Ο καλύτερος τρόπος για να εμποδίσεις έναν φυλακισμένο να δραπετεύσει είναι να βεβαιωθείς ότι ποτέ δεν θα μάθει ότι είναι σε φυλακή.

Ντοστογιέφσκι

Ζωή Κωνσταντοπούλου



Η Ζωή Κωνσταντοπούλου επανεμφανίστηκε με το κόμμα της. Μια άλλη Ζωή. Γλύκα, χαριτωμενιές, καρδούλα με τα χεράκια. Και αφού έγινε ντόρος, δήλωσε ότι αυτός ήταν και ο στόχος. Μια πλακίτσα, όπως αυτές που σκαρώνουν τα παιδάκια. Δηλαδή το ζητούμενο είναι ο θόρυβος; Το σόου; Προχθές ανήμερο θηρίο, χθες παιδί των λουλουδιών, σήμερα πλακατζού… Αύριο;

Ρέα Βιτάλη

Μαθαίνουμε….

Μαθαίνουμε το 10 % αυτών που διαβάζουμε το 20% αυτών που ακούμε το 30% αυτών που βλέπουμε το 50% αυτών που βλέπουμε και ακούμε το 70% αυτών που συζητούμε το 80% αυτών που βιώνουμε το 95% αυτών που διδάσκουμε στους άλλους.

Γουίλιαμ Γκλάσερ

Η ιστορία του πέναλτι!

Ως ποδοσφαιρικός όρος είναι η ποινή που επιβάλλεται κατά την κανονική διάρκεια ενός αγώνα σε περίπτωση παράβασης των κανονισμών του αθλήματος μέσα στην περιοχή της αμυνόμενης ομάδας (ανατροπή επιτιθέμενου ποδοσφαιριστή, πιάσιμο της μπάλας με το χέρι κλπ). Η εκτέλεση της «εσχάτης των ποινών», όπως μετέφραζαν παλαιότερα τον αγγλικό όρο «penalty» στα ελληνικά οι γλωσσαμύντορες, εκτελείται με σουτ (λάκτισμα) της μπάλας (σφαίρας) από παίκτη της επιτιθέμενης ομάδας προς το αντίπαλο τέρμα από απόσταση 11 μέτρων, με μόνο αμυνόμενο τον τερματοφύλακα της τιμωρημένης ομάδας.

Στα πρώτα βήματα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στην Αγγλία δεν υπήρχε ο κανονισμός του πέναλτι. Κατά τη διάρκεια των αγώνων ήταν σύνηθες φαινόμενο να γίνονται πολλά φάουλ με το χέρι από τους αμυνόμενους, προκειμένου να αποτρέψουν παραβίαση της εστίας τους. Γι’ αυτό, το 1890 ο Ιρλανδός Γουίλιαμ ΜακΚραμ, διευθυντής κλωστοϋφαντουργίας, τερματοφύλακας, αλλά και μέλος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ιρλανδίας από το 1880, σκέφτηκε τον κανονισμό του πέναλτι.

Η ιδέα δεν «περπάτησε», αλλά ένα περιστατικό που συνέβη στις 14 Φεβρουαρίου 1891, κατά τη διάρκεια του προημιτελικού αγώνα για το Κύπελλο Αγγλίας μεταξύ Στόουκ Σίτι και Νοτς Κάουντι, άλλαξε την πορεία των πραγμάτων.

Η Νοτς είχε το προβάδισμα 1-0, αλλά η Στόουκ, αναζητούσε την ισοφάριση. Ένας παίκτης της Νοτς σταμάτησε την μπάλα με το χέρι του μερικά εκατοστά από τη γραμμή του τέρματος. Δόθηκε φάουλ. Τότε, όλοι οι παίκτες της ομάδας του Νότιγχαμ τοποθετήθηκαν μπροστά από τη γραμμή του τέρματος, ο τερματοφύλακας απέκρουσε και η Στόουκ έχασε το παιχνίδι.

Όμως, το αποτέλεσμα θεωρήθηκε άδικο. Και γι’ αυτό μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 2 Ιουνίου 1891, σ’ ένα ξενοδοχείο στη Γλασκόβη, υιοθετείται επισήμως από τη Διεθνή Ένωση Ποδοσφαίρου, την οποία αποτελούσαν οι ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες Αγγλίας, Σκωτίας, Ουαλίας και Ιρλανδίας, ο κανονισμός του πέναλτι.

Οἱ δυ­ὸ παλ­λη­κα­ρά­δες

Θα­νά­σης Μα­νι­φά­βας

Οἱ δυ­ὸ παλ­λη­κα­ρά­δες

Ι ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ καὶ τὰ πεί­σμα­τα, τὰ δι­κά μου καὶ τοῦ Βα­σί­λη, τοῦ κα­λύτε­ρού μου φί­λου τῶν παι­δι­κῶν χρό­νων, συ­χνὰ ἔ­φερ­ναν σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση καὶ τοὺς γο­νεῖς μου καὶ τοὺς γο­νεῖς τοῦ Βα­σί­λη. Μὲ τὸ Βα­σί­λη μέ­να­με δί­πλα δί­πλα, πη­γαί­να­με στὸ ἴ­διο σχο­λεῖ­ο καὶ στὸ ἴ­διο τμῆ­μα, μα­ζὶ παί­ζα­με, μα­ζὶ δι­α­βά­ζα­με, μα­ζὶ περ­νά­γα­με τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες. Φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­λει­παν οἱ τσα­κω­μοὶ καὶ οἱ καυ­γά­δες· ὅ­σο αὐ­τὰ ἔ­με­ναν σὲ φρα­στι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, οἱ γο­νεῖς καὶ τῶν δύ­ο πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν σὲ νου­θε­σί­ες ἢ ἐ­πι­πλή­ξεις. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­περ­νᾶ­νε αὐ­τὸ τὸ στά­διο, οἱ γο­νεῖς μας συ­νεν­νο­ή­θη­καν καὶ ὁ κὺρ- Μι­χά­λης, ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Βα­σί­λη, ἀ­νέ­λα­βε τὰ πε­ραι­τέ­ρω.

        Σὲ πρώ­τη φά­ση ἕ­να βρά­δυ μᾶς κά­λε­σε καὶ μᾶς δή­λω­σε πο­λὺ αὐ­στη­ρὰ ὅ­τι, ἂν συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, θὰ μᾶς φά­ει καὶ τοὺς δύ­ο τὸ μαῦ­ρο φί­δι…

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς μέ­ρες ὁ κὺρ-Μι­χά­λης μὲ ξα­να­κά­λε­σε στὸ σπί­τι του· ὁ λό­γος ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ Βα­σί­λης εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι κι ἐ­γὼ μὲ σκι­σμέ­νο μά­γου­λο. Αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ὁ κὺρ-Μι­χά­λης δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ τὸ δι­α­πί­στω­σε μό­λις μὲ εἶ­δε καὶ φυ­σι­κὰ κα­τά­λα­βε.

        Ἐ­γὼ πῆ­γα προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος γιὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα· φυ­σι­κὰ πο­τὲ δὲν εἶ­χα δι­α­νο­η­θεῖ νὰ ἀν­τι­δρά­σω οὔ­τε κὰν νὰ ἀν­τι­μι­λή­σω. Ἄλ­λω­στε καὶ στὸ πα­ρελ­θὸν μὲ εἶ­χε μα­λώ­σει πολ­λὲς φο­ρὲς καὶ δὲν ἔ­βγα­λα κου­βέν­τα. Ἡ στά­ση μου αὐ­τή, ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ σε­βα­σμοῦ ποὺ ἔ­τρε­φα γιὰ τὸν πα­τέ­ρα τοῦ φί­λου μου.

        Ὁ κὺρ-Μι­χά­λης ἔ­κα­νε ἕ­να σκλη­ρὸ ἀ­γώ­να ἐ­πι­βί­ω­σης· ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὡς τὸ βρά­δυ ἔ­κα­νε με­τα­φο­ρὲς μὲ ἕ­να τρί­κυ­κλο πα­ρὰ τὴ σω­μα­τι­κή του ἀ­να­πη­ρί­α (ἦ­ταν κου­τσός). Ξε­περ­νοῦ­σε ὅ­μως τὴ σκλη­ρό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς του μὲ λε­βεν­τιὰ καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια, ἦ­ταν πρό­σχα­ρος, ἀ­γα­πη­τὸς σὲ ὅ­λους καὶ ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ ἴ­διος, ἕ­ναν ἐ­χθρὸ εἶ­χε μό­νο, τὴ μι­ζέ­ρια.

        Μπῆ­κα, λοι­πόν, μὲ κα­τε­βα­σμέ­να μά­τια στὸ δω­μά­τιο ποὺ βρί­σκον­ταν ὁ κὺρ-Μι­χά­λης κι ὁ Βα­σί­λης. Εἶ­πα δει­λὰ κα­λη­σπέ­ρα.

        — Κά­θι­σε, ἀ­γό­ρι μου, εἶ­πε κι ἀ­μέ­σως ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὴ γυ­ναί­κα του, «Μα­ρί­κα, ἔ­χεις κά­να γλυ­κὸ νὰ κε­ρά­σεις τὰ παι­διά;».

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, δὲ θέ­λω, εἶ­πα.

        — Ὄ­χι, θὰ φᾶ­τε πρῶ­τα ἕ­να γλυ­κό, για­τί ἐ­γὼ σή­με­ρα ἔ­χω σκο­πὸ νὰ σᾶς πι­κρά­νω.

        Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς τρώ­γα­με τὸ γλυ­κό, ὁ κὺρ-Μι­χά­λης ἄρ­χι­σε νὰ μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται μὲ τρό­πο ἀ­βί­α­στο καὶ πα­ρα­στα­τι­κό, πὼς πέ­ρα­σε τὴ μέ­ρα του, τί ἀ­γώ­ια ἔ­κα­νε, τί προ­βλή­μα­τα καὶ δυ­σκο­λί­ες ἀν­τι­με­τώ­πι­σε, χω­ρὶς νὰ πα­ρα­λεί­πει οὔ­τε λε­πτο­μέ­ρει­ες….

        Σὰν τε­λεί­ω­σε εἶ­πε: Τὸ ἴ­διο σκλη­ρή, φαν­τά­ζο­μαι, ἦ­ταν κι ἡ μέ­ρα γιὰ τὸ Στά­θη (τὸν πα­τέ­ρα μου). Καὶ τὸ βρά­δυ γυρ­νᾶ­με κι οἱ δυ­ὸ ξε­θε­ω­μέ­νοι στὸ σπί­τι μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ ξε­κου­ρα­στοῦ­με, νὰ ἠ­ρε­μή­σου­με, ν’ ἀ­κού­σου­με μιὰ γλυ­κιὰ κου­βέν­τα κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ στὸ σπί­τι μᾶς πε­ρι­μέ­νουν τὰ παι­διὰ μας σα­κα­τε­μέ­να, σὰ νὰ γύ­ρι­σαν ἀ­πὸ πό­λε­μο. Ὁ­ρί­στε χά­λια!

        — Θὰ δε­χτεῖ­τε τὴν τι­μω­ρί­α ποὺ θὰ σᾶς βά­λω;

        — Ναὶ εἴ­πα­με φο­βι­σμέ­να κι οἱ δύ­ο, βέ­βαι­οι γιὰ τὴν τι­μω­ρί­α ποὺ μᾶς πε­ρί­με­νε.

        — Λοι­πόν, ἡ τι­μω­ρί­α σας εἶ­ναι νὰ μοῦ ρί­ξει ὁ κα­θέ­νας σας ἀ­πὸ πέν­τε χα­στού­κια.

        Πα­ρὰ τὴν ἔκ­πλη­ξη, ἀ­πὸ δι­αί­σθη­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­τα­λά­βα­με τὸ με­γα­λεῖ­ο ποὺ ἔ­κρυ­βε μέ­σα της αὐ­τὴ ἡ ἀ­γράμ­μα­τη, βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χὴ καὶ κά­να­με ἕ­να βῆ­μα πί­σω.

        — Τὸ ἀν­τί­θε­το τὸ δέ­χο­μαι, εἶ­πα ἐ­γώ, αὐ­τὸ ὄ­χι.

        — Κι ἐ­γώ, συμ­πλή­ρω­σε ὁ Βα­σί­λης.

        — Ναί, ρὲ παι­διά, ἀλ­λὰ ποῦ θὰ ξα­να­βρεῖ­τε τέ­τοι­α εὐ­και­ρί­α; Γιὰ νὰ βο­λεύ­ε­στε, θὰ κα­θί­σω στὴν κα­ρέ­κλα, ὥ­στε νὰ μὲ φτά­νε­τε. Θυ­μη­θεῖ­τε πό­σες φο­ρὲς σᾶς μά­λω­σα, ἐ­πει­δὴ κά­να­τε δι­α­ο­λι­ές. Ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα θὰ ξέ­ρε­τε ὅ­τι γιὰ κά­θε τέ­τοι­α δι­α­ο­λιά, θὰ μοῦ ρί­χνει ὁ κα­θέ­νας σας πέν­τε χα­στού­κια. Γιὰ κοι­τάξ­τε μά­γου­λο, εἶ­πε ἐκ­θέ­τον­τας τὸ μα­κρύ, ἡ­λι­ο­κα­μέ­νο πρό­σω­πό του.

        Σὲ κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο τοὺς δυ­ὸ παλ­λη­κα­ρά­δες τοὺς πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα κι οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ες μας ἐ­ξα­σφά­λι­σαν τὴ διὰ βί­ου εἰ­ρή­νη τῶν παι­δι­ῶν τους.

Μου φαίνεται πως το δεύτερο μισό της ζωής ενός ανθρώπου δεν αποτελείται από τίποτε άλλο παρά από τις συνήθειες που μάζεψε στο πρώτο μισό…

Ντοστογιέφσκι