


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Κάποιοι επαγγελματίες γραφιάδες στήνουν μια καλλιτεχνίζουσα βιοτεχνία με φανταχτερή βιτρίνα κι από πίσω, στο μαραγκούδικο, κόβουν, πλανίζουν και λουστράρουν εκείνα τα βιβλία που πλασάρονται αβέρτα ως αναγκαίο συμπλήρωμα μιάς καθωσπρέπει επιπλώσεως. Η δουλειά τους, γρήγορη και φτηνή, συνοψίζεται σε ό,τι ο Κνουτ Χάμσουν αποκαλεί με σαρδόνια διάθεση δραματοποιημένη ξυλεία! Οι πιο διάσημοι μάλιστα ανάμεσα σε όσους σκαρώνουν αναγνώσματα αμέσου καταναλώσεως έχουν ολόκληρα υποβοηθητικά συνεργεία. Ανιχνευτές για τον εντοπισμό των λογοτεχνικών πηγών και την προμήθεια των περιγραφικών υλικών, έμπειρο επιτελείο για τη συναρμογή της πλοκής και την ανάπτυξη της δράσης, μάστορες για τη λείανση των χαρακτήρων και το φινίρισμα των διακοσμητικών μοτίβων. Τώρα εντούτοις τα πάσης φύσεως δάνεια ροκανίδια που χρειάζονται οι επιτήδειοι για να συμπήξουν δημοφιλή μυθιστορήματα, διακινούνται σε τόνους από τις μηχανές τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι η μηχανορραφία αποκτά ένα καινούργιο νόημα καθώς τρέπεται σε μηχανογραφία – και από ύποπτη μεταφορά γίνεται ανενδοίαστη κυριολεξία. Οι βιβλιοποιοί έχουν λοιπόν κάθε λόγο να χαίρονται με τα προφανή πλεονεκτήματα αυτής της εξελιγμένης κοπτορραπτικής μεθόδου. Το προσωπικό τους θα μειωθεί και τα βιβλία τους, κομποστοποιημένα με τις ορθοπολιτικά πρέπουσες αναλογίες, θα τρέχουν στη γραμμή παραγωγής με ταχύτητα μέχρι πρότινος αδιανόητη. Πάντοτε φυσικά υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν αναγνώστες που αποστρέφονται τις βιβλιακές κατασκευές και αναζητούν εμπνευσμένη μυθοπλασία, ήρωες διακεκριμένου αναστήματος και αυθεντικούς συγγραφείς. Μα δεν συντρέχει λόγος σοβαρής ανησυχίας γιατί αυτοί, οι λιγοστοί ιδιότροποι, ασκούν τα εκλεκτικά τους βίτσια σε περιορισμένο κύκλο και κάνουν μικρή ζημιά στη μαζική δημοκρατία του βιβλίου.
Ηρακλής Λογοθέτης
Οι ώρες ευθύνης του Πάνου Μπιτσαξή
•Όλοι όσοι μου κάνουν την μέγιστη τιμή να με παρακολουθούν είναι σκεπτόμενοι άνθρωποι και ενεργοί πνευματικά.Δεν έχω καμια αμφιβολία ότι πριν ψηφισουν έχουν διαμορφώσει την επιλογή τους με κριτήρια.Αυτή η ψήφος ,όπου και αν καταλήξει ,είναι η πολύτιμη μαγιά της Δημοκρατίας.
•Μια παρακληση μόνο.Πριν μπείτε στο παραβαν όποιο κόμμα και αν εχετε επιλέξει ρίξτε μια ματιά στο ψηφοδέλτιο.Εκτός από όσους γνωρίζετε υπάρχουν και άγνωστα ονόματα.Ψάξτε τους στο Google.Δεν θέλει πολύ ώρα.Τιμήστε γνωστούς η αγνώστους με βάση το δείγμα γραφής τους.Με αξιολόγηση ,με επίγνωση.Αύριο θα στείλουμε στη Βουλή 300 άτομα.Ας είναι οι καλυτεροι και οι καλυτερες.Όχι απαραίτητα όσοι πέτυχαν να γίνουν γνωστοί.Σήμερα όλοι γνωριζόμαστε.Δεν υπάρχουν μυστικά.
Πάνος Μπιτσαξης

Σάρα!

Ο Οδυσσέας Τοσουνίδης (ζωγράφος και γλύπτης) μιλάει στην Villy Calliga

Στην Αρχαία Ελλάδα, τέχνη και τεχνική ήταν έννοιες ταυτόσημες, ο καλλιτέχνης
αποκαλείτο τεχνίτης. Όσο κι αν αυτές οι έννοιες διαχωρίστηκαν εξακολουθούν
να έχουν κοινό τόπο;
Καλλιτέχνης είναι αυτός ο οποίος δημιουργεί ή αναπαράγει έργα, με τα οποία ο
αποδέκτης βιώνει μια ουσιώδη συναισθηματική ή πνευματική εμπειρία.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση ενός έργου τέχνης αποτελεί η χρήση κάποιας τεχνικής. Η τεχνική, δηλαδή, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της τέχνης,
χωρίς όμως αυτό να την ανάγει αυτόματα και αυτόνομα σε τέχνη.
Επομένως, η τέχνη χρειάζεται τεχνική αλλά η τεχνική δεν είναι απαραίτητα και τέχνη.

Είσαι ζωγράφος και γλύπτης. Πιστεύεις ότι η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της,
μπορεί να μετατρέψει ένα ζωντανό σώμα σε αντικείμενο και ένα αφηρημένο
αντικείμενο σε ένα ολοζώντανο σώμα;
Χρησιμοποιώ ένα ζωντανό μοντέλο ή μία ιδέα ως πηγή έμπνευσης. Όταν ξεκινάω τη
διαδικασία παραγωγής ενός έργου, δουλεύω έχοντας στο μυαλό μου μόνο τη
δημιουργία. Ως καλλιτέχνης, βέβαια, έχω την επίγνωση πως καλούμαι να
δημιουργήσω ένα έργο που θα γεννήσει συναισθήματα. Το έργο ολοκληρώνεται
όταν νιώσω πως έχει «αποκτήσει πνοή» και είναι ικανό να αλληλεπιδράσει με τον
θεατή. Με αυτή την έννοια, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί ως εργαλεία, ζωντανά σώματα και
αφηρημένα αντικείμενα και με την τέχνη του τα μετουσιώνει.

Ας μιλήσουμε για την γλυπτική. Κάθε υλικό έχει διαφορετικές εκφραστικές
δυνατότητες. Εσένα τι σε οδήγησε στα υλικά σου;

Κάθε υλικό έχει διαφορετικές δυνατότητες. Προσωπικά, με μάγεψε το μάρμαρο, ενώ
άλλα βασικά υλικά που χρησιμοποιώ είναι το μέταλλο και το ξύλο. Για να μιλήσω για
το μάρμαρο, μου αρέσει ο όγκος του, η δύναμη του. Είναι ένα υλικό βαρύ, στιβαρό,
με δυναμική και δουλεύοντάς το μου μεταδίδει την ενέργειά του. Μου αρέσει ο
τρόπος που περνάει ο χρόνος από πάνω του. Ως γλύπτης, είναι απαραίτητο να αναγνωρίζω ποιο υλικό πρέπει να χρησιμοποιήσω έτσι ώστε μια ιδέα να γίνει γλυπτό. Η γλυπτική είναι φως. Είναι κομμάτι μου και υπάρχει πάντα δίπλα μου και μέσα μου.
Πώς θα χαρακτήριζες το ύφος των έργων σου; Τόσο στη ζωγραφική όσο και στη
γλυπτική. Με το πέρασμα του χρόνου έχει αλλάξει η τεχνική και η θεματογραφία σου;
Η θεματογραφία στα έργα μου παραμένει σταθερή. Ασχολούμαι με τη γέννηση και
τον θάνατο, την ελευθερία και την ύπαρξη. Έννοιες συμπληρωματικές και
αλληλένδετες. Όσο περνάει ο καιρός, νιώθω το έργο μου, σαν «παιδί μου», να
«αναπτύσσεται», οπότε σαφώς αλλάζει η προσέγγιση μου σ’ αυτό. Τα έργα μου
έχουν δωρικό ύφος, αφαιρώ όλο και περισσότερο ό,τι θεωρώ περιττό, υιοθετώντας
τη λιτότητα ως εργαλείο.

Γλυπτά σου βρίσκονται σε δημόσιους χώρους στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στο
Καζακστάν, στη Γεωργία. Ποια είναι η λειτουργία του γλυπτού στον δημόσιο αστικό
χώρο; Απευθύνεται μόνο στο μάτι ή παίρνει περιεχόμενο ως συνισταμένη μιας
συλλογικής έκφρασης;
Μεγαλύτερη σημασία έχει αυτό που ζητάμε από ένα έργο, δηλαδή το ζητούμενο της
ύπαρξής του. Ένα γλυπτό σε δημόσιο χώρο μπορεί να δένει αρμονικά με το
περιβάλλον, να ενσωματώνεται σε αυτό, είτε να έρχεται σε ρήξη μαζί του, έτσι ώστε
να εξυπηρετεί έναν σκοπό. Σε κάθε περίπτωση, το γλυπτό ζει και εκπέμπει μηνύματα
πέρα από την εικόνα.

Δεδομένου ότι, όταν ένας καλλιτέχνης εκθέτει ένα έργο του σε δημόσιο χώρο μιλάει σε ένα μη προετοιμασμένο κοινό, θεωρείς ότι η απήχηση του έργου του μετριέται πιο “δίκαια”;
Η δημιουργία ενός έργου προσφέρει ανακούφιση στην εσωτερική αγωνία του
καλλιτέχνη, χωρίς να σκέφτεται αν έχει απήχηση σε κοινό. Αν όντως υπάρχει
απήχηση, τότε ο θεατής μοιράζεται το όραμα του καλλιτέχνη, αναγνωρίζει στο έργο
κομμάτια του εαυτού του. Αυτή η ικανότητα του έργου, λοιπόν, παρέχει στον θεατή
ένα είδος παρηγοριάς.

Η έκθεση ενός έργου σε δημόσιο χώρο είναι μία προσπάθεια να βγει το κοινό από
την πεπατημένη και να δει τον κόσμο έξω και πέρα από τα καθημερινά προβλήματα.
Η τέχνη είναι για όλους και προσφέρεται. Αυτό μπορεί να προκαλέσει κάποιο σοκ
στον θεατή, αλλά πιστεύω πως χαρακτηρίζεται ως δημιουργικό σοκ. Είναι μια
αφύπνιση και μια υπενθύμιση: Υπάρχει ομορφιά στον κόσμο πέρα από τα
προσωπικά αδιέξοδα.

Υπάρχουν σήμερα εμβληματικά γλυπτά στον ελληνικό δημόσιο χώρο; Και δεν
αναφέρομαι σε εικαστικά έργα με ιστορική αναφορά, που έχουν σκοπό να
συντηρήσουν την ιστορική μνήμη.
Υπάρχουν, φυσικά, παραστατικά έργα στον ελλαδικό χώρο, τα οποία θα έπρεπε να
αναδεικνύονται και να πολλαπλασιάζονται. Στην Ελλάδα, έχουμε αξιόλογους
καλλιτέχνες, παγκοσμίου φήμης, τα έργα των οποίων θεωρώ σκόπιμο να εκτίθενται
σε εξωτερικούς χώρους, όπως είσοδοι των πόλεων και πλατείες. «Δεν είναι το έργο
τέχνης πολυτέλεια, αλλά επιούσιος άρτος του πνεύματος» είχε αναφέρει ο Έλληνας
φιλόσοφος Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος.
Η τέχνη είναι σημαντική στη ζωή μας, αφυπνίζει το πνεύμα μας, θέτει
προβληματισμούς στην καθημερινότητά μας, δονεί το εσωτερικό μας οικοδόμημα.
Βρέθηκα σε αρκετές χώρες ανά τον κόσμο, δούλεψα και άφησα τα έργα μου εκεί.
Παρατηρώ, λοιπόν, τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τέχνη σε κάθε χώρα. Για
παράδειγμα, σε μία μικρή πόλη της Τσεχίας, υπάρχουν τεράστια πάρκα με σύγχρονα
γλυπτά καλλιτεχνών από όλο τον κόσμο, που χρονολογούνται από το 1950 μέχρι
σήμερα. Είναι ένα αξιοθαύμαστο εγχείρημα και μόνο δέος μπορεί να σε καταλάβει
από τη δύναμη και την ενέργεια των γλυπτών. Καμαρώνω τέτοιες πρωτοβουλίες και
θα ήθελα να υπάρχουν τέτοια πάρκα και στη χώρα μου.

«Τα μεγάλα έργα, τα έργα αξίας είναι πάντα σύγχρονα κατά τον τρόπο που είναι
σύγχρονη η γλυπτική και τα αρχαία δράματα» είχε πει κάποτε ο γλύπτης Ιωάννης
Αβραμίδης.
Ο καλλιτέχνης έχει μόνο ερωτήσεις. Φαίνεται ότι τις απαντήσεις τις έχουν οι θεατές,
αυτό που λέμε «το κοινό». Εδώ τίθεται ως δεδομένο ότι τα κλασικά έργα δίνουν
απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτήματα. Αν ισχύει αυτό, τότε πράγματι τα έργα αξίας
είναι προορισμένα, καταδικασμένα τρόπον τινά, να απαντούν τα μεγάλα και αιώνια
ερωτήματα που είναι κοινά και σταθερά σε κάθε εποχή και κοινωνία. Η κυκλαδίτικη
τέχνη, για παράδειγμα, παραμένει σύγχρονη και συνεχίζει να επηρεάζει τους
καλλιτέχνες.

Προσωπικά, ακολουθώ την αφαίρεση των λεπτομερειών και δίνω έμφαση στην
κίνηση και στην αρμονία των γραμμών, όπως ορίζει η κυκλαδίτικη τέχνη. Ας
εξετάσουμε όμως και έναν καλλιτέχνη, ο οποίος μια βροχερή μέρα ζωγραφίζει μια
υπέροχη Μόνα Λίζα στο πεζοδρόμιο απέναντι από το Λούβρο. Είναι αναπόφευκτο,
το έργο αυτό θα σβηστεί μετά από λίγο. Γιατί το κάνει λοιπόν; Είναι μια διαμαρτυρία!
Απέναντι από μια σφύζουσα σαρκοφάγο τέχνης, εκεί, στο πεζοδρόμιο, ένα έργο
θνησιγενές, ένα έργο εξ’ ορισμού «σύγχρονο», ταυτόχρονο, που δίνει απάντηση
μόνο στην αγωνία του καλλιτέχνη.

Ζεις και εργάζεσαι στην Δράμα. Η επιλογή αυτή, θεωρείς ότι είναι περιοριστική για
την επαφή σου με το εικαστικό γίγνεσθαι;
Η τέχνη απαιτεί απομόνωση, τουλάχιστον κάποιες περιόδους της ζωής ενός
καλλιτέχνη. Μία τέτοια περίοδο διανύω τώρα. Είναι σημαντικό για εμένα να δουλεύω
στο εργαστήριό μου, ενώ παράλληλα αντικρίζω μπροστά μου, από τη μία, τη θέα του
χιονισμένου Φαλακρού και το Μενοίκιο, και από την άλλη, το όρος Παγγαίο.
Είμαι ένας άνθρωπος δεμένος με τη φύση και οι ήχοι της με βοηθούν να σκέφτομαι.
Η φύση παίζει πρωταρχικό ρόλο στη συγκρότησή μου και με καθοδηγεί στα
ανεξερεύνητα σκοτεινά είναι μου. Η Δράμα είναι μία μικρή, όμορφη πόλη και μου
προσφέρει όσα ερεθίσματα χρειάζομαι για την έκφραση της δημιουργικότητάς μου.

Οι εικαστικοί σήμερα δίνουν ένα θαρραλέο παρόν, στην Ελλάδα. Η πολιτεία
βρίσκεται δίπλα τους;
Η τέχνη είναι ένας μοναχικός δρόμος που επιλέγει να διαβεί ο καλλιτέχνης. Όπως
έχει πει ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε «ο καλλιτέχνης είναι τέτοιος γιατί δεν μπορεί να κάνει
διαφορετικά και θα το έκανε ακόμη και αν τον απειλούσαν με θάνατο». Σε αυτήν τη
μοναχική πορεία, λοιπόν, ο καλλιτέχνης δεν περιμένει την επίσημη πολιτεία να
πορευτεί μαζί του, παρόλο που οι συνθήκες είναι ιδανικές αν συμβαίνει αυτό.

Ο Οδυσσέας Τοσουνίδης γεννήθηκε το 1983 στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Σπούδασε
στην Σχολή Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου και συνέχισε τις σπουδές του στην
Εθνική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Γεωργίας, όπου έπειτα ολοκλήρωσε
μεταπτυχιακό στη γλυπτική.
Συμμετείχε σε διεθνή συμπόσια γλυπτικής στην Ελλάδα
και το εξωτερικό και σε περισσότερες από 15 ομαδικές εκθέσεις. Μέχρι στιγμής μετρά
3 ατομικές εκθέσεις. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και
του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών της Γεωργίας.
Έργα του βρίσκονται σε διάφορες χώρες όπως Ελλάδα, Κύπρος, Ιράν, Τουρκία,
Εσθονία, Πορτογαλία, Τσεχία, Ιταλία, Ρουμανία. Έργα του υπάρχουν σε ιδρύματα και
ιδιωτικές συλλογές.
Έχει καταλάβει δύο φορές την πρώτη θέση σε συμπόσια γλυπτικής. Μία φορά, στο
διεθνές συμπόσιο γλυπτικής στο Καζακστάν και άλλη μία στην Εσθονία.
Ζει και εργάζεται στην Προσοτσάνη Δράμας.



*
Τράβα ἀγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα νὰ φτάσουμε γοργὰ στὴν Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
νὰ ᾿ρθοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς! – οἱ στερνοί.
Τὰ στερνοπαίδια καὶ τ᾿ ἀποσπόρια
καὶ τ᾿ ἀποβράσματα καὶ τ᾿ ἀποφόρια
μιᾶς μάχης ποὺ ἤτανε γι᾿ ἄλλα κορμιὰ
γιὰ μάτια ἀλλιώτικα κι ἄλλη καρδιά.
Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζῆδες, κολλυβιστάδες,
μοῦργοι, μουνοῦχοι καὶ θηλυκά –
τράβα ἀγωγιάτη! βάρα ἁμαξά!
Φτωχὴ Πατρίδα, στὰ μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε τὸ γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ὀρφανή,
κοίτα ἂν ἀντέχεις τέτοια πομπή:
τὸ ματσαράγκα, τὸ φαταούλα
μὲ μπογαλάκια καὶ μὲ μπαοῦλα·
τὴ χύτρα ποὺ ἔβραζε κάθε βρωμιὰ
λὲς καὶ τὴν ἄδειασαν ὅλη μεμιὰ
σ᾿ αὐτοὺς ἀνάμεσα τοὺς ἤπιους λόφους
ὅπου μᾶς κλείσανε σὰν ὑποτρόφους
ἑνὸς ἀδιάντροπου φρενοβλαβῆ
ποὺ στὸ βραχνά του παραμιλεῖ.
Δὲς τὸ σελέμη, δὲς καὶ τὸ φάντη
πῶς θυμιατίζουνε τὸν ἱεροφάντη
ποὺ ρητορεύεται λειτουργικὰ
μπρὸς στὰ πιστά του μηρυκαστικά.
Μαυραγορίτες ἀπὸ τὰ Νάφια
τῆς προσφυγιᾶς μας ἄθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι ἁρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πὼς πᾶνε ἐκεῖ
στὰ χώματά σου τὰ λαβωμένα
γιατὶ μαράζωσαν, τάχα, στὰ ξένα
καὶ δὲν μποροῦνε χωρὶς ἐσέ –
οἱ φαῦλοι: τρέχουνε γιὰ τὸ λουφέ.

Ἰωάννα Γαλανάκη

ΕΝΝΗΘΗΚΑ σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Ἀτλαντίδας. Ἔφυγα νωρὶς μὰ νά ποὺ τά ‘φέρε ἔτσι ἡ τύχη καὶ ὁ κόβιντ καὶ ξαναγύρισα σχεδὸν δυὸ χρόνια στὸ χωριό μου. Στὴν καραντίνα ἔμαθα πολλά. Ἀνάμεσά τους μιὰ ἱστορία γιὰ μιὰ γριά.
Μοῦ τὴν εἶπε ἕνα καλὸ παιδὶ ποὺ καθὼς ἔμαθα πέθανε, ἀφοῦ ἔτσι γίνεται μὲ τὰ καλὰ παιδιά, κάτι κακὸ τοὺς συμβαίνει στὸ τέλος. Αὐτὴ ἡ γριὰ λοιπόν, καλὴ γυναίκα, μόνο ποὺ ἔπινε κρυφὰ γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σαΐνια τοῦ χωριοῦ τῆς κόλλησαν τὸ παρατσούκλι. Ἐγὼ δὲν τὴν θυμᾶμαι, θυμᾶμαι ὅμως μία ἄλλη γριά. Ἤτανε χήρα μαυροφορεμένη, μὲ μαντήλι στὸ κεφάλι κι ὅλο μιλοῦσε γιὰ τὸν ἄντρα της, τὸ μακαρίτη. «Ἔχασα τὸ στύλο τοῦ σπιθιοῦ μου, ἀπόμεινα ἔρημη καὶ μοναχή» καὶ ἄλλα τέτοια. Ὁ μακαρίτης ἐντωμεταξὺ καθώς μοῦ λεγαν οἱ γονεῖς μου ἤτανε μεγάλο κάθαρμα. Τὴν εἶχε ἀποπλανήσει κοριτσάκι ἀκόμη κι ὕστερα τὴν ἔφερε στὸ χωριὸ καὶ τὴν ἔριξε στὶς βαρειὲς δουλειές. Κι ἀπὸ πάνω τὴν ξυλοφόρτωνε σχεδὸν καθημερινά. Ἄκουγε ὁλόκληρη ἡ κοιλάδα τὶς κραυγὲς της ἀλλὰ κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ τὸ μακαρίτη. Ἀφοῦ ὅπως προεῖπα ὁ μακαρίτης ἤτανε μεγάλη λέρα. Ἔκανε κι ἄλλα χειρότερα ὅπως καταλάβαινα ἀπ’ τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῶν γονιῶν μου, μὰ ὅταν τοὺς ρωτοῦσα δὲ μιλοῦσαν, μόνο ἔδειχναν τὸν ἀποτροπιασμό τους γιὰ τὸ «στύλο τοῦ σπιθιοῦ».
Ἡ γριὰ αὐτὴ ἡ ἄλλη, ὄχι τὸ γράδο, ἤτανε ψυχὴ ἁγία. Ἔπινε βέβαια κι κείνη, ἂν καὶ χωρὶς τὸ παρατσούκλι. Ἔβηχε κι ὄλας καὶ γενικὰ εἶχε κακὴ ὑγεία ὁπότε τῆς μάνας μου τῆς κόλλησε ὅτι εἶχε κάποια μεταδοτικὴ ἀρρώστια. Κάθε ποὺ ἐρχόταν σπίτι μας καὶ τρώγαμε ὅλοι μαζὶ τὴν ἔβαζε νὰ κάθεται μακριὰ ἀπὸ μένα, μὴ μὲ πλησιάσουν τὰ μικρόβια. Ὕστερα ἀφοῦ μάζευε τὰ πιάτα ξεχώριζε τὸ δικό της μαζὶ καὶ τὸ ποτήρι της καὶ τοὺς ἔχυνε καυτὸ νερὸ μὲ σαπουνάδα. Τέλος, ἀποφάσισε πὼς οὔτε αὐτὴ ἡ μέθοδος δὲν ἦταν ἀρκετὰ ἐγγυημένη ὁπότε τῆς εἶχε πάντα το ἴδιο πιάτο καὶ τὸ ἴδιο ποτήρι ποὺ τὰ κρατοῦσε σὲ εἰδικὸ σημεῖο στὸ ντουλάπι. Ἡ γριὰ ὅπως προεῖπα ἤτανε ψυχὴ ἁγία. Μὲ ἀγαποῦσε καὶ ὅλο μὲ συμβούλευε. Ἔλεγε γιὰ μένα τὰ καλύτερα λόγια σ’ ὁλόκληρό το χωριό. Πίστευε πὼς μοῦ ἄξιζε μιὰ καλὴ τύχη καὶ ὅλο σχεδίαζε μέσα της κι ἔξω της πῶς θά ‘πρεπε νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ μὲ πάρει, πόσο ἄξιος καὶ καλός, πόσο ὄμορφα θά ’πρεπε νὰ μοῦ φέρεται.
Ἀφοῦ ἔφυγα, ἐκείνη, καθὼς μάθαινα, ἀκόμη ἀγωνιοῦσε προσπαθώντας νὰ βρεῖ τὸν καλύτερο συνδυασμὸ χαρακτηριστικῶν τοῦ ὑποψήφιου συζύγου μου. Ὅταν τὴν εἶδα τελευταία φορὰ θά ’μουνα γύρω στὰ 25, μοῦ ’πε μὲ ἀγάπη στοργικὴ «ἀργομοίρα- καλομοίρα». Καὶ μοῦ ‘δωσε κι ἄλλες πολλὲς εὐχές. Δὲν ἔπιασαν τελικά, μᾶλλον γιατὶ τὶς στοίχειωσε τὸ φάντασμα τοῦ μακαρίτη. Ἀφοῦ πέθανε τὴν εἶδα ἄλλες δυὸ φορές, στὸ χωματόδρομο, κοντὰ στὸ σπίτι μας. Τότε τὴν ἔλεγαν Λίλα. Ἦταν ἡ ἴδια παραδείσια πονεμένη ψυχὴ καὶ γῶ θὰ ἤμουν τότε γύρω στὰ 35. Μοῦ ‘πε «ἐσὺ ἀναγεννιέσαι ἀπ’ τὶς στάχτες σου», εἶσαι ἀκόμη ὄμορφη, νὰ βιαστεῖς νὰ κάνεις ἕνα παιδάκι, ἔχεις χρόνο, νὰ δὲς ἡ τάδε ποὺ εἶστε καὶ στὴν ἴδια ἡλικία.
Ἡ Λίλα ἔμαθα εἶχε τέλος κακὸ κλεισμένη σ’ ἕνα ἵδρυμα. Καὶ ἡ δική της ἱστορία πολὺ λυπητερή, τόσο ποὺ δὲν τὴν ἔλεγε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ κάτι μισόλογα καὶ κάτι εἰρωνεῖες ἀπ’ τὰ τσόκαρα γιὰ τὴν κατάντια της. Πανέμορφη στὰ νιάτα της, τὴν εἶδα σὲ παλιὲς φωτογραφίες, τότε, στὴν καραντίνα. Μιὰ μέρα στὴν πρωτεύουσα τὴ θυμήθηκα. Καθόμασταν μεγάλη παρέα, τρώγαμε καὶ πίναμε. Δίπλα μου αὐτός, παραδίπλα ἡ γυναίκα του καὶ ἀπέναντι μιὰ ἀπ’ τὶς φιλενάδες. Ἤτανε βλέπεις τέτοια ἡ «ἰδεολογία» του. Σεβαστόν. Μὲ περιποιοῦνταν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσω. Τοὺς καλύτερους μεζέδες, τὸ ποτήρι μου πάντα μισογεμάτο. Κάποτε ἅπλωνε τὸ χέρι του καὶ μοῦ ἀκουμποῦσε τὸ γόνατο ἔτσι ποὺ οἱ φίλοι του νὰ βλέπουνε. Ἀποφάσισα νὰ φύγω μετανάστις νὰ μὴ βλέπω τουλάχιστον ἐγώ. Εἶχα μιὰ φίλη ἀπὸ τὴ Χιὸ καὶ μοῦ βρῆκε βαπόρι ποὺ ἑτοιμάζονταν νὰ σαλπάρει γιὰ Νότιο Ἀμερική. Τὸ λέγανε «Lάyos». Πάντα ἔλεγα στὴ μάνα μου πὼς ἤθελα νὰ πάω στὴ γῆ τοῦ πυρός. Ἀποφάσισα πὼς εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα. Μπάρκαρα τὸ λοιπόν. Τὸ βαπόρι κουβαλοῦσε τόνους παλιὰ ροῦχα ποὺ προορίζονταν γιὰ θάψιμο στὴν ἔρημο Ἀτακάμα. Ἐκεῖ, τετρακόσια χρόνια δὲν ἔχει πέσει οὔτε στάλα βροχή. Στὸ βαπόρι γνώρισα καὶ μιὰ ἰνδιάνα Χιλιανὴ ποὺ πήγαινε νὰ μελετήσει τὴν ξεχασμένη γλώσσα Kunza. Δὲν τὸ μετάνοιωσα καθόλου ποὺ ἔφυγα μετανάστις. Θυμᾶμαι καὶ τὸ συχωρεμένο τὸ Χριστιανόπουλο ποὺ ἔλεγε αὐτὰ περὶ σπόρων καὶ θάψιμου καὶ νοιώθω θαλπωρή. Πάντως στὴν Ἀτακάμα καὶ νὰ θαφτεῖ ὁ σπόρος δὲ φυτρώνει, φταίει βλέπεις τὸ ἔδαφος ποὺ εἶναι ἐντελῶς ξηρό. Ἡ ξεχασμένη γλώσσα Kunza ὅμως ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ἀναβιώσει.

Ο «συνήθης ύποπτος» ξαναχτύπησε ευχάριστα: η γιαγιά με το εγγονάκι της εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό Κόκκινος και σφράγισαν την δημιουργική ανάπλαση στην ανατολική είσοδο του χωριού μας, εκεί που οι προγονοί μας ξεδιψούσαν απο την μοναδική βρύση και αγναντεύαν τον κάμπο τους. Η παρέμβαση, που έγινε με απόλυτο σεβασμό στο εμβληματικό τοπόσημο του χωριού, προσφέρει στους επισκέπτες μια εικόνα που είναι χωρίς υπερβολή χάρμα ιδέσθαι!
Ευχαριστούμε αγαπητέ μας Σπύρο, να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς!!

Ο φόβος βρίσκεται στη ρίζα κάθε αρρώστιας, κάθε πόνου και κάθε προβλήματος.
Κοίτα πίσω από κάθε αγωνία και άγχος και θα βρεις να ελλοχεύει εκεί ο φόβος.
Ο φόβος tripάρει το μυαλό…δημιουργεί ψευδαισθήσεις αδυναμίας.
Στο τραγούδι ο στοίχος που επαναλαμβάνεται συχνά ως μοτίβο «…σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ…» δηλώνει την άρνηση της υποταγής στην συνθήκη του φόβου καθώς και την πρόθεση του Αγγελάκα να μας μάθει να «πετάμε σαν αετοί πάνω από τις λύπες μας» να μην φοβόμαστε ότι θα χαθούμε «αν απομακρυνθούμε από τον κύκλο» και να μην πιστέψουμε ποτέ οτι «είμαστε μικροί πολύ μικροί για να αλλάξουμε αυτο το σκηνικό».
Ευάγγελος Ορφανίδης Κλινικός Ψυχολόγος
Ένας ηλικιωμένος συναντά έναν νεαρό που ρωτά:
“Με θυμάσαι; ”
Και ο γέρος λέει όχι. Τότε ο νεαρός του λέει ότι ήταν μαθητής του, Και ο δάσκαλος ρωτάει:
“Τι κάνεις, τι κάνεις στη ζωή; ”
Ο νεαρός απαντά:
“Λοιπόν, έγινα δάσκαλος. ”
“αχ, πόσο καλός, σαν εμένα; ” Ρωτάει ο γέρος.
“Λοιπόν, ναι. Μάλιστα έγινα δάσκαλος επειδή με ενέπνευσες να σου μοιάσω. ”
Ο γέροντας, περίεργος, ρωτάει τον νεαρό πότε αποφάσισε να γίνει δάσκαλος. Και ο νεαρός του λέει την εξής ιστορία:
“Μια μέρα, ένας φίλος μου, επίσης φοιτητής, ήρθε με ένα ωραίο νέο ρολόι, και αποφάσισα ότι το ήθελα.
Το έκλεψα, το πήρα από την τσέπη του.
Λίγο μετά, ο φίλος μου παρατήρησε ότι έλειπε το ρολόι του και αμέσως παραπονέθηκε στον δάσκαλό μας, που ήσουν εσύ.
Στη συνέχεια απευθυνθήκατε στην τάξη λέγοντας: «Το ρολόι αυτού του μαθητή κλάπηκε σήμερα κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει. ’
Δεν το έδωσα πίσω γιατί το ήθελα.
Έκλεισες την πόρτα και είπες σε όλους μας να σηκωθούμε και να κάνουμε κύκλο.
Θα ψάχνατε τις τσέπες μας μία προς μία μέχρι να βρεθεί το ρολόι.
Μας είπατε να κλείσουμε τα μάτια, γιατί το ρολόι του θα το ψάχνατε μόνο αν είχαμε όλοι τα μάτια μας κλειστά.
Κάναμε όπως μας είπατε.
Πήγατε από τσέπη σε τσέπη, και όταν έψαξες την τσέπη μου, βρήκες το ρολόι και το πήρες. Συνέχισες να ψάχνεις τις τσέπες όλων, και όταν τελείωσες είπες «ανοίξτε τα μάτια σας. Έχουμε το ρολόι. ’
Δεν με κάρφωσες και ποτέ δεν ανέφερες το επεισόδιο. Ούτε είπες ποιος έκλεψε το ρολόι. Εκείνη τη μέρα έσωσες την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου.
Αλλά είναι και η μέρα που αποφάσισα να μην γίνω κλέφτης, κακός άνθρωπος κλπ. Ποτέ δεν είπες τίποτα, ούτε καν με μάλωσες ή με πήρες στην άκρη για να μου κάνεις μάθημα ηθικής.
Έλαβα ξεκάθαρα το μήνυμά σου.
Χάρη σε εσάς, κατάλαβα τι πρέπει να κάνει ένας πραγματικός εκπαιδευτικός.
Θυμάστε αυτό το επεισόδιο καθηγητά;
Ο παλιός καθηγητής απάντησε, «Ναι, θυμάμαι την κατάσταση με το κλεμμένο ρολόι, που έψαχνα στην τσέπη όλων. Δεν σε θυμήθηκα, γιατί έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου ψάχνοντας. ….!!!
Αυτή είναι η ουσία της διδασκαλίας:
Αν για να διορθώσεις πρέπει να ταπεινώσεις, δεν ξέρεις πώς να διδάξεις…. ”
«Σιγά-σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δύο μορφές, Χριστός και Αντίχριστος, έσμιγαν· δεν ήταν λοιπόν, ετούτοι οι δύο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό, όσο μελετούσα το έργο του αντίθεου προφήτη, [του Νίτσε] ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστικιά παράτολμη ενότητα: Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι ένα! αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω, σκαλοπάτι. Απάνω στο σκαλοπάτι ετούτο σταματούσα ανατριχιάζοντας· μια φοβερή υποψία έσκισε το νου μου: μπας και με σπρώχνει και μένα, ο ‘Αγιος αυτός Βλασφημίων, να βλαστημώ;» (Ν. Καζαντζάκη,Αναφορά στον Γκρέκο, σ. 314 – 5)


Ασφαλιστική εταιρία Μινέττα