεια ροκανίδια που χρειάζονται οι επιτήδειοι για να συμπήξουν δημοφιλή μυθιστορήματα, διακινούνται σε τόνους από τις μηχανές τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι η μηχανορραφία αποκτά ένα καινούργιο νόημα καθώς τρέπεται σε μηχανογραφία – και από ύποπτη μεταφορά γίνεται ανενδοίαστη κυριολεξία. Οι βιβλιοποιοί έχουν λοιπόν κάθε λόγο να χαίρονται με τα προφανή πλεονεκτήματα αυτής της εξελιγμένης κοπτορραπτικής μεθόδου. Το προσωπικό τους θα μειωθεί και τα βιβλία τους, κομποστοποιημένα με τις ορθοπολιτικά πρέπουσες αναλογίες, θα τρέχουν στη γραμμή παραγωγής με ταχύτητα μέχρι πρότινος αδιανόητη. Πάντοτε φυσικά υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν αναγνώστες που αποστρέφονται τις βιβλιακές κατασκευές και αναζητούν εμπνευσμένη μυθοπλασία, ήρωες διακεκριμένου αναστήματος και αυθεντικούς συγγραφείς. Μα δεν συντρέχει λόγος σοβαρής ανησυχίας γιατί αυτοί, οι λιγοστοί ιδιότροποι, ασκούν τα εκλεκτικά τους βίτσια σε περιορισμένο κύκλο και κάνουν μικρή ζημιά στη μαζική δημοκρατία του βιβλίου.

Ηρακλής Λογοθέτης

Οι ώρες ευθύνης

Οι ώρες ευθύνης του Πάνου Μπιτσαξή

•Όλοι όσοι μου κάνουν την μέγιστη τιμή να με παρακολουθούν είναι σκεπτόμενοι άνθρωποι και ενεργοί πνευματικά.Δεν έχω καμια αμφιβολία ότι πριν ψηφισουν έχουν διαμορφώσει την επιλογή τους με κριτήρια.Αυτή η ψήφος ,όπου και αν καταλήξει ,είναι η πολύτιμη μαγιά της Δημοκρατίας.
•Μια παρακληση μόνο.Πριν μπείτε στο παραβαν όποιο κόμμα και αν εχετε επιλέξει ρίξτε μια ματιά στο ψηφοδέλτιο.Εκτός από όσους γνωρίζετε υπάρχουν και άγνωστα ονόματα.Ψάξτε τους στο Google.Δεν θέλει πολύ ώρα.Τιμήστε γνωστούς η αγνώστους με βάση το δείγμα γραφής τους.Με αξιολόγηση ,με επίγνωση.Αύριο θα στείλουμε στη Βουλή 300 άτομα.Ας είναι οι καλυτεροι και οι καλυτερες.Όχι απαραίτητα όσοι πέτυχαν να γίνουν γνωστοί.Σήμερα όλοι γνωριζόμαστε.Δεν υπάρχουν μυστικά.

Πάνος Μπιτσαξης

Οδυσσέας Τοσουνίδης: “H τέχνη μας αφυπνίζει και μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει ομορφιά στον κόσμο πέρα από τα προσωπικά αδιέξοδα”

«Η γιαγιά και η εγγονή» έργο του Ο. Τοσουνίδη στο χωριό Κόκκινο Δωρίδος με φόντο την λίμνη του Μόρνου!

Ο Οδυσσέας Τοσουνίδης (ζωγράφος και γλύπτης) μιλάει στην Villy Calliga

Στην Αρχαία Ελλάδα, τέχνη και τεχνική ήταν έννοιες ταυτόσημες, ο καλλιτέχνης
αποκαλείτο τεχνίτης. Όσο κι αν αυτές οι έννοιες διαχωρίστηκαν εξακολουθούν
να έχουν κοινό τόπο;

Καλλιτέχνης είναι αυτός ο οποίος δημιουργεί ή αναπαράγει έργα, με τα οποία ο
αποδέκτης βιώνει μια ουσιώδη συναισθηματική ή πνευματική εμπειρία.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση ενός έργου τέχνης αποτελεί η χρήση κάποιας τεχνικής. Η τεχνική, δηλαδή, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τέχνης,
χωρίς όμως αυτό να την ανάγει αυτόματα και αυτόνομα σε τέχνη.
Επομένως, η τέχνη χρειάζεται τεχνική αλλά η τεχνική δεν είναι απαραίτητα και τέχνη.

Είσαι ζωγράφος και γλύπτης. Πιστεύεις ότι η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της,
μπορεί να μετατρέψει ένα ζωντανό σώμα σε αντικείμενο και ένα αφηρημένο
αντικείμενο σε ένα ολοζώντανο σώμα;

Χρησιμοποιώ ένα ζωντανό μοντέλο ή μία ιδέα ως πηγή έμπνευσης. Όταν ξεκινάω τη
διαδικασία παραγωγής ενός έργου, δουλεύω έχοντας στο μυαλό μου μόνο τη
δημιουργία. Ως καλλιτέχνης, βέβαια, έχω την επίγνωση πως καλούμαι να
δημιουργήσω ένα έργο που θα γεννήσει συναισθήματα. Το έργο ολοκληρώνεται
όταν νιώσω πως έχει «αποκτήσει πνοή» και είναι ικανό να αλληλεπιδράσει με τον
θεατή. Με αυτή την έννοια, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ως εργαλεία, ζωντανά σώματα και
αφηρημένα αντικείμενα και με την τέχνη του τα μετουσιώνει.

Ας μιλήσουμε για την γλυπτική. Κάθε υλικό έχει διαφορετικές εκφραστικές
δυνατότητες. Εσένα τι σε οδήγησε στα υλικά σου;

Κάθε υλικό έχει διαφορετικές δυνατότητες. Προσωπικά, με μάγεψε το μάρμαρο, ενώ
άλλα βασικά υλικά που χρησιμοποιώ είναι το μέταλλο και το ξύλο. Για να μιλήσω για
το μάρμαρο, μου αρέσει ο όγκος του, η δύναμη του. Είναι ένα υλικό βαρύ, στιβαρό,
με δυναμική και δουλεύοντάς το μου μεταδίδει την ενέργειά του. Μου αρέσει ο
τρόπος που περνάει ο χρόνος από πάνω του. Ως γλύπτης, είναι απαραίτητο να αναγνωρίζω ποιο υλικό πρέπει να χρησιμοποιήσω έτσι ώστε μια ιδέα να γίνει γλυπτό. Η γλυπτική είναι φως. Είναι κομμάτι μου και υπάρχει πάντα δίπλα μου και μέσα μου.

Πώς θα χαρακτήριζες το ύφος των έργων σου; Τόσο στη ζωγραφική όσο και στη
γλυπτική. Με το πέρασμα του χρόνου έχει αλλάξει η τεχνική και η θεματογραφία σου;

Η θεματογραφία στα έργα μου παραμένει σταθερή. Ασχολούμαι με τη γέννηση και
τον θάνατο, την ελευθερία και την ύπαρξη. Έννοιες συμπληρωματικές και
αλληλένδετες. Όσο περνάει ο καιρός, νιώθω το έργο μου, σαν «παιδί μου», να
«αναπτύσσεται», οπότε σαφώς αλλάζει η προσέγγιση μου σ’ αυτό. Τα έργα μου
έχουν δωρικό ύφος, αφαιρώ όλο και περισσότερο ό,τι θεωρώ περιττό, υιοθετώντας
τη λιτότητα ως εργαλείο.

Γλυπτά σου βρίσκονται σε δημόσιους χώρους στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στο
Καζακστάν, στη Γεωργία. Ποια είναι η λειτουργία του γλυπτού στον δημόσιο αστικό
χώρο; Απευθύνεται μόνο στο μάτι ή παίρνει περιεχόμενο ως συνισταμένη μιας
συλλογικής έκφρασης;

Μεγαλύτερη σημασία έχει αυτό που ζητάμε από ένα έργο, δηλαδή το ζητούμενο της
ύπαρξής του. Ένα γλυπτό σε δημόσιο χώρο μπορεί να δένει αρμονικά με το
περιβάλλον, να ενσωματώνεται σε αυτό, είτε να έρχεται σε ρήξη μαζί του, έτσι ώστε
να εξυπηρετεί έναν σκοπό. Σε κάθε περίπτωση, το γλυπτό ζει και εκπέμπει μηνύματα
πέρα από την εικόνα.

Δεδομένου ότι, όταν ένας καλλιτέχνης εκθέτει ένα έργο του σε δημόσιο χώρο μιλάει σε ένα μη προετοιμασμένο κοινό, θεωρείς ότι η απήχηση του έργου του μετριέται πιο “δίκαια”;

Η δημιουργία ενός έργου προσφέρει ανακούφιση στην εσωτερική αγωνία του
καλλιτέχνη, χωρίς να σκέφτεται αν έχει απήχηση σε κοινό. Αν όντως υπάρχει
απήχηση, τότε ο θεατής μοιράζεται το όραμα του καλλιτέχνη, αναγνωρίζει στο έργο
κομμάτια του εαυτού του. Αυτή η ικανότητα του έργου, λοιπόν, παρέχει στον θεατή
ένα είδος παρηγοριάς.

Η έκθεση ενός έργου σε δημόσιο χώρο είναι μία προσπάθεια να βγει το κοινό από
την πεπατημένη και να δει τον κόσμο έξω και πέρα από τα καθημερινά προβλήματα.
Η τέχνη είναι για όλους και προσφέρεται. Αυτό μπορεί να προκαλέσει κάποιο σοκ
στον θεατή, αλλά πιστεύω πως χαρακτηρίζεται ως δημιουργικό σοκ. Είναι μια
αφύπνιση και μια υπενθύμιση: Υπάρχει ομορφιά στον κόσμο πέρα από τα
προσωπικά αδιέξοδα.

Υπάρχουν σήμερα εμβληματικά γλυπτά στον ελληνικό δημόσιο χώρο; Και δεν
αναφέρομαι σε εικαστικά έργα με ιστορική αναφορά, που έχουν σκοπό να
συντηρήσουν την ιστορική μνήμη.

Υπάρχουν, φυσικά, παραστατικά έργα στον ελλαδικό χώρο, τα οποία θα έπρεπε να
αναδεικνύονται και να πολλαπλασιάζονται. Στην Ελλάδα, έχουμε αξιόλογους
καλλιτέχνες, παγκοσμίου φήμης, τα έργα των οποίων θεωρώ σκόπιμο να εκτίθενται
σε εξωτερικούς χώρους, όπως είσοδοι των πόλεων και πλατείες. «Δεν είναι το έργο
τέχνης πολυτέλεια, αλλά επιούσιος άρτος του πνεύματος» είχε αναφέρει ο Έλληνας
φιλόσοφος Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος.

Η τέχνη είναι σημαντική στη ζωή μας, αφυπνίζει το πνεύμα μας, θέτει
προβληματισμούς στην καθημερινότητά μας, δονεί το εσωτερικό μας οικοδόμημα.
Βρέθηκα σε αρκετές χώρες ανά τον κόσμο, δούλεψα και άφησα τα έργα μου εκεί.
Παρατηρώ, λοιπόν, τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τέχνη σε κάθε χώρα. Για
παράδειγμα, σε μία μικρή πόλη της Τσεχίας, υπάρχουν τεράστια πάρκα με σύγχρονα
γλυπτά καλλιτεχνών από όλο τον κόσμο, που χρονολογούνται από το 1950 μέχρι
σήμερα. Είναι ένα αξιοθαύμαστο εγχείρημα και μόνο δέος μπορεί να σε καταλάβει
από τη δύναμη και την ενέργεια των γλυπτών. Καμαρώνω τέτοιες πρωτοβουλίες και
θα ήθελα να υπάρχουν τέτοια πάρκα και στη χώρα μου.

«Τα μεγάλα έργα, τα έργα αξίας είναι πάντα σύγχρονα κατά τον τρόπο που είναι
σύγχρονη η γλυπτική και τα αρχαία δράματα» είχε πει κάποτε ο γλύπτης Ιωάννης
Αβραμίδης.

Ο καλλιτέχνης έχει μόνο ερωτήσεις. Φαίνεται ότι τις απαντήσεις τις έχουν οι θεατές,
αυτό που λέμε «το κοινό». Εδώ τίθεται ως δεδομένο ότι τα κλασικά έργα δίνουν
απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτήματα. Αν ισχύει αυτό, τότε πράγματι τα έργα αξίας
είναι προορισμένα, καταδικασμένα τρόπον τινά, να απαντούν τα μεγάλα και αιώνια
ερωτήματα που είναι κοινά και σταθερά σε κάθε εποχή και κοινωνία. Η κυκλαδίτικη
τέχνη, για παράδειγμα, παραμένει σύγχρονη και συνεχίζει να επηρεάζει τους
καλλιτέχνες.

Προσωπικά, ακολουθώ την αφαίρεση των λεπτομερειών και δίνω έμφαση στην
κίνηση και στην αρμονία των γραμμών, όπως ορίζει η κυκλαδίτικη τέχνη. Ας
εξετάσουμε όμως και έναν καλλιτέχνη, ο οποίος μια βροχερή μέρα ζωγραφίζει μια
υπέροχη Μόνα Λίζα στο πεζοδρόμιο απέναντι από το Λούβρο. Είναι αναπόφευκτο,
το έργο αυτό θα σβηστεί μετά από λίγο. Γιατί το κάνει λοιπόν; Είναι μια διαμαρτυρία!
Απέναντι από μια σφύζουσα σαρκοφάγο τέχνης, εκεί, στο πεζοδρόμιο, ένα έργο
θνησιγενές, ένα έργο εξ’ ορισμού «σύγχρονο», ταυτόχρονο, που δίνει απάντηση
μόνο στην αγωνία του καλλιτέχνη.

Ζεις και εργάζεσαι στην Δράμα. Η επιλογή αυτή, θεωρείς ότι είναι περιοριστική για
την επαφή σου με το εικαστικό γίγνεσθαι;

Η τέχνη απαιτεί απομόνωση, τουλάχιστον κάποιες περιόδους της ζωής ενός
καλλιτέχνη. Μία τέτοια περίοδο διανύω τώρα. Είναι σημαντικό για εμένα να δουλεύω
στο εργαστήριό μου, ενώ παράλληλα αντικρίζω μπροστά μου, από τη μία, τη θέα του
χιονισμένου Φαλακρού και το Μενοίκιο, και από την άλλη, το όρος Παγγαίο.
Είμαι ένας άνθρωπος δεμένος με τη φύση και οι ήχοι της με βοηθούν να σκέφτομαι.
Η φύση παίζει πρωταρχικό ρόλο στη συγκρότησή μου και με καθοδηγεί στα
ανεξερεύνητα σκοτεινά είναι μου. Η Δράμα είναι μία μικρή, όμορφη πόλη και μου
προσφέρει όσα ερεθίσματα χρειάζομαι για την έκφραση της δημιουργικότητάς μου.

Οι εικαστικοί σήμερα δίνουν ένα θαρραλέο παρόν, στην Ελλάδα. Η πολιτεία
βρίσκεται δίπλα τους;

Η τέχνη είναι ένας μοναχικός δρόμος που επιλέγει να διαβεί ο καλλιτέχνης. Όπως
έχει πει ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε «ο καλλιτέχνης είναι τέτοιος γιατί δεν μπορεί να κάνει
διαφορετικά και θα το έκανε ακόμη και αν τον απειλούσαν με θάνατο». Σε αυτήν τη
μοναχική πορεία, λοιπόν, ο καλλιτέχνης δεν περιμένει την επίσημη πολιτεία να
πορευτεί μαζί του, παρόλο που οι συνθήκες είναι ιδανικές αν συμβαίνει αυτό.

Ο Οδυσσέας Τοσουνίδης γεννήθηκε το 1983 στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Σπούδασε
στην Σχολή Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου και συνέχισε τις σπουδές του στην
Εθνική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Γεωργίας, όπου έπειτα ολοκλήρωσε
μεταπτυχιακό στη γλυπτική.

Συμμετείχε σε διεθνή συμπόσια γλυπτικής στην Ελλάδα
και το εξωτερικό και σε περισσότερες από 15 ομαδικές εκθέσεις. Μέχρι στιγμής μετρά
3 ατομικές εκθέσεις. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και
του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών της Γεωργίας.

Έργα του βρίσκονται σε διάφορες χώρες όπως Ελλάδα, Κύπρος, Ιράν, Τουρκία,
Εσθονία, Πορτογαλία, Τσεχία, Ιταλία, Ρουμανία. Έργα του υπάρχουν σε ιδρύματα και
ιδιωτικές συλλογές.

Έχει καταλάβει δύο φορές την πρώτη θέση σε συμπόσια γλυπτικής. Μία φορά, στο
διεθνές συμπόσιο γλυπτικής στο Καζακστάν και άλλη μία στην Εσθονία.
Ζει και εργάζεται στην Προσοτσάνη Δράμας.

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΉΜΕΡΟ ΕΝΌΣ ΦΑΎΛΟΥ

ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΕΦΈΡΗΣ, ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΉΜΕΡΟ ΕΝΌΣ ΦΑΎΛΟΥ

*

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΛΟΥ

Τράβα ἀγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα νὰ φτάσουμε γοργὰ στὴν Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
νὰ ᾿ρθοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς! – οἱ στερνοί.

Τὰ στερνοπαίδια καὶ τ᾿ ἀποσπόρια
καὶ τ᾿ ἀποβράσματα καὶ τ᾿ ἀποφόρια
μιᾶς μάχης ποὺ ἤτανε γι᾿ ἄλλα κορμιὰ
γιὰ μάτια ἀλλιώτικα κι ἄλλη καρδιά.

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζῆδες, κολλυβιστάδες,
μοῦργοι, μουνοῦχοι καὶ θηλυκά –
τράβα ἀγωγιάτη! βάρα ἁμαξά!

Φτωχὴ Πατρίδα, στὰ μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε τὸ γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ὀρφανή,
κοίτα ἂν ἀντέχεις τέτοια πομπή:

τὸ ματσαράγκα, τὸ φαταούλα
μὲ μπογαλάκια καὶ μὲ μπαοῦλα·
τὴ χύτρα ποὺ ἔβραζε κάθε βρωμιὰ
λὲς καὶ τὴν ἄδειασαν ὅλη μεμιὰ

σ᾿ αὐτοὺς ἀνάμεσα τοὺς ἤπιους λόφους
ὅπου μᾶς κλείσανε σὰν ὑποτρόφους
ἑνὸς ἀδιάντροπου φρενοβλαβῆ
ποὺ στὸ βραχνά του παραμιλεῖ.

Δὲς τὸ σελέμη, δὲς καὶ τὸ φάντη
πῶς θυμιατίζουνε τὸν ἱεροφάντη
ποὺ ρητορεύεται λειτουργικὰ
μπρὸς στὰ πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες ἀπὸ τὰ Νάφια
τῆς προσφυγιᾶς μας ἄθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι ἁρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πὼς πᾶνε ἐκεῖ

στὰ χώματά σου τὰ λαβωμένα
γιατὶ μαράζωσαν, τάχα, στὰ ξένα
καὶ δὲν μποροῦνε χωρὶς ἐσέ –
οἱ φαῦλοι: τρέχουνε γιὰ τὸ λουφέ.

Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Τὸ γράδο

Ἰωάννα Γαλανάκη

Τὸ γρά­δο

ΕΝΝΗΘΗΚΑ σ’ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας. Ἔ­φυ­γα νω­ρὶς μὰ νά ποὺ τά ‘φέ­ρε ἔ­τσι ἡ τύ­χη καὶ ὁ κό­βιντ καὶ ξα­να­γύ­ρι­σα σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια στὸ χω­ριό μου. Στὴν κα­ραν­τί­να ἔ­μα­θα πολ­λά. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ μιὰ γριά.

Μοῦ τὴν εἶ­πε ἕ­να κα­λὸ παι­δὶ ποὺ κα­θὼς ἔ­μα­θα πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὰ κα­λὰ παι­διά, κά­τι κα­κὸ τοὺς συμ­βαί­νει στὸ τέ­λος. Αὐ­τὴ ἡ γριὰ λοι­πόν, κα­λὴ γυ­ναί­κα, μό­νο ποὺ ἔ­πι­νε κρυ­φὰ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ σαΐνια τοῦ χω­ριοῦ τῆς κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Ἐ­γὼ δὲν τὴν θυ­μᾶ­μαι, θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως μί­α ἄλ­λη γριά. Ἤ­τα­νε χή­ρα μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη, μὲ μαν­τή­λι στὸ κε­φά­λι κι ὅ­λο μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν ἄν­τρα της, τὸ μα­κα­ρί­τη. «Ἔ­χα­σα τὸ στύ­λο τοῦ σπι­θιοῦ μου, ἀ­πό­μει­να ἔ­ρη­μη καὶ μο­να­χή» καὶ ἄλ­λα τέ­τοια. Ὁ μα­κα­ρί­της ἐν­τω­με­τα­ξὺ κα­θώς μοῦ λε­γαν οἱ γο­νεῖς μου ἤ­τα­νε με­γά­λο κά­θαρ­μα. Τὴν εἶ­χε ἀ­πο­πλα­νή­σει κο­ρι­τσά­κι ἀ­κό­μη κι ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­φε­ρε στὸ χω­ριὸ καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὶς βα­ρει­ὲς δου­λει­ές. Κι ἀ­πὸ πά­νω τὴν ξυ­λο­φόρ­τω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νά. Ἄ­κου­γε ὁ­λό­κλη­ρη ἡ κοι­λά­δα τὶς κραυ­γὲς της ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὰ βά­λει μὲ τὸ μα­κα­ρί­τη. Ἀ­φοῦ ὅ­πως προ­εῖ­πα ὁ μα­κα­ρί­της ἤ­τα­νε με­γά­λη λέ­ρα. Ἔ­κα­νε κι ἄλ­λα χει­ρό­τε­ρα ὅ­πως κα­τα­λά­βαι­να ἀ­π’ τοὺς ὑ­παι­νιγ­μοὺς τῶν γο­νι­ῶν μου, μὰ ὅ­ταν τοὺς ρω­τοῦ­σα δὲ μι­λοῦ­σαν, μό­νο ἔ­δει­χναν τὸν ἀ­πο­τρο­πια­σμό τους γιὰ τὸ «στύ­λο τοῦ σπι­θιοῦ».

Ἡ γριὰ αὐ­τὴ ἡ ἄλ­λη, ὄ­χι τὸ γρά­δο, ἤ­τα­νε ψυ­χὴ ἁ­γί­α. Ἔ­πι­νε βέ­βαι­α κι κεί­νη, ἂν καὶ χω­ρὶς τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Ἔ­βη­χε κι ὄ­λας καὶ γε­νι­κὰ εἶ­χε κα­κὴ ὑ­γεί­α ὁ­πό­τε τῆς μά­νας μου τῆς κόλ­λη­σε ὅ­τι εἶ­χε κά­ποια με­τα­δο­τι­κὴ ἀρ­ρώ­στια. Κά­θε ποὺ ἐρ­χό­ταν σπί­τι μας καὶ τρώ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ τὴν ἔ­βα­ζε νὰ κά­θε­ται μα­κριὰ ἀ­πὸ μέ­να, μὴ μὲ πλη­σιά­σουν τὰ μι­κρό­βια. Ὕ­στε­ρα ἀ­φοῦ μά­ζευ­ε τὰ πιά­τα ξε­χώ­ρι­ζε τὸ δι­κό της μα­ζὶ καὶ τὸ πο­τή­ρι της καὶ τοὺς ἔ­χυ­νε καυ­τὸ νε­ρὸ μὲ σα­που­νά­δα. Τέ­λος, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς οὔ­τε αὐ­τὴ ἡ μέ­θο­δος δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ ἐγ­γυ­η­μέ­νη ὁ­πό­τε τῆς εἶ­χε πάν­τα το ἴ­διο πιά­το καὶ τὸ ἴ­διο πο­τή­ρι ποὺ τὰ κρα­τοῦ­σε σὲ εἰ­δι­κὸ ση­μεῖ­ο στὸ ντου­λά­πι. Ἡ γριὰ ὅ­πως προ­εῖ­πα ἤ­τα­νε ψυ­χὴ ἁ­γί­α. Μὲ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ὅ­λο μὲ συμ­βού­λευ­ε. Ἔ­λε­γε γιὰ μέ­να τὰ κα­λύ­τε­ρα λό­για σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό. Πί­στευ­ε πὼς μοῦ ἄ­ξι­ζε μιὰ κα­λὴ τύ­χη καὶ ὅ­λο σχε­δί­α­ζε μέ­σα της κι ἔ­ξω της πῶς θά ‘πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ θὰ μὲ πά­ρει, πό­σο ἄ­ξιος καὶ κα­λός, πό­σο ὄ­μορ­φα θά ’­πρε­πε νὰ μοῦ φέ­ρε­ται.

Ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γα, ἐ­κεί­νη, κα­θὼς μά­θαι­να, ἀ­κό­μη ἀ­γω­νι­οῦ­σε προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὸν κα­λύ­τε­ρο συν­δυα­σμὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ ὑ­πο­ψή­φιου συ­ζύ­γου μου. Ὅ­ταν τὴν εἶ­δα τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ θά ’­μου­να γύ­ρω στὰ 25, μοῦ ’­πε μὲ ἀ­γά­πη στορ­γι­κὴ «ἀρ­γο­μοί­ρα- κα­λο­μοί­ρα». Καὶ μοῦ ‘δω­σε κι ἄλ­λες πολ­λὲς εὐ­χές. Δὲν ἔ­πι­α­σαν τε­λι­κά, μᾶλ­λον για­τὶ τὶς στοί­χει­ω­σε τὸ φάν­τα­σμα τοῦ μα­κα­ρί­τη. Ἀ­φοῦ πέ­θα­νε τὴν εἶ­δα ἄλ­λες δυ­ὸ φο­ρές, στὸ χω­μα­τό­δρο­μο, κον­τὰ στὸ σπί­τι μας. Τό­τε τὴν ἔ­λε­γαν Λί­λα. Ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πα­ρα­δεί­σια πο­νε­μέ­νη ψυ­χὴ καὶ γῶ θὰ ἤ­μουν τό­τε γύ­ρω στὰ 35. Μοῦ ‘πε «ἐ­σὺ ἀ­να­γεν­νι­έ­σαι ἀ­π’ τὶς στά­χτες σου», εἶ­σαι ἀ­κό­μη ὄ­μορ­φη, νὰ βια­στεῖς νὰ κά­νεις ἕ­να παι­δά­κι, ἔ­χεις χρό­νο, νὰ δὲς ἡ τά­δε ποὺ εἶ­στε καὶ στὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α.

Ἡ Λί­λα ἔ­μα­θα εἶ­χε τέ­λος κα­κὸ κλει­σμέ­νη σ’ ἕ­να ἵ­δρυ­μα. Καὶ ἡ δι­κή της ἱ­στο­ρί­α πο­λὺ λυ­πη­τε­ρή, τό­σο ποὺ δὲν τὴν ἔ­λε­γε κα­νεὶς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι μι­σό­λο­γα καὶ κά­τι εἰ­ρω­νεῖ­ες ἀ­π’ τὰ τσό­κα­ρα γιὰ τὴν κα­τάν­τια της. Πα­νέ­μορ­φη στὰ νιά­τα της, τὴν εἶ­δα σὲ πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες, τό­τε, στὴν κα­ραν­τί­να. Μιὰ μέ­ρα στὴν πρω­τεύ­ου­σα τὴ θυ­μή­θη­κα. Κα­θό­μα­σταν με­γά­λη πα­ρέ­α, τρώ­γα­με καὶ πί­να­με. Δί­πλα μου αὐ­τός, πα­ρα­δί­πλα ἡ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­π’ τὶς φι­λε­νά­δες. Ἤ­τα­νε βλέ­πεις τέ­τοι­α ἡ «ἰ­δε­ο­λο­γί­α» του. Σε­βα­στόν. Μὲ πε­ρι­ποι­οῦν­ταν χω­ρὶς νὰ τὸ ζη­τή­σω. Τοὺς κα­λύ­τε­ρους με­ζέ­δες, τὸ πο­τή­ρι μου πάν­τα μι­σο­γε­μά­το. Κά­πο­τε ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι του καὶ μοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ γό­να­το ἔ­τσι ποὺ οἱ φί­λοι του νὰ βλέ­που­νε. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φύ­γω με­τα­νά­στις νὰ μὴ βλέ­πω του­λά­χι­στον ἐ­γώ. Εἶ­χα μιὰ φί­λη ἀ­πὸ τὴ Χιὸ καὶ μοῦ βρῆ­κε βα­πό­ρι ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ σαλ­πά­ρει γιὰ Νό­τιο Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ λέ­γα­νε «Lά­y­os». Πάν­τα ἔ­λε­γα στὴ μά­να μου πὼς ἤ­θε­λα νὰ πά­ω στὴ γῆ τοῦ πυ­ρός. Ἀ­πο­φά­σι­σα πὼς εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα. Μπάρ­κα­ρα τὸ λοι­πόν. Τὸ βα­πό­ρι κου­βα­λοῦ­σε τό­νους πα­λιὰ ροῦ­χα ποὺ προ­ο­ρί­ζον­ταν γιὰ θά­ψι­μο στὴν ἔ­ρη­μο Ἀ­τα­κά­μα. Ἐ­κεῖ, τε­τρα­κό­σια χρό­νια δὲν ἔ­χει πέ­σει οὔ­τε στά­λα βρο­χή. Στὸ βα­πό­ρι γνώ­ρι­σα καὶ μιὰ ἰν­διά­να Χι­λια­νὴ ποὺ πή­γαι­νε νὰ με­λε­τή­σει τὴν ξε­χα­σμέ­νη γλώσ­σα Kunza. Δὲν τὸ με­τά­νοι­ω­σα κα­θό­λου ποὺ ἔ­φυ­γα με­τα­νά­στις. Θυ­μᾶ­μαι καὶ τὸ συ­χω­ρε­μέ­νο τὸ Χρι­στι­α­νό­που­λο ποὺ ἔ­λε­γε αὐ­τὰ πε­ρὶ σπό­ρων καὶ θά­ψι­μου καὶ νοι­ώ­θω θαλ­πω­ρή. Πάν­τως στὴν Ἀ­τα­κά­μα καὶ νὰ θα­φτεῖ ὁ σπό­ρος δὲ φυ­τρώ­νει, φταί­ει βλέ­πεις τὸ ἔ­δα­φος ποὺ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ξη­ρό. Ἡ ξε­χα­σμέ­νη γλώσ­σα Kunza ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα νὰ ἀ­να­βι­ώ­σει.

ΠΗΓΉ: neoplanodion.gr

Ἰ­Ω­ΆΝ­ΝΑ ΓΑ­ΛΑ­ΝΆ­ΚΗ. ΓΕΝ­ΝΉ­ΘΗ­ΚΕ ΚΑῚ ΜΕ­ΓΆ­ΛΩ­ΣΕ Σ’ Ἕ­ΝΑ ΜΙ­ΚΡῸ ΧΩ­ΡΙῸ ΚΟΝ­ΤᾺ ΣΤᾺ ΧΑ­ΝΙΆ. ΣΠΟΎ­ΔΑ­ΣΕ Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­Α, ἈΡ­ΧΑΙ­Ο­ΛΟ­ΓΊ­Α ΚΑῚ Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­Α ΤΗ͂Σ ΤΈ­ΧΝΗΣ ΣΤῸ ΠΑ­ΝΕ­ΠΙ­ΣΤΉ­ΜΙΟ Ἀ­ΘΗ­ΝΩ͂Ν. ἘΡ­ΓΆ­ΣΤΗ­ΚΕ ὩΣ ἈΡ­ΧΑΙ­Ο­ΛΌ­ΓΟ­Σ ΚΑῚ Ἐ­ΡΕΥ­ΝΉ­ΤΡΙΑ. ΣΥ­ΝΈ­ΧΙ­ΣΕ ΤῚΣ ΣΠΟΥ­ΔΈΣ ΤΗΣ ΜῈ Ὑ­ΠΟ­ΤΡΟ­ΦΊ­ΕΣ ΣΤῊΝ ἈΓ­ΓΛΊ­Α. Ἔ­ΧΕΙ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΎ­ΣΕΙ ΜΙᾺ ΠΟΙ­Η­ΤΙ­ΚῊ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓῊ Ἀ­ΡΑ­ΔΉΝ). ΠΟΙ­Ή­ΜΑ­ΤΆ ΤΗΣ Ἔ­ΧΟΥΝ Ἐ­ΠΊ­ΣΗΣ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΥ­ΤΕΙ͂ ΣΤῸ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΌΝΈΑ ΕΥ̓­ΘΎ­Ν. Ἔ­ΧΕΙ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΆ­ΣΕΙ ΚΑῚ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΎ­ΣΕΙ ΣΤῸ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΌ ΤῸ ΔΈΝ­ΤΡΟ ΠΟΊ­Η­ΣΗ ΤΗ͂Σ ΣΎΓ­ΧΡΟ­ΝΗΣ Ἀ­ΜΕ­ΡΙ­ΚΑ­ΝΊ­ΔΑΣ ΠΟΙ­Ή­ΤΡΙΑ­Σ JES­SI­CA GREEN­BA­UM. ΜΙ­ΚΡᾺ ΔΙ­Η­ΓΉ­ΜΑ­ΤΆ ΤΗΣ Ἔ­ΧΟΥΝ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΥ­ΤΕΙ͂ ΣΤΠΛΑ­ΝΌ­ΔΙΟΝ-Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­ΕΣ ΜΠΟΝ­ΖΆ­Ι ΚΑῚ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΜΈ­ΝΑ ΣΤᾺ ἈΓ­ΓΛΙ­ΚᾺ ΣΤῸ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΌ TWO WORDS FOR. ΚΕΊ­ΜΕ­ΝΆ ΤΗΣ Ἔ­ΧΟΥΝ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΥ­ΤΕΙ͂ ΣΤᾺ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΆLI­FO, MO­NU­MEN­TA ΚΑῚ ΣΕ BLOGS. ΑΥ̓­ΤῊΝ ΤῊΝ ΠΕ­ΡΊ­Ο­ΔΟ ΖΕΙ͂ ΣΤῸ ΣΑ­ΟΥ­ΘΆΜ­ΠΤΟΝ ΤΗ͂Σ ἈΓ­ΓΛΊ­ΑΣ ΚΑῚ Ἑ­ΤΟΙ­ΜΆ­ΖΕΙ ΜΙᾺ ΜΙ­ΚΡῊ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓῊ ΔΙ­Η­ΓΗ­ΜΆ­ΤΩΝ ΓΙᾺ ΔΗ­ΜΟ­ΣΊ­ΕΥ­ΣΗ

«Χάρμα ιδέσθαι»

«Χάρμα ιδέσθαι» στο χωριό Κόκκινος στην ορεινή δωρίδα!

Ο «συνήθης ύποπτος»  ξαναχτύπησε ευχάριστα: η γιαγιά με το εγγονάκι της εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό Κόκκινος και σφράγισαν την δημιουργική ανάπλαση στην ανατολική είσοδο του χωριού μας, εκεί που  οι προγονοί μας ξεδιψούσαν απο την μοναδική βρύση και αγναντεύαν τον κάμπο τους. Η παρέμβαση, που έγινε με απόλυτο σεβασμό στο εμβληματικό τοπόσημο του χωριού, προσφέρει στους επισκέπτες μια εικόνα που είναι χωρίς υπερβολή χάρμα ιδέσθαι!

Ευχαριστούμε αγαπητέ μας Σπύρο, να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς!!

…σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ…

Ο φόβος βρίσκεται στη ρίζα κάθε αρρώστιας, κάθε πόνου και κάθε προβλήματος.
Κοίτα πίσω από κάθε αγωνία και άγχος και θα βρεις να ελλοχεύει εκεί ο φόβος.
Ο φόβος tripάρει το μυαλό…δημιουργεί ψευδαισθήσεις αδυναμίας.

Στο τραγούδι ο στοίχος που επαναλαμβάνεται συχνά ως μοτίβο «…σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ…» δηλώνει την άρνηση της υποταγής στην συνθήκη του φόβου καθώς και την πρόθεση του Αγγελάκα να μας μάθει να «πετάμε σαν αετοί πάνω από τις λύπες μας» να μην φοβόμαστε ότι θα χαθούμε «αν απομακρυνθούμε από τον κύκλο» και να μην πιστέψουμε ποτέ οτι «είμαστε μικροί πολύ μικροί για να αλλάξουμε αυτο το σκηνικό».

Ευάγγελος Ορφανίδης Κλινικός Ψυχολόγος

διδακτική ιστορία..

Ένας ηλικιωμένος συναντά έναν νεαρό που ρωτά:
“Με θυμάσαι; ”
Και ο γέρος λέει όχι. Τότε ο νεαρός του λέει ότι ήταν μαθητής του, Και ο δάσκαλος ρωτάει:
“Τι κάνεις, τι κάνεις στη ζωή; ”
Ο νεαρός απαντά:
“Λοιπόν, έγινα δάσκαλος. ”
“αχ, πόσο καλός, σαν εμένα; ” Ρωτάει ο γέρος.
“Λοιπόν, ναι. Μάλιστα έγινα δάσκαλος επειδή με ενέπνευσες να σου μοιάσω. ”
Ο γέροντας, περίεργος, ρωτάει τον νεαρό πότε αποφάσισε να γίνει δάσκαλος. Και ο νεαρός του λέει την εξής ιστορία:
“Μια μέρα, ένας φίλος μου, επίσης φοιτητής, ήρθε με ένα ωραίο νέο ρολόι, και αποφάσισα ότι το ήθελα.
Το έκλεψα, το πήρα από την τσέπη του.
Λίγο μετά, ο φίλος μου παρατήρησε ότι έλειπε το ρολόι του και αμέσως παραπονέθηκε στον δάσκαλό μας, που ήσουν εσύ.
Στη συνέχεια απευθυνθήκατε στην τάξη λέγοντας: «Το ρολόι αυτού του μαθητή κλάπηκε σήμερα κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει. ’
Δεν το έδωσα πίσω γιατί το ήθελα.
Έκλεισες την πόρτα και είπες σε όλους μας να σηκωθούμε και να κάνουμε κύκλο.
Θα ψάχνατε τις τσέπες μας μία προς μία μέχρι να βρεθεί το ρολόι.
Μας είπατε να κλείσουμε τα μάτια, γιατί το ρολόι του θα το ψάχνατε μόνο αν είχαμε όλοι τα μάτια μας κλειστά.
Κάναμε όπως μας είπατε.
Πήγατε από τσέπη σε τσέπη, και όταν έψαξες την τσέπη μου, βρήκες το ρολόι και το πήρες. Συνέχισες να ψάχνεις τις τσέπες όλων, και όταν τελείωσες είπες «ανοίξτε τα μάτια σας. Έχουμε το ρολόι. ’
Δεν με κάρφωσες και ποτέ δεν ανέφερες το επεισόδιο. Ούτε είπες ποιος έκλεψε το ρολόι. Εκείνη τη μέρα έσωσες την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου.
Αλλά είναι και η μέρα που αποφάσισα να μην γίνω κλέφτης, κακός άνθρωπος κλπ. Ποτέ δεν είπες τίποτα, ούτε καν με μάλωσες ή με πήρες στην άκρη για να μου κάνεις μάθημα ηθικής.
Έλαβα ξεκάθαρα το μήνυμά σου.
Χάρη σε εσάς, κατάλαβα τι πρέπει να κάνει ένας πραγματικός εκπαιδευτικός.
Θυμάστε αυτό το επεισόδιο καθηγητά;
Ο παλιός καθηγητής απάντησε, «Ναι, θυμάμαι την κατάσταση με το κλεμμένο ρολόι, που έψαχνα στην τσέπη όλων. Δεν σε θυμήθηκα, γιατί έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου ψάχνοντας. ….!!!
Αυτή είναι η ουσία της διδασκαλίας:
Αν για να διορθώσεις πρέπει να ταπεινώσεις, δεν ξέρεις πώς να διδάξεις…. ”

Καλό και κακό

«Σιγά-σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δύο μορφές, Χριστός και Αντίχριστος, έσμιγαν· δεν ήταν λοιπόν, ετούτοι οι δύο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό, όσο μελετούσα το έργο του αντίθεου προφήτη, [του Νίτσε] ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστικιά παράτολμη ενότητα: Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι ένα! αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω, σκαλοπάτι. Απάνω στο σκαλοπάτι ετούτο σταματούσα ανατριχιάζοντας· μια φοβερή υποψία έσκισε το νου μου: μπας και με σπρώχνει και μένα, ο ‘Αγιος αυτός Βλασφημίων, να βλαστημώ;» (Ν. Καζαντζάκη,Αναφορά στον Γκρέκο, σ. 314 – 5)