Παύλος Μπακογιάννης

 

 

Παύλος Μπακογιάννης (1935 – 1989)

Παύλος Μπακογιάννης (1935 – 1989)    Δημοσιογράφος, πολιτικός επιστήμονας και βουλευτής με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Δολοφονήθηκε από την τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 στην Αθήνα.

Ο Παύλος Μπακογιάννης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου στα Βελωτά της Ευρυτανίας. Πατέρας του ήταν ο ιερέας του χωριού Κώστας Μπακογιάννης. Λόγω του εμφυλίου πολέμου, φοίτησε στα γυμνάσια Αγρινίου, Θέρμου, Καρπενησίου και Πάτρας. Η τραγωδία του εμφυλίου, που την έζησε από κοντά σ’ ένα από τα κυριότερα θέατρά της, άφησε στην ψυχή τού νεαρού παιδιού ανεξίτηλα ίχνη.

Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στην Πάντειο, ενώ παράλληλα υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο Λιμενικό Σώμα. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δυτική Γερμανία και ανακηρύχθηκε διδάκτορας Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Κωνσταντίας.Δίδαξε στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου και στη Σχολή Δημοσιογραφίας τού Μονάχου και διηύθυνε για δέκα χρόνια το ελληνόφωνο πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας της Βαυαρίας, που αναμεταδιδόταν στην Ελλάδα μέσω της «Ντόιτσε Βέλε». Λόγω της αντιδικτατορικής του δράσης την περίοδο της δικτατορίας, στερήθηκε της ελληνικής υπηκοότητας και του παραχωρήθηκε πολιτικό άσυλο στη Δυτική Γερμανία. Σύμφωνα με μαρτυρία της συζύγου του Ντόρας Μπακογιάννη, το 1970 τοποθετήθηκε βόμβα στο σπίτι του στο Μόναχο και όπως του είχε πει η γερμανική αστυνομία υπεύθυνες ήταν οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες της εποχής.

Στην περίοδο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή διετέλεσε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΕΙΡΤ (νυν ΕΡΤ). Τον Δεκέμβριο του 1974 νυμφεύτηκε την Ντόρα Μητσοτάκη, κόρη του πολιτικού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, την Αλεξία (γ. 1976) και τον Κώστα (γ. 1978).

Στη συνέχεια εργάστηκε ως πολιτικός σχολιαστής στην εφημερίδα «Το Βήμα» και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικά τηλεοπτικά ιδρύματα και έντυπα του εξωτερικού. Το 1982 ανέλαβε την ευθύνη για την έκδοση τού εβδομαδιαίου περιοδικού «Ένα», ιδιοκτησίας του τραπεζίτη Γιώργου Κοσκωτά. Παρέμεινε στο περιοδικό ως εκδότης – διευθυντής έως την απόλυσή του τον Φεβρουάριο του 1985, όταν ο μετέπειτα μεγαλοαπατεώνας άρχισε να φλερτάρει με το ΠΑΣΟΚ.

Εκτός από την πληθώρα άρθρων που δημοσίευσε σε ελληνικά και γερμανικά μέσα, έγραψε τα βιβλία «Στρατοκρατία στην Ελλάδα», που εκδόθηκε στα Γερμανικά στη Δυτική Γερμανία το 1972, και «Ανατομία τής ελληνικής πολιτικής», που εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1977.

Από τον Νοέμβριο του 1985 έως τον Δεκέμβριο του 1986 ήταν πολιτικός σύμβουλος του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και από τους πρωτεργάτες της πολιτικής τού κόμματος για την εθνική συμφιλίωση. Στις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 εξελέγη βουλευτής στη μονοεδρική περιφέρεια της Ευρυτανίας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.Ο Παύλος Μπακογιάννης δολοφονήθηκε στις 26η Σεπτεμβρίου 1989, την ημέρα που η Βουλή επρόκειτο να αποφασίσει αν θα παρέπεμπε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά, στο πλαίσιο της λεγόμενης «Κάθαρσης» ή «Βρώμικου 89» κατ’ άλλους.

Στις 7:58 το πρωί, πυροβολήθηκε από μία ομάδα τριών ενόπλων στην είσοδο του γραφείου του στην οδό Ομήρου στο Κολωνάκι. Διακομίστηκε βαρύτατα τραυματισμένος στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου εξέπνευσε μία ώρα αργότερα. Σύμφωνα με μαρτυρία της συζύγου του στη δίκη της 17Ν, ο Παύλος Μπακογιάννης είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ της δολοφονίας του στα γραφεία του Συνασπισμού (νυν ΣΥΡΙΖΑ) κι έτσι το επίμαχο πρωινό είπε στον φρουρό του να μην τον συνοδεύσει ως το γραφείο του στο Κολωνάκι.

Την ίδια μέρα, σε πρωινή συνεδρίαση της Βουλής που μεταδιδόταν την ίδια ώρα από την τηλεόραση, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, χειροκροτούμενος απ’ όλες τις πτέρυγες, ευχήθηκε: «Να είναι το αίμα τού Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο που χύνεται άδικα σ’ αυτόν τον τόπο».

Την ευθύνη για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη ανέλαβε με 12σέλιδη προκήρυξή της, που εστάλη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», στις 9 Οκτωβρίου 1989, η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη». Στην προκήρυξή της με τίτλο «Άρχισε η κάθαρση» αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι «Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής, αλλά και για τις εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Γραμμής, αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης».

Για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη καταδικάστηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 2003, από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, σε ισόβια κάθειρξη ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο Ηρακλής Κωστάρης και ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος και σε 15 χρόνια κάθειρξη ο Σάββας Ξηρός και ο Βασίλης Τζωρτζάτος.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

 

Ο Κασελάκης και ο «κανένας»

•Το περιβάλλον μου δεν μασάει λόγια. Και τι δεν του σούρνουν. Δεν τα λένε δυνατά γιατί δεν είναι στο φορτε τους ο τραχύς δημόσιος λόγος. Τα λενε όμως ιδιωτικά. Φυτευτός,βαλτός,άσχετος,φούσκα,μιντιακό δημιουργημα, ένα τίποτα που εισέβαλε στη πολιτική για να διαλύσει την αριστερά,αχυράνθρωπος των Αμερικανών και του προδομένου Τσίπρα. Λέω τα light αστα τα άλλα. Το πιο σκληρό κείμενο που διάβασα είναι του Χάρη Αναστασιαδη της ανανεωτικής αριστεράς.Ιδου:


«Και αν ο παλιός ήταν τουλάχιστον αυθεντικός, βγαλμένος μέσα από το καμίνι της Αριστεράς και των κινημάτων, ο νέος δεν είναι παρά ένα άδειο κέλυφος, ένα κύμβαλο αλαλάζον που φλερτάρει με τη γελοιότητα, ένα κενό σημαίνον όπου ο κάθε απελπισμένος ακουμπά τις ανεδαφικές προσδοκίες του. Και όσα δεν ελέγχουν οι σύμβουλοι επικοινωνίας που τον πλαισιώνουν, όσα δεν υποδύεται άτεχνα σαν πρωταγωνιστής σαπουνόπερας, όσα δηλαδή ξεστομίζει αυθόρμητα ο ίδιος, θυμίζουν επικίνδυνα την αμερικανική alt right: το φως απέναντι στο σκοτάδι, ο επιδεικτικός πατριωτισμός, η αδιαμεσολάβητη σχέση με το λαό, η χρήση της οικογένειας με τρόπο που εκβάλλει στο βασίλειο της Αννίτας Πάνια και άλλα συναφή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, μα επαναλαμβάνεται καταφανώς ως φάρσα».


•Σε όλους αυτούς αντιπαραθέτω τον Οδυσσέα και την πανάρχαιη σοφια της Ελλάδας. Όταν ξεγέλασε τον Κύκλωπα λέγοντας πως το όνομα του ειναι «Κανένας».Έτσι με λέει ο κύρης μου κι οι σύντροφοι μου ποιεί ο στίχος της ραψωδίας. Ο «Κανενας» νίκησε τον πανίσχυρο και την υπέρτερη ρωμη με οπλο την ευφυΐα η την πονηριά , αν θέλετε. Αυτό είναι το δίδαγμα του Οδυσσέα και της επιβιωσης στις παγιδες της θάλασσας που τον χώριζαν απ την Ιθάκη και την γηραιά ήδη, πανέμορφη κάποτε και πιστή , Πηνελοπη ,που αποδιωκε τους εμμονικους μνηστήρες. Δεν είναι βέβαια όλοι Οδυσσεις αλλα μερικοί μπορεί και να είναι.Δεν είναι και όλοι κύκλωπες,Πολυφημοι,αλλα μπορούν να θέλουν η να φαντασιώνουν ότι είναι.
•Κανένας λοιπόν. Η ο κ.Τίποτα που έλεγε ο Παγκαλος με αποτέλεσμα ο Τίποτα να γίνει ο κ.Κάτι.

Πάνος Μπιτσαξής

Αν αισθάνεσαι μοναξιά όταν είσαι μόνος, έχεις κακή παρέα*

*Ζαν-Πολ Σαρτρ, μια ιδιαίτερη μορφή στον κόσμο της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας, άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στον 20ό αιώνα με τις πρωτοποριακές ιδέες και το παραγωγικό συγγραφικό του έργο.

Τσόμσκι vs Ζίζεκ: ο πόλεμος των αριστερών διανοουμένων…

Πηγή:Γρηγόρης Μπέκος /Βήμα

Τσόμσκι vs Ζίζεκ: ο πόλεμος των αριστερών διανοουμένων

Ο Αμερικανός Νόαμ Τσόμσκι από τη μία – ο ηπίως αναρχικός γλωσσολόγος αλλά και μαχητικός ακτιβιστής κατά του ιμπεριαλισμού – και ο Σλοβένος Σλαβόι Ζίζεκ από την άλλη – ο πληθωρικός κομμουνιστής ψυχαναλυτής

Ο Αμερικανός Νόαμ Τσόμσκι από τη μία –ο ηπίως αναρχικός γλωσσολόγος αλλά και μαχητικός ακτιβιστής κατά του ιμπεριαλισμού –και ο Σλοβένος Σλαβόι Ζίζεκ από την άλλη –ο πληθωρικός κομμουνιστής ψυχαναλυτής που έχει χαρακτηριστεί από φιλοσοφικός «γίγαντας της Λιουμπλιάνας»ως «Ελβις Πρίσλεϊ της πολιτισμικής θεωρίας» –είναι αναμφιβόλως τα πλέον αναγνωρίσιμα «εικονίσματα» της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Οι παρεμβάσεις τους είναι τακτικότατες και συζητούνται ευρέως. Οι απόψεις τους «δίνουν γραμμή», καταπώς λέμε, σε πολιτικά κόμματα, φορείς και ετερόκλητες συλλογικότητες ανά τον κόσμο –η Ελλάδα βεβαίως δεν αποτελεί εξαίρεση, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ, η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, έχει εναγκαλιστεί δημοσίως με τις μεταμαρξιστικές αναλύσεις του.

Προσφάτως οι δύο στοχαστές εζήλωσαν τη δόξα των κοκόρων και αναλώθηκαν σε μια ψηφιακή σύγκρουση που δεν αφορούσε καθόλου την Αριστερά ή τα προβλήματά της αλλά κλιμακώθηκε αποκλειστικώς επί του προσωπικού. O χρόνος είναι σχετικός και με το Διαδίκτυο γίνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη σχετικότερος. Ολα ξεκίνησαν τον περασμένο Ιούνιο, όταν εμφανίστηκε στο YouTube το απόσπασμα μιας συνέντευξης που είχε δώσει ο 85χρονος Νόαμ Τσόμσκι στο «Veterans Unplugged» τον Δεκέμβριο του 2012. Του ζήτησαν να σχολιάσει, μεταξύ άλλων, το έργο των Ζακ ΝτεριντάΖακ Λακάν και του 64χρονου επιγόνου τους Σλαβόι Ζίζεκ. Ο Τσόμσκι, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ θαυμαστής του γαλλικού δομισμού και μεταδομισμού –ακόμη κι όταν αυτές οι θεωρίες ήταν κάποτε της μόδας (και) στις ΗΠΑ, είναι άλλωστε πασίγνωστη η δημόσια αντιπαράθεσή του με τον Μισέλ Φουκό-, απασφάλισε. «Δεν με ενδιαφέρει η πόζα –να χρησιμοποιώ φαντεζί πολυσύλλαβους όρους και να καμώνομαι ότι έχω μια θεωρία όταν δεν έχω». Δεν υπάρχει κανένα σοβαρό θεωρητικό σχήμα σε όλα αυτά τα πράγματα, είπε ο Τσόμσκι, προτάσσοντας τις «εμπειρικά ελέγξιμες» υποθέσεις των «σκληρών επιστημών» και μια θεωρία τόσο λογικά επεξεργασμένη ώστε να μπορεί να την παρακολουθήσει χωρίς πρόβλημα ακόμη και ένα δωδεκάχρονο παιδί μέσα σε πέντε λεπτά. «Ενα ακραίο παράδειγμα είναι ο Σλαβόι Ζίζεκ» συνέχισε ο ίδιος, καθώς «δεν καταλαβαίνω τίποτε από αυτά που λέει».

Η απάντηση του ομότιμου καθηγητή στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), που έχει καταθέσει τα επιστημονικά του διαπιστευτήρια με τη «Λογική δομή της γλωσσολογικής θεωρίας» (1955), πέρασε απαρατήρητη στην αρχή, ώσπου να αναπαραχθεί μαζικά από διάφορα ιστολόγια ανάλογου ενδιαφέροντος και να προκαλέσει μίνι αριστερούς εμφυλίους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάπως έτσι, και με καθυστέρηση, έφθασαν τα μαντάτα και στον ενδιαφερόμενο. Τον περασμένο Ιούλιο εμφανίστηκε (και πάλι στο YouTube) η απάντηση του Σλαβόι Ζίζεκ που δόθηκε στο πλαίσιο μιας ανοιχτής συζήτησης στο περίφημο κολέγιο Μπίρμπεκ του Λονδίνου. Ο τελευταίος, αφού πρώτα εξέφρασε τον «βαθύ σεβασμό» του στον Τσόμσκι, άσκησε κριτική στην «εμπειρική μέθοδο» της πολιτικής του ανάλυσης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να πει ότι «δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει πέσει εμπειρικά περισσότερο έξω από αυτόν». 

Αν κάποιος σχολίαζε τα τεκταινόμενα στο Twitter επί παραδείγματι, θα μπορούσε να πει ότι ο «περφόρμερ» Ζίζεκ –που παίζει τη μαζική κουλτούρα στα δάχτυλα –«τρόλαρε» κανονικότατα τον Τσόμσκι επικαλούμενος ένα άρθρο του από το μακρινό 1977 στο «Nation», την αριστερή ναυαρχίδα του αμερικανού περιοδικού τύπου. Ο Ζίζεκ άρχισε να σχολιάζει κάποιες διφορούμενες παρατηρήσεις του Τσόμσκι σε ένα κείμενο που είχε συνυπογράψει με τον οικονομολόγο Εντουαρντ Χέρμαν σχετικά με τις (εν εξελίξει τότε) φοβερές σφαγές του κομμουνιστή Πολ Ποτ στην Καμπότζη. Οι συγγραφείς έκαναν (τότε) λόγο για «φερόμενες» ωμότητες των Ερυθρών Χμερ και υποστήριζαν ότι τα θύματά τους δεν ξεπερνούσαν τις μερικές χιλιάδες όταν, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ανέρχονταν σε περίπου 1,7 εκατομμύρια. Ο Τσόμσκι επανήλθε στα τέλη Ιουλίου αναρτώντας στον ιστότοπο «Znet» ένα κείμενο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Fantasies» στο οποίο και απαντά ότι ο Ζίζεκ απλώς αναπαράγει την προπαγάνδα της (τότε) αμερικανικής κυβέρνησης, χρεώνοντάς του παραλλήλως ότι επικεντρώνεται στα «άξια θύματα» των ΗΠΑ και στα «ανάξια θύματα» των συμμάχων τους (π.χ. Ανατολικό Τιμόρ).

Η μεγαλύτερη μομφή ωστόσο από την πλευρά του Σλοβένου προς τον Αμερικανό είναι ότι ο δεύτερος δεν πολυσκαμπάζει ή είναι κάπως απόμακρος από τους προβληματισμούς που εγείρει «Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας», για να θυμηθούμε και ένα πολυσυζητημένο βιβλίο του. Επομένως πού καταλήγουμε; Πουθενά, γιατί ακριβώς όλα αυτά είναι ξεπερασμένα, «εκτός εποχής» όπως έγραψε ο Τζόσουα Κλόβερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, επίσης στο περιοδικό «Nation» πριν από λίγες ημέρες. Στο ίδιο μήκος κύματος –χωρίς όμως να απλουστεύει τις θέσεις των δύο διανοητών, όπως έκαναν αρκετοί –ο Γκρεγκ Μπάρις επιχείρησε στον ιστότοπο «New Left Project» να κατευνάσει τα πνεύματα στο όνομα μιας πελαγωμένης σήμερα Αριστεράς. «Οι δύο αντίπαλοι φαίνεται ότι μιλούν χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν ο ένας τον άλλο, αρθρώνοντας ο ένας τα επιχειρήματά του σε μια γλώσσα που ο άλλος δεν ενδιαφέρεται να καταλάβει» έγραψε ο ίδιος, υπενθυμίζοντας και το χάος που μεσολαβεί ανάμεσα στην «αναλυτική φιλοσοφία» της αγγλοσαξονικής παράδοσης και την «ηπειρωτική φιλοσοφία» της γαλλογερμανικής παράδοσης. Υπογράμμισε δε ότι μια τέτοια διαμάχη «μπορεί να μας αποσπάσει από τις αποτρόπαιες πραγματικότητες του σύγχρονου κόσμου» και γι’ αυτό «θα ήταν καλύτερο απλώς να την ξεχάσουμε».

Βήμα, ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ