
Ο αείμνηστος Βασίλης Μπάρλος, ο Πατρινός, και η Μαίρη Βούλγαρη

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο αείμνηστος Βασίλης Μπάρλος, ο Πατρινός, και η Μαίρη Βούλγαρη
Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης:
Οι λέξεις «σχόλη» και «σχολή» έχουν κοινή καταγωγή και αρχικά σχεδόν ταυτίζονταν νοηματικά.
Η αρχαία ελληνική λέξη «σχόλη» σήμαινε πρώτα απ’ όλα την ανάπαυλα από την εργασία, τον ελεύθερο χρόνο, τη δυνατότητα να μην είσαι απορροφημένος στις βιοτικές μέριμνες. Από αυτήν ακριβώς την έννοια προήλθε και η ιδέα της πνευματικής ενασχόλησης: όταν ο άνθρωπος είχε «σχόλη», μπορούσε να συζητήσει, να φιλοσοφήσει, να μάθει.
Γι’ αυτό και η λέξη κατέληξε να σημαίνει τον τόπο της μάθησης, δηλαδή τη σημερινή «σχολή» και αργότερα το «σχολείο».
Αντίθετα, η λέξη «ασχολία» σήμαινε την έλλειψη σχολής, δηλαδή την αδιάκοπη ενασχόληση με πρακτικά ζητήματα και εργασίες. Είναι εντυπωσιακό ότι οι αρχαίοι δεν όριζαν τον ελεύθερο χρόνο ως διάλειμμα από την εργασία, αλλά συχνά έβλεπαν την εργασία ως στέρηση της «σχολής».
Τελικά δεν είναι τυχαίο ότι ο πολιτισμός, η φιλοσοφία και η παιδεία γεννήθηκαν όχι μέσα στη βιασύνη της παραγωγής, αλλά μέσα στον χρόνο της «σχόλης».
Σε μια εποχή όπου ο ελεύθερος χρόνος έχει οργανωθεί σχεδόν με την ίδια αυστηρότητα όπως και η εργασία, ο Γερμανός φιλόσοφος Josef Pieper* μάς θυμίζει κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: η πραγματική ανάπαυλα δεν είναι η διασκέδαση ούτε η κατανάλωση χρόνου, αλλά μια εσωτερική στάση στοχασμού και δεκτικότητας.
Στο έργο του Leisure: The Basis of Culture υποστηρίζει πως ο άνθρωπος δεν ευδοκιμεί μόνο με περισσότερη εργασία ή καλύτερες υλικές συνθήκες. Χρειάζεται στιγμές όπου δεν «κατακτά» τον κόσμο αλλά τον θαυμάζει. Οι αρχαίοι άλλωστε θεωρούσαν τη «σχόλη» όχι απλώς ξεκούραση, αλλά χρόνο αφιερωμένο στη μάθηση, στη συζήτηση και στο φιλοσοφείν.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να γεμίζει κάθε κενό με δραστηριότητες. Κι όμως, ίσως οι πιο γόνιμες στιγμές της ζωής γεννιούνται όταν αφήνουμε χώρο για το «θαυμάζειν» — όταν κοιτάζουμε ένα λουλούδι, ένα τοπίο ή έναν άνθρωπο χωρίς τη διάθεση να τα χρησιμοποιήσουμε, αλλά μόνο να τα αφουγκραστούμε.
Πρέπει να μην στηριζόμαστε μόνο στην παραγωγή και την κατανάλωση, αλλά και στην ικανότητά μας να βλέπουμε, να στοχαζόμαστε και να ανακαλύπτουμε το θαυμαστό μέσα στο συνηθισμένο!
*Γερμανός καθολικός φιλόσοφος και από τους σημαντικότερους νεοτομιστές του 20ού αιώνα. Με το έργο του συνέβαλε στη γέφυρα μεταξύ της κλασικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής θεολογίας, επηρεάζοντας ευρέως τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή σκέψη.









Η φωτογραφία μοιάζει να κουβαλά μια ολόκληρη εποχή.
Ο μαυροπίνακας γράφει μια απλή αλλά σκληρή αλήθεια:
«Δεν γυρίζουν πίσω…
— τα χρήματα που ξοδέψαμε
— η ζωή που κάναμε
— μια χαμένη ευκαιρία»,
και στη χαμένη ευκαιρία συμπεριλάμβανε και ο χρόνος που αφήσαμε να περάσει χωρίς να τολμήσουμε.
Ο άνθρωπος της φωτογραφίας μοιάζει να διδάσκει όχι οικονομία, αλλά ζωή.
Σαν να λέει πως οι μεγαλύτερες απώλειες δεν είναι πάντα υλικές. Δεν είναι μόνο τα χρήματα που φεύγουν ή οι λανθασμένες επιλογές. Είναι οι στιγμές που φοβηθήκαμε να ζήσουμε, να αγαπήσουμε, να δημιουργήσουμε, να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Οι περισσότεροι άνθρωποι μεγαλώνουν κουβαλώντας όχι τόσο τα λάθη που έκαναν, αλλά εκείνα που δεν τόλμησαν ποτέ να κάνουν.
Κι όμως, η ζωή έχει μια παράξενη ιδιοτροπία :
δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω τον χρόνο, μπορείς όμως να αλλάξεις τον τρόπο που θα ζήσεις τον χρόνο που απομένει.
Αυτό πρέπει να είναι το πραγματικό μάθημα του πίνακα που βαθιά πίστευε ο εικονιζόμενος.
Αυτός ήταν ο Δημήτρης Κοντομηνάς.

Η Δημητρα και ο Γιώργος πριν 20 χρόνια!

