Για μερικούς που συνεχίζουν να υπαινίσσονται και σήμερα ότι η Κύπρος κείται μακράν…

Κάποτε ο «Ματρόζος» είπε:


Οταν έληξε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, εγώ θεώρησα τον εαυτό μου έναντι του Αυξεντίου τυχερό. Οτι έζησα όσα έζησα μαζί του κι επιβίωσα. Τώρα λέω ότι είμαι άτυχος. Ατυχος, διότι τυχερός είναι ο Αυξεντίου, που δεν έζησε να δει αυτά τα πράγματα που έχουν γίνει. Εμείς αγωνιστήκαμε για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Εμάς ο οραματισμός μας ήταν η Μεγάλη Ελλάδα. Ο Αυξεντίου δεν αγαπούσε την Ελλάδα, τη Λάτρευε. Αυτή τη λατρεία τη μετέφερε και στους αντάρτες του, σε εμάς. Η πολιτική ηγεσία, αυτοί που ήθελαν εξουσία και καρέκλες, ματαίωσε την Ένωση. Εμείς, όμως, αγωνιστήκαμε για την Ένωση και θυσιαστήκαμε για την Ένωση. Και αυτό ας το ακούσουν οι βαρήκοοι και η πολιτική ηγεσία.

Αυγουστής Ευσταθίου – «Ματρόζος»
11 Μαΐου 1934 – 1η Αυγούστου 2022.
Γρηγόρης Αυξεντίου 3 Μαρτίου 1957

Οι πολιτικοί, οι ιερείς και οι γονείς είναι δημιουργοί ενοχών, επειδή με αυτό τον τρόπο μπορούν να σας ελέγχουν και να σας χειραγωγούν;

Η φράση είναι προκλητική — και γι’ αυτό γόνιμη.

Η ενοχή υπήρξε διαχρονικά ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία κοινωνικής συνοχής. Από την αρχαία τραγωδία έως τις σύγχρονες πολιτικές ρητορικές, ο άνθρωπος μαθαίνει να εσωτερικεύει κανόνες όχι μόνο μέσω της λογικής, αλλά και μέσω του συναισθήματος. Η ενοχή λειτουργεί σαν εσωτερικός επιτηρητής· δεν χρειάζεται πια εξωτερική επιβολή. Ο ίδιος ο άνθρωπος αυτοελέγχεται.

Οι πολιτικοί γνωρίζουν ότι ο φόβος και η ενοχή κινητοποιούν πιο εύκολα από την ψύχραιμη επιχειρηματολογία. Αν πειστείς ότι «φταις» για την κρίση, για την παρακμή, για το μέλλον των παιδιών σου, τότε γίνεσαι πιο πρόθυμος να αποδεχθείς περιορισμούς. Οι ιερείς, σε ορισμένες εκδοχές της θρησκευτικής εμπειρίας, χρησιμοποίησαν την ενοχή ως μοχλό μετάνοιας και πειθαρχίας. Και οι γονείς —συχνά άθελά τους— καταφεύγουν σε αυτήν όταν δεν διαθέτουν άλλον τρόπο να οριοθετήσουν: «με απογοήτευσες», «θυσιάστηκα για σένα».

Όμως η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη. Η ενοχή δεν είναι μόνο εργαλείο χειραγώγησης· είναι και η ρίζα της συνείδησης.

Χωρίς κάποια μορφή ενοχικού βιώματος δεν θα υπήρχε ευθύνη, ούτε μεταμέλεια, ούτε η ανάγκη βελτίωσης. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν παράγεται ενοχή — αλλά αν αυτή οδηγεί σε ωρίμανση ή σε υποταγή.

Η ώριμη κοινωνία δεν καταργεί την ενοχή· τη μετασχηματίζει σε αυτογνωσία. Δεν χρειάζεται να σε κάνει να ντρέπεσαι για να σε κατευθύνει· σου δείχνει τον λόγο για τον οποίο αξίζει να πράξεις σωστά.

Ίσως, τελικά, το ζήτημα δεν είναι ποιος «δημιουργεί» την ενοχή, αλλά αν επιτρέπουμε να παραμείνει ξένη φωνή μέσα μας — ή αν την μετατρέπουμε σε προσωπική ευθύνη και ελευθερία.