Ορεινή Δωρίδα 1975: Πάσχα στο χωριό.

Ο παππούς ο Νικολός Κοράκης με την γιαγιά και στην άλλη σούβλα ο γιος του Γιώργος και την γυναίκα του Ανθούλα .

Όρθια, η Μαρία Μπερτσιά του Γεωργίου. Μικρός στο βάθος Νίκος Κοράκης του Γεωργίου .

Η σούβλα ξύλινη!

Μήπως ξεχάσαμε να σκεφτόμαστε;

Κάποτε, το 1933, κάποιος έγραφε μια «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία».

Όχι για να εντυπωσιάσει, ούτε για να γίνει ευπώλητος συγγραφέας.

Αλλά γιατί πίστευε πως η φιλοσοφία είναι απαραίτητη — σχεδόν όπως ο αέρας.

Ξεφυλλίζοντας σήμερα εκείνες τις σελίδες, δεν διαβάζεις μόνο έννοιες.

Ακούς έναν άλλον χρόνο.

Έναν χρόνο που δεν βιαζόταν να απαντήσει, αλλά επέμενε να ρωτά.

Τι είναι γνώση;

Τι είναι αλήθεια;

Τι είναι ο άνθρωπος;

Ερωτήματα παλιά — και όμως πεισματικά σύγχρονα.

Στη δική μας εποχή, όπου όλα τρέχουν και όλα εξηγούνται πρόχειρα,

η φιλοσοφία μοιάζει να έχει μετακινηθεί στο περιθώριο.

Κι όμως, ίσως δεν την είχαμε ποτέ τόσο ανάγκη.

Όχι για να βρούμε έτοιμες απαντήσεις.

Αλλά για να μάθουμε να στεκόμαστε μέσα στις ερωτήσεις.

Ήθελε ο θεός και ζήσαμε*

  1. Ήθελε ο θεός και ζήσαμε

Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με την Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν  από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στην κοιλάδα του Μόρνου.

Εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την σπορά των χωραφιών, γύρω από το σπίτι, με καλαμπόκι. Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γίνονταν με το παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και  το αλέτρι του Ησίοδου. Ήταν δύσκολη δουλειά για τους ανθρώπους και για τα ζώα.

Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο, για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.

Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν κάθε είδους πουλιά για να κλέψουν κανένα σπόρο. Οι επιδρομές των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς, τόσο κατά τη σπορά όσο και μετέπειτα, κατά την περίοδο της ωρίμανσης και της συγκομιδής. Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές, χρησιμοποιώντας παλιά ρούχα έφτιαχναν σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους. Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο, αλλά σιγά σιγά τα πουλιά εξοικειώνονταν και στο τέλος κάθονταν ακόμη και πάνω στα σκιάχτρα.

Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες, που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά, τουλάχιστον στην αρχή.

Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά, που είχαν τουφεκίσει.

Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό στρατιωτικό τυφέκιο, μακρύκανο, τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό. Έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα και λειτουργούσε με κινητό ουραίο. Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το κατέβασε  από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλασσε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε, όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια, να τα τουφεκίσει. Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει, άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε.

Παρακολουθώντας τη σκηνή μαζί με τα αδέλφια μου τρέξαμε, κι εγώ άρπαξα το όπλο κι άρχισα να σημαδεύω, πρώτα τον αδελφό μου και μετά την αδελφή μου, λέγοντάς τους αστειευόμενος «σας σκοτώνω», πιστεύοντας  ότι δεν είχε φυσίγγι. Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε δυο φορές χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση. Μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό, ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου.

 

  • Διήγημα από το βιβλίο με τίτλο:θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις
  •  
  • το αγροτόσπιτο της οικογένειας του Κωνσταντίνου Δ Μπερτσιά στη θέση Μαρμαράκι στον Λουτσοβιώτικο κάμπο, τώρα θαμμένο στα νερά της λίμνης του Μόρνου.

Μια μέρα πριν, δύο μέρες μετά.

Συνεχίζοντας την τακτοποίηση της βιβλιοθήκης μου έπεσα πάνω σε ένα μικρό «διαμάντι» της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το βιβλίο που βλέπετε στη φωτό είναι μια συλλογή διηγημάτων του Νίκου Χουλιαρά με τίτλο «Μια μέρα πριν, δυο μέρες μετά», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη.

Ο Χουλιαράς σε αυτό το βιβλίο (όπως και στο υπόλοιπο έργο του) στήνει έναν κόσμο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Τα διηγήματα του έχουν μια ατμόσφαιρα ελαφρώς απόκοσμη, γεμάτη μνήμες από τα Γιάννενα, την παιδική ηλικία και μια αίσθηση γλυκιάς μελαγχολίας.

Ο Νίκος Χουλιαράς είναι ένας ξεχωριστός δημιουργός.

Ήταν ένας από τους ελάχιστους «πολυτεχνίτες» των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών:

Ζωγράφος: Το εξώφυλλο είναι δικό του έργο. Η ζωγραφική του είναι αναγνωρίσιμη αμέσως από τις σκιές και τα χαρακτηριστικά φεγγάρια.

Συγγραφέας: Έγραψε το εμβληματικό «Ο Λούσιας», ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης πεζογραφίας μας.

Μουσικός: Έχει γράψει υπέροχα τραγούδια (όπως το «Θα κεντήσω πάνω στην ομίχλη») και υπήρξε από τις σημαντικότερες μορφές του Νέου Κύματος.

Η συγκεκριμένη έκδοση της «Νεφέλης» θεωρείται κλασική. Ο Χουλιαράς επιμελούνταν πάντα τα βιβλία του έτσι ώστε το κείμενο και η εικόνα να λειτουργούν μαζί. Στο σχέδιο στο εξώφυλλο, βλέπεις αυτή την ένταση μεταξύ φωτός και σκοταδιού που χαρακτηρίζει όλη τη γραφή του.

Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται αργά, αφήνοντάς σου μια αίσθηση ότι περιπλανιέσαι σε ένα παλιό, οικείο αλλά και λίγο «στοιχειωμένο» σπίτι…

Η επικοινωνία δεν είναι μόνο λόγια

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Larry King, συνειδητοποιείς κάτι απλό που συχνά ξεχνάμε:

οι περισσότεροι μιλάμε για να απαντήσουμε — όχι για να καταλάβουμε.

Η επικοινωνία δεν είναι αγώνας επιχειρημάτων.

Δεν είναι διαγωνισμός εξυπνάδας.

Είναι μια τέχνη ισορροπίας.

Λίγο να μιλήσεις.

Πολύ να ακούσεις.

Και ακόμη περισσότερο να νιώσεις τι δεν λέγεται.

Στον κόσμο των επιχειρήσεων, αυτό γίνεται κρίσιμο.

Ο manager που μιλά συνεχώς κουράζει.

Ο manager που ακούει, χτίζει.

Γιατί στο τέλος , οι άνθρωποι δεν νοιάζονται τι τους είπες.

Νοιάζονται αν τους άκουσες.

Ευχάριστες συναντήσεις!

Είχα τη χαρά σήμερα να συναντήσω ένα παλιό φίλο, τον εξαίρετο Οχανες-Σαρκις Αγαμπιάν.

Ο Σαρκις είναι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας και μεταφραστής, τον ευχαριστώ θερμά για τα πολύτιμα δώρα-βιβλία που μου χάρισε !