


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Η φράση μοιάζει με γρίφο, αλλά κρύβει μια από τις πιο γοητευτικές ιδέες της σύγχρονης κοσμολογίας. Πώς γίνεται κάτι να έχει τέλος, αλλά να μην έχει… άκρη;
Στην καθημερινότητά μας, ό,τι είναι πεπερασμένο έχει και ένα σύνορο: ένα δωμάτιο έχει τοίχους, μια λίμνη έχει όχθη. Η γεωμετρία όμως έχει άλλη άποψη, και το καλύτερο παράδειγμα είναι ο πλανήτης μας:
Έχει συγκεκριμένο μέγεθος; Ναι (πεπερασμένο).
Έχει κάπου γκρεμό ή «άκρη»; Όχι (χωρίς όρια).
Αν αρχίσεις να περπατάς ευθεία, δεν θα πέσεις ποτέ στο κενό. Απλώς, κάποια στιγμή, θα επιστρέψεις εκεί που ξεκίνησες. Αυτό συμβαίνει επειδή η επιφάνεια της Γης είναι καμπυλωμένη.
Βασισμένοι στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein, οι επιστήμονες υπέθεσαν ότι το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με το Σύμπαν. Ο χώρος μπορεί να μην είναι ένα απέραντο άδειο κουτί, αλλά να καμπυλώνεται από την ύλη και την ενέργεια.
Αν ταξιδέψεις αρκετά μακριά στο διάστημα, θεωρητικά ίσως να μην βρεις ποτέ ένα «τείχος» όπου τελειώνει η δημιουργία, αλλά να καταλήξεις στο σημείο εκκίνησής σου.
Η σύγχρονη επιστήμη δεν έχει απαντήσει ακόμα με βεβαιότητα αν το Σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι ο κόσμος μας είναι σχεδόν «επίπεδος», αλλά μπορεί απλώς να είναι τόσο τεράστιος που η καμπυλότητά του να μας διαφεύγει.
Η φράση «πεπερασμένο αλλά δίχως όρια» δεν αφορά μόνο τα αστέρια. Είναι και μια υπενθύμιση για εμάς τους ίδιους: η ζωή μας μπορεί να έχει όρια, αλλά η σκέψη μας είναι ελεύθερη να ταξιδεύει στο άπειρο!
Μάνα, μητέρα, μαμά. Μια διεθνής λέξη. Σχεδόν η πρώτη που μαθαίνουμε σε κάθε ξένη γλώσσα. Με ρίζα κοινή. Μια λέξη που μοιάζει να συνδέει όχι μόνο όλους τους ανθρώπους, αλλά και όλους τους λαούς. Άραγε ο τρόπος που αποκαλούμε τη μητέρα μας, μετά την ενηλικίωσή μας –αν δηλαδή είναι η μάνα, η μητέρα ή η μαμά– δείχνει κάτι;
Η προσφώνηση αλλάζει κατά περίσταση και κατά ηλικιακή περίοδο. Όπως αλλάζει και το πώς προσφωνούμε το παιδί μας, αναλόγως του συναισθήματος και της στιγμής. Έτσι κι αλλιώς, οι λέξεις είναι τα μάτια της ψυχής και της στιγμής. Τι υποδηλώνει όμως η κάθε προσφώνηση;
Το πιο τρυφερό απ’ όλα, το πιο γνήσιο. Φωνάζει ανάγκη, χωρίς φίλτρα και εφέ, μοιάζει να λέει: «Δέξου με όπως είμαι». Λέξη που ακόμη και… δράκος να την πει με βροντερή φωνή, πάλι τρυφερά θα ακουστεί. Όταν όμως το παρακάνουμε στη χρήση της ως ενήλικες, υποδηλώνει την πιθανότητα εξάρτησης στη σχέση. Θυμηθείτε τον αντίστοιχο ήρωα του Καραγκιόζη!
Εικονογράφηση: Χριστίνα Αβδίκου
Η λέξη χρησιμοποιείται σε περιστάσεις που θέλουμε να δείξουμε μια απόσταση, αλλά ταυτόχρονα υπονοεί «σ’ έχω ανάγκη ακόμη και δεν διστάζω να το εκφράσω». Όπως στο «μάνα, σιδέρωσέ μου το πουκάμισο».
Από τη μία δείχνω τη δύναμή μου, από την αναρωτιέμαι: Σε χρειάζομαι ή δεν σε χρειάζομαι; Σα να δοκιμάζω τα φτερά μου…Βέβαια, δεν είναι κακό κάποτε ν’ αρχίσεις να δοκιμάζεις και να σιδερώσεις!
Οι κόρες μας το λένε όταν θυμώνουν με κάτι που κάναμε, βάζοντας πρόσκαιρα μια απόσταση ασφαλείας και για τις δυο μας, μαδώντας παραλλήλως άλλες… μαργαρίτες, όπως το «να θυμώσω ή να μη θυμώσω μαζί σου;».
Σε υπολογίζω σαν κάτι ιερό, ψηλά και να ίπταται σαν αερόπλοιο, που δεν με νοιάζει όμως να το φτάσω, δεν το έχω ίσως και τόσο προφανή ανάγκη όπως παλιά. Ξέρω ότι μπορώ να πετάξω πια, επίσημα το παραδέχομαι.
«Μητέρα», θυμάμαι, αποκαλούσε ο πατέρας μου την πεθερά του, τη γιαγιά μου την Αναστασία, εκφράζοντας πιθανώς το ιερό άλλα και το εύθραυστο που είχε η σχέση, με τον φόβο μην… πέσει και σπάσει.
«Μητέρα» σε αποκαλούσα μπροστά σε τρίτους, όταν ήθελα να πιστοποιήσω –στο μυαλό μου– ότι μεγάλωσα ή να δώσω επισημότητα στο λειτούργημα. Όμως τα λειτουργήματα δεν έχουν ανάγκη από βαρύγδουπους τίτλους, συχνά μοιάζουν με ευεργέτη που δεν θέλει επουδενί να ακουστεί το όνομά του.
Κι όταν φύγει από τη ζωή, «έφυγε η μητέρα μου» λέμε, σαν να θέλουμε να το πιστέψουμε, κρατώντας ταυτόχρονα το συναίσθημα σε αναμονή – λες και την ξεπροβοδίσαμε σε ταξίδι αλέ ρετούρ.









Ο αείμνηστος Βασίλης Μπάρλος, ο Πατρινός, και η Μαίρη Βούλγαρη
Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης:
Οι λέξεις «σχόλη» και «σχολή» έχουν κοινή καταγωγή και αρχικά σχεδόν ταυτίζονταν νοηματικά.
Η αρχαία ελληνική λέξη «σχόλη» σήμαινε πρώτα απ’ όλα την ανάπαυλα από την εργασία, τον ελεύθερο χρόνο, τη δυνατότητα να μην είσαι απορροφημένος στις βιοτικές μέριμνες. Από αυτήν ακριβώς την έννοια προήλθε και η ιδέα της πνευματικής ενασχόλησης: όταν ο άνθρωπος είχε «σχόλη», μπορούσε να συζητήσει, να φιλοσοφήσει, να μάθει.
Γι’ αυτό και η λέξη κατέληξε να σημαίνει τον τόπο της μάθησης, δηλαδή τη σημερινή «σχολή» και αργότερα το «σχολείο».
Αντίθετα, η λέξη «ασχολία» σήμαινε την έλλειψη σχολής, δηλαδή την αδιάκοπη ενασχόληση με πρακτικά ζητήματα και εργασίες. Είναι εντυπωσιακό ότι οι αρχαίοι δεν όριζαν τον ελεύθερο χρόνο ως διάλειμμα από την εργασία, αλλά συχνά έβλεπαν την εργασία ως στέρηση της «σχολής».
Τελικά δεν είναι τυχαίο ότι ο πολιτισμός, η φιλοσοφία και η παιδεία γεννήθηκαν όχι μέσα στη βιασύνη της παραγωγής, αλλά μέσα στον χρόνο της «σχόλης».
Σε μια εποχή όπου ο ελεύθερος χρόνος έχει οργανωθεί σχεδόν με την ίδια αυστηρότητα όπως και η εργασία, ο Γερμανός φιλόσοφος Josef Pieper* μάς θυμίζει κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: η πραγματική ανάπαυλα δεν είναι η διασκέδαση ούτε η κατανάλωση χρόνου, αλλά μια εσωτερική στάση στοχασμού και δεκτικότητας.
Στο έργο του Leisure: The Basis of Culture υποστηρίζει πως ο άνθρωπος δεν ευδοκιμεί μόνο με περισσότερη εργασία ή καλύτερες υλικές συνθήκες. Χρειάζεται στιγμές όπου δεν «κατακτά» τον κόσμο αλλά τον θαυμάζει. Οι αρχαίοι άλλωστε θεωρούσαν τη «σχόλη» όχι απλώς ξεκούραση, αλλά χρόνο αφιερωμένο στη μάθηση, στη συζήτηση και στο φιλοσοφείν.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να γεμίζει κάθε κενό με δραστηριότητες. Κι όμως, ίσως οι πιο γόνιμες στιγμές της ζωής γεννιούνται όταν αφήνουμε χώρο για το «θαυμάζειν» — όταν κοιτάζουμε ένα λουλούδι, ένα τοπίο ή έναν άνθρωπο χωρίς τη διάθεση να τα χρησιμοποιήσουμε, αλλά μόνο να τα αφουγκραστούμε.
Πρέπει να μην στηριζόμαστε μόνο στην παραγωγή και την κατανάλωση, αλλά και στην ικανότητά μας να βλέπουμε, να στοχαζόμαστε και να ανακαλύπτουμε το θαυμαστό μέσα στο συνηθισμένο!
*Γερμανός καθολικός φιλόσοφος και από τους σημαντικότερους νεοτομιστές του 20ού αιώνα. Με το έργο του συνέβαλε στη γέφυρα μεταξύ της κλασικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής θεολογίας, επηρεάζοντας ευρέως τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή σκέψη.