Γιατί τελικά οι περισσότερες επαναστάσεις καταλήγουν σε αυτό που ήθελαν να ανατρέψουν…

Ένα ακόμη βιβλίο από τα παλιά της βιβλιοθήκης μου (1977).

Όταν η εξέγερση γίνεται σύστημα και πιστό αντίγραφο αυτού που ήθελε να ανατρέψει..

Το «Αντεπανάσταση και Εξέγερση» του Marcuse δεν μιλά μόνο για επαναστάσεις.

Μιλά για κάτι πιο ύπουλο:

πώς κάθε εξέγερση κινδυνεύει να απορροφηθεί, να εξημερωθεί, να γίνει μέρος του ίδιου του συστήματος που θέλησε να ανατρέψει.

Σ’ έναν κόσμο όπου η αντίσταση γίνεται μόδα

και η αμφισβήτηση προϊόν,

το ερώτημα παραμένει ενοχλητικά επίκαιρο:

Μπορεί η εξέγερση να μείνει ζωντανή ή είναι καταδικασμένη να μετατραπεί σε «αντεπανάσταση»;

Μια χαραμάδα αρκεί για να ανθίσει !

Μια μικρή μαργαρίτα ξεπροβάλλει ανάμεσα στις άγριες πέτρες τις φθαρμένες από την πολυκαιρία..

Και όμως στέκεται όρθια.

Δεν έχει χώμα, δεν έχει άνεση, δεν έχει «συνθήκες». Έχει μόνο επιμονή.

Αν το δεις λίγο πιο βαθιά, είναι μια εικόνα σχεδόν συμβολική:

η ζωή δεν ζητά το τέλειο περιβάλλον· ζητά μια χαραμάδα.

Κι εκεί σε μια σχισμή ανθίζει!

Ορεινή Δωρίδα 1975: Πάσχα στο χωριό.

Ο παππούς ο Νικολός Κοράκης με την γιαγιά και στην άλλη σούβλα ο γιος του Γιώργος και την γυναίκα του Ανθούλα .

Όρθια, η Μαρία Μπερτσιά του Γεωργίου. Μικρός στο βάθος Νίκος Κοράκης του Γεωργίου .

Η σούβλα ξύλινη!

Μήπως ξεχάσαμε να σκεφτόμαστε;

Κάποτε, το 1933, κάποιος έγραφε μια «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία».

Όχι για να εντυπωσιάσει, ούτε για να γίνει ευπώλητος συγγραφέας.

Αλλά γιατί πίστευε πως η φιλοσοφία είναι απαραίτητη — σχεδόν όπως ο αέρας.

Ξεφυλλίζοντας σήμερα εκείνες τις σελίδες, δεν διαβάζεις μόνο έννοιες.

Ακούς έναν άλλον χρόνο.

Έναν χρόνο που δεν βιαζόταν να απαντήσει, αλλά επέμενε να ρωτά.

Τι είναι γνώση;

Τι είναι αλήθεια;

Τι είναι ο άνθρωπος;

Ερωτήματα παλιά — και όμως πεισματικά σύγχρονα.

Στη δική μας εποχή, όπου όλα τρέχουν και όλα εξηγούνται πρόχειρα,

η φιλοσοφία μοιάζει να έχει μετακινηθεί στο περιθώριο.

Κι όμως, ίσως δεν την είχαμε ποτέ τόσο ανάγκη.

Όχι για να βρούμε έτοιμες απαντήσεις.

Αλλά για να μάθουμε να στεκόμαστε μέσα στις ερωτήσεις.

Ήθελε ο θεός και ζήσαμε*

  1. Ήθελε ο θεός και ζήσαμε

Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με την Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν  από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στην κοιλάδα του Μόρνου.

Εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την σπορά των χωραφιών, γύρω από το σπίτι, με καλαμπόκι. Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γίνονταν με το παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και  το αλέτρι του Ησίοδου. Ήταν δύσκολη δουλειά για τους ανθρώπους και για τα ζώα.

Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο, για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.

Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν κάθε είδους πουλιά για να κλέψουν κανένα σπόρο. Οι επιδρομές των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς, τόσο κατά τη σπορά όσο και μετέπειτα, κατά την περίοδο της ωρίμανσης και της συγκομιδής. Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές, χρησιμοποιώντας παλιά ρούχα έφτιαχναν σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους. Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο, αλλά σιγά σιγά τα πουλιά εξοικειώνονταν και στο τέλος κάθονταν ακόμη και πάνω στα σκιάχτρα.

Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες, που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά, τουλάχιστον στην αρχή.

Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά, που είχαν τουφεκίσει.

Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό στρατιωτικό τυφέκιο, μακρύκανο, τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό. Έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα και λειτουργούσε με κινητό ουραίο. Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το κατέβασε  από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλασσε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε, όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια, να τα τουφεκίσει. Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει, άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε.

Παρακολουθώντας τη σκηνή μαζί με τα αδέλφια μου τρέξαμε, κι εγώ άρπαξα το όπλο κι άρχισα να σημαδεύω, πρώτα τον αδελφό μου και μετά την αδελφή μου, λέγοντάς τους αστειευόμενος «σας σκοτώνω», πιστεύοντας  ότι δεν είχε φυσίγγι. Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε δυο φορές χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση. Μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό, ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου.

 

  • Διήγημα από το βιβλίο με τίτλο:θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις
  •  
  • το αγροτόσπιτο της οικογένειας του Κωνσταντίνου Δ Μπερτσιά στη θέση Μαρμαράκι στον Λουτσοβιώτικο κάμπο, τώρα θαμμένο στα νερά της λίμνης του Μόρνου.