Φιλόθεος Φάρος

Πολλοί γονείς προετοιμάζουν τα παιδιά τους για μία πραγματικότητα, η οποία δεν υπάρχει, δηλ. με το να πραγματοποιούν τις επιθυμίες τους, να τα κανακεύουν υπερβολικά, να τα κάνουν να πιστεύουν ότι είναι πρίγκιπες-πριγκίπισσες κι ο κόσμος είναι εδώ, για να τα ικανοποιεί. Τα παιδιά, λοιπόν, μαθαίνουν να παίρνουν, να παίρνουν, να παίρνουν, αλλά δεν έχουν ιδέα, ως ενήλικες αργότερα, τι σημαίνει να δίνουν….

Φιλόθεος Φάρος

Γεννήθηκε το 1930 στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο, νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και θεολογία στο ΕΚΠΑ. Το 1962 έγινε κληρικός και στη συνέχεια φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, όπου σπούδασε ποιμαντική ψυχολογία και συμβουλευτική. Από το 1969 ως το 1976 δίδασκε στην Ελληνορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού. Παράλληλα εργαζόταν ως ψυχοθεραπευτής και σύμβουλος για οικογένειες και ζευγάρια. Το 1976 επέστρεψε στην Ελλάδα και έκτοτε ασχολήθηκε με το κέντρο νεότητας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και το συγγραφικό του έργο. Έχει γράψει περισσότερα από 20 βιβλία για ζητήματα που αφορούν τη ζωή του ανθρώπου. 

 

ΣΥΡΙΖΑ :να στηρίξουμε αμέσως το Μητσοτάκη..εδώ και τώρα..πριν είναι αργά

•Με δημοσκοπικό ποσοστό μεταξύ 5,5% και 7% είναι προφανές ότι ο Φάμελος και ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζουν αγχώδη διαταραχή και σύγχυση πολιτικών φρενών.Αλλη εξήγηση δεν μπορώ να δώσω.Βιαζονται να δώσουν ανάσα στη κυβέρνηση.Νοιωθουν ότι οι διαρροές προς τη Πλεύση της Ζωής αλλά ακόμα και προς το Βαρουφάκη ,κάποιο εναπομένον ποσοστό στο Στεφανο και η πρόδηλη απουσία δυναμικης,τους οδηγεί στο περιθώριο. Οι διαπραγματεύσεις με τη Νέα Αριστερά του 1,5 έως 2,3% αποδεικνύονται πιο δύσκολες από τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ Ρωσίας.


Η αρθρογραφία Τσίπρα ξυπνά τις Ερινύες, αλλά την χρυσή αξία της σιωπής δεν την εκτιμά , παρά το παράδειγμα και την κρυφή ανομολόγητη αγάπη του προς τον σιωπηλό Καραμανλή.


•Και τι κάνουν;πιέζουν το ΠΑΣΟΚ να πάρει κι αυτό τη κατηφόρα και να συμπράξει σε πρόταση δυσπιστίας.Οι άνθρωποι είτε στερούνται κρίσης είτε θέλουν σκόπιμα να στηρίξουν τον Μητσοτάκη για να κερδίσουν χρόνο πριν παγιωθεί στο «χώρο» η υπεροχή της Κωνσταντοπουλου προς μεγάλη αγαλίαση του κ.Μπιμπιλα.Ο Μητσοτάκης αδημονεί.Καντε τη επιτέλους.Θελω πρόταση μομφής γιατί αργείτε.Τη θέλω τώρα και τη θέλω αμέσως.Συμφωνουμε Πρόεδρε του λένε αλλά αυτό το κακότροπο ΠΑΣΟΚ δυσπιστεί με τη δυσπιστία αν και έχει τους ίδιους λόγους να τη θέλει όπως εμείς.


•Τι σημαίνει πρόταση δυσπιστίας.Απροσμενα η ΝΔ θα αδράξει την ευκαιρία.158 + 2 όχι και η κυβέρνηση απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.Για 6 μήνες τουλάχιστον ,υποχρεωτική ,θεσμικά ,πολιτική αγρανάπαυση.Οπως λέει και το άσμα «Κάνε υπομονή ως το άλλο καλοκαίρι/κάνε υπομονή κι όπου ναναι θα φανεί.»


•Η κυβέρνηση όπως έγραψα χτες δεν κατανοεί τι θα πει κοινωνική αντιπολίτευση.Δεν είναι ποτέ στενά κομματική.Δεν το κατανοεί ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ.Ελαχιστοι θα κατέβουν αύριο για τον Φάμελο.Για την Ελλάδα κατεβαίνουν και τα διαχρονικά της χάλια.Που στοίχισαν 57 νέες ζωές για το τίποτα του ΟΣΕ.Ειναι το πρελούδιο αλλαγών αλλά όχι η ίδια η αλλαγή.Αυτη αργεί και οι λόγοι είναι γνωστοί.Το ταρακούνημα ομως που προκαλεί η κινητοποίηση είναι γονιμοποιό.Αυτο τουλάχιστον διδάσκει η ιστορία.Γιατι η γενιά η δική μου έχει περπατήσει άπειρα χιλιόμετρα σε διαδηλώσεις,στα νιάτα μας βέβαια,όταν ο Καραμανλής προπατωρ ειχε 55%.Με πλήρη επίγνωση ότι θα μείνει στο προσκήνιο πολλά χρόνια.

Πάνος Μπιτσαξής

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κά­τοι­κος, διήγημα του Ε. Λέντζα

ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΕΝΑ με­γά­λο τρα­πέ­ζι. Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος στὸ χω­ριό. Εἶ­ναι τὰ ξα­δέρ­φια τοῦ πα­τέ­ρα μου. Ὅλοι ἔχου­με κά­τι νὰ ποῦ­με. Ἡ Στέλ­λα, λέ­ει, πὼς δὲν τὴν πα­λεύ­ει καὶ πο­λὺ μὲ τὴ μη­τέ­ρα της στὸ σπί­τι. Εἶ­ναι καὶ ἡ μι­κρὴ ποὺ δὲν ξέ­ρει τί τῆς γί­νε­ται. Τί θὰ γί­νει μὲ αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι, λέ­ει.

       Ἡ Στέλ­λα γιὰ νὰ μὴ τρε­λα­θεῖ τὸ ἔχει ρί­ξει στὸ κα­ρα­ό­κε. Γί­νε­ται ἐκ­φρα­στι­κή: σπά­ει τὴ μέ­ση, ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια της στὸν ἀέ­ρα, γέρ­νει τὸ κε­φά­λι δε­ξιὰ κι ἀρι­στε­ρά. Ὁ Μῆ­τσος, εἶ­ναι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος στὴν πα­ρέα. Κά­θε­ται στὴ μία κε­φα­λὴ τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ἐγώ, εἶ­μαι ὁ μι­κρό­τε­ρος, κά­θο­μαι ἀν­τι­κρι­στά του. Ἡ πλα­τεῖα ξε­χει­λί­ζει τσί­που­ρα, μπί­ρες, κρα­σί. Γιορ­τὴ με­γά­λη. Τὰ πιά­τα πᾶ­νε κι ἔρ­χον­ται: μπα­κα­λιά­ροι, σα­γα­νά­κια, χω­ριά­τι­κες, μπι­φτέ­κια, ἀρ­νιά, κε­μπὰπ καὶ σου­βλά­κια. Με­γά­λη γιορ­τή.

       Ἡ κομ­πα­νία δέ­χε­ται πα­ραγ­γε­λιές. Ἀκού­γον­ται φω­νές. Γειά σου Τσιο­τί­κα μὲ τὸ κλα­ρῖ­νο σου. Νὰ ἀλ­λά­ζουν χέ­ρια τα εἰ­κο­σά­ευ­ρα. Παίρ­νει ὁ Μῆ­τσος τὸ λό­γο. Κι ἐγὼ ποὺ εἶ­μαι ἄν­τρας, λέ­ει, δὲν πα­ρε­λαύ­νω μὲ τὰ ἀρ­χί­δια μου ἀπ’ ἔξω. Τί νὰ πῶ; Πὼς εἶ­μαι ἀρ­σε­νι­κός; Ἄν­τρας εἶ­μαι ρὲ πού­στη μου. Καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει τί κά­νει ὁ κα­θέ­νας στὸ κρε­βά­τι του, λέ­ει ὁ Μῆ­τσος, μὰ πῶς νὰ τὸ πῶ; Εἶ­ναι ζή­τη­μα αἰ­σθη­τι­κῆς. Ὁ Τά­σος, μιὰ κα­ρέ­κλα δί­πλα μου, ἦρ­θε στὸ κέ­φι, τρα­γου­δά­ει: βά­λε τὰ στρώ­μα­τα δι­πλά, δι­πλὰ τὰ μα­ξι­λά­ρια…

       Πε­τά­γο­μαι κι ἐγὼ σὰν κά­πως νὰ ἄνα­ψα. Ἀρ­χί­ζω μὲ τὸν Μὰρξ καὶ τὴ δι­κτα­το­ρία τοῦ προ­λε­τα­ριά­του, καὶ κα­τα­λή­γω λέ­γον­τας γιὰ τὴ δι­κτα­το­ρία τοῦ δι­καιω­μα­τι­σμοῦ. Μα­ζεύ­ον­ται σύν­νε­φα, λι­γά­κι δρο­σί­ζει. Ξε­κουμ­πώ­νω τὸ που­κά­μι­σό μου. Πί­νω τὴ μπί­ρα μου ἀπ’ τὸ μπου­κά­λι. Κά­πως συ­νέρ­χο­μαι. Τὸ πρωί, ἔφτα­σα πέ­ρα, μέ­χρι τὰ Μα­νά­κια. Πυ­κνὲς καὶ κα­τα­πρά­σι­νες οἱ φτέ­ρες. Τό­πος νὰ ξα­πλω­θεῖς νὰ πε­θά­νεις. Ὅπου φτά­νει τὸ μά­τι, νὰ στέ­κε­ται ὁ νοῦς – οὐ­ρα­νὸς καὶ κου­κου­νά­ρι, του­φέ­κι, ἄρ­μεγ­μα καὶ γα­λο­τύ­ρι.

       Ὁ Μῆ­τσος μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λά­ει. Οἱ ἄλ­λοι δὲν κα­τά­λα­βαν. Ἡ Εὔα, λέ­ει γιὰ χθὲς τὸ βρά­δυ. Ἀρ­γά, στὰ ὄρ­γα­να στὸν Μπαρ­μπέ­ρη, βά­ζει τὸ χέ­ρι της μὲς στὸ μπου­φὰν καὶ βρί­σκει ἕνα βρα­κί. Πὼς βρέ­θη­κε ἐκεῖ, πό­τε τὸ ἔχω­σε στὴν τσέ­πη δὲν θυ­μᾶ­ται. Σκᾶ­με στὰ γέ­λια. Ἡ Εὔα, εἶ­ναι καμ­πύ­λη ἀπὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶ­ναι τό­ξο. Ὁ Σά­κης, λέ­ει, πὼς στὴ Λά­ρι­σα πί­νου­με τὸ κα­θα­ρό­τε­ρο νε­ρό. Προ­σπά­θη­σαν, λέ­ει, οἱ Γάλ­λοι νὰ μποῦ­νε στὸ κόλ­πο μὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν. Κά­τι ἀκού­γε­ται, λέ­ει, γιὰ τὸν Μπόμ­πο­λα μὲ τὸν Βαρ­δι­νο­γιάν­νη. Ποιός ξέ­ρει, λέ­ει. Ποιός ξέ­ρει. Μοῦ λέ­ει ἡ Μαί­ρη, κά­τι νὰ κά­νου­με μὲ τὸν μπάρ­μπα σου, νὰ τοῦ στεί­λου­με ροῦ­χα και­νού­ρια —που­κά­μι­σα καὶ παν­τε­λό­νια— κρῖ­μα μο­νά­χος ἄν­τρας, χει­μῶ­να κα­λο­καί­ρι ἐδῶ ψη­λὰ τί θὰ ἀπο­γί­νει;

       Τὸ βρά­δυ, ἀδειά­ζει τὸ χω­ριό. Γρή­γο­ρα καὶ με­θο­δι­κά. Θέ­λω νὰ εἶ­μαι χα­ρού­με­νος κι ὅμως δὲν εἶ­μαι. Σκέ­φτο­μαι πὼς ἔχω και­ρὸ μπρο­στά μου καὶ νιώ­θω ἀνα­κού­φι­ση. Θὰ σὲ μι­λή­σω διά­θε­ση νὰ ἀν­θί­σεις, ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Ἔτσι τὸ γρά­φει ὁ ποι­η­τής. Κι ὅλοι μας, μιὰ πλή­ξη τὴν κου­βα­λᾶ­με κά­που-κά­που. Εἴ­πα­με, ἦταν με­γά­λη γιορ­τή. Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Πά­ει πέ­ρα­σε κι αὐ­τό. Λὲς καὶ σω­θή­κα­νε ὅλα μα­ζὶ τὰ κάρ­βου­να σὲ αὐ­τὸν τὸν τό­πο. Δὲν ὑπάρ­χει κα­πνός. Ὅσοι ἀπο­μέ­νου­με στὸ χω­ριό, τὴ νύ­χτα ἀνά­βου­με τὰ φῶ­τα στὶς ἐξώ­πορ­τες. Ἐλ­πί­ζω σὲ κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες καὶ ἀπο­κοι­μιέ­μαι βα­θιά.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸ πρωί, βρί­σκω στὸ πά­τω­μα τὸ βι­βλίο τοῦ Καλ­βί­νο. Στὸ δε­ξί μου χέ­ρι κρα­τάω ἕνα στυ­λό. Τὸ ἀρι­στε­ρό, τὸ νιώ­θω μου­δια­σμέ­νο. Δὲν ξέ­ρω τί τὸ πλά­κω­σε. Βγαί­νω στὴ βε­ράν­τα καὶ πε­ρι­μέ­νω. Πε­ρι­μέ­νω, σὰν νὰ εἶ­μαι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κά­τοι­κος σὲ μιὰ ἀό­ρα­τη πό­λη.

ΠΗ­ΓΉ: ΠΡΏ­ΤΗ ΔΗ­ΜΟ­ΣΊ­ΕΥ­ΣΗ.

ΕΥ̓ΘΎΜΙΟΣ ΛΈΝΤΖΑ (ΛΆΡΙΣΑ 1986). ἜΧΕΙ ἘΚΔΏΣΕΙ ΔΎΟ ΠΟΙΗΤΙΚῈΣ ΣΥΛ­ΛΟΓΈΣ: ΟἹ ΓΥΝΑΙ͂ΚΕΣ ΠΟῪ ἈΓΑΠΑ͂ΜΕ ΕἾΝΑΙ ΘΑΜΜΈΝΕΣ ΣΤῸΝ ΚΗ (ΑΥ̓­ΤΟ­ΈΚΔΟΣΗ, 2020) ΤῸ ΜΕΡΊΔΙΟ(ΘΡΆΚΑ, 2022) ΚΑῚ ΜΙᾺ ΣΥΛΛΟΓῊ ΔΙΗΓΗΜΆΤΩΝ ΣΤᾺ ΒΡΆ­ΧΙΑ ΚΑῚ ΣΤῊ ΘΆΛΑΣΣΑ (ΓΡΆΦΗΜΑ, 2023).

Πηγή:neoplanodion.gr