Νίκος Πανουργιάς από Σκούρτα Βοιωτίας

Γράφει: Χρήστος Μίχας

Ο Νίκος Πανουργιάς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές της αρβανίτικης και της ευρύτερης δημοτικής μουσικής παράδοσης.

Γεννημένος πριν από περίπου ογδόντα χρόνια στα Σκούρτα Βοιωτίας, τέκνο του Γεωργίου Πανουργιά και της Γιαννούλας Αγαθή, μεγάλωσε σε ένα αυστηρό και τίμιο περιβάλλον, όπου ο σεβασμός προς το δημοτικό τραγούδι –και προς τον άνθρωπο– ήταν βαθιά ριζωμένος.

Η επίσημη παρουσία του στο χώρο ξεκίνησε το 1981, χρονιά κατά την οποία άρχισε να ηχογραφεί και να συμμετέχει ενεργά στη δισκογραφία.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, κυκλοφόρησε δέκα δίσκους και ερμήνευσε περίπου εκατόν είκοσι τραγούδια, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διατήρηση και ανάδειξη της μουσικής μας κληρονομιάς.

Άνθρωπος με βαθιές οικογενειακές αξίες και υποδειγματικός οικογενειάρχης, ο Νίκος Πανουργιάς ξεχώρισε για τη γνήσια, ατόφια δημοτική φωνή του· μια φωνή που απέδιδε με αυθεντικότητα τον χαρακτήρα, το ήθος και την ψυχή του τόπου του.

Η πορεία του τον έφερε δίπλα σε εμβληματικούς ερμηνευτές και οργανοπαίκτες της δημοτικής μας παράδοσης: τον Γιώργο Κόρο, τον Βασίλη Σαλέα, τον Κοκοντίνη, τη Βάσω Χατζή, τον Κώστα Σταφίδα, τον Σαραγούδα, τον Γιάννη Σκληρό, τον Νίκο Γκάτση και πολλούς ακόμη άξιους εκπροσώπους του είδους.

Οι δίσκοι του κατατάσσονται στις κατηγορίες των παραδοσιακών, λαϊκών και αρβανίτικων τραγουδιών.

Ξεχωρίζει ο δίσκος «Αρβανίτικα Τραγούδια», σε συνεργασία με τον Νίκο Σαραγούδα, τον Βαγγέλη Κώτσου και τη Θέλμα Καραγιάννη.

Επίσης:

• Νησιώτικα Χορευτικά – Κλαρίνο/Βιολί/Σταμού/Κωτσόνης

• Καλαματιανά – Τσάμικα (Ετικέτα: Παραδοσιακά No 4)

• Παραδοσιακά τραγούδια στους δίσκους «Δίπλα μου περνάς», «Τα καλύτερα», «Στα αρβανίτικα χωριά»

• Καλαματιανά – Τσάμικα (Ετικέτα: Τα Παραδοσιακά No 3)

Ο Νίκος Πανουργιάς υπηρέτησε το δημοτικό τραγούδι στο φυσικό του περιβάλλον: στους γάμους, στα πανηγύρια, στις μεγάλες κοινωνικές στιγμές που ενώνουν τις κοινότητες – αλλά και σε κέντρα διασκέδασης των Αθηνών για μεγάλο διάστημα.

Με την ιδιαίτερη, δωρική και αγέρωχη φωνή του, κατέγραψε όχι μόνο συναισθήματα αλλά και γεγονότα της περιοχής μας, άλλοτε στα αρβανίτικα και άλλοτε στα ελληνικά. Μετουσίωσε μνήμες και εμπειρίες σε στίχο και μελωδία, καθιστώντας τον εαυτό του ζωντανό φορέα της τοπικής μας ιστορίας.

Αποτελεί μοναδικό παράδειγμα καλλιτέχνη που, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα και τη βαθιά αγάπη του για τη μουσική, μετέφερε στο κοινό την ιστορία του τόπου του μέσα από τους στίχους και το τραγούδι του.

Τραγούδησε σημαντικές ιστορικές στιγμές, τις κατέγραψε με ακρίβεια και σεβασμό, και συνέβαλε έτσι στη διάσωση της συλλογικής μνήμης με ανεξίτηλο τρόπο, καθώς ήταν και ο στιχουργός των περισσότερων τραγουδιών του.

Κάθε του ερμηνεία αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της παράδοσής μας· ένα τραγούδι που δεν ψυχαγωγεί απλώς, αλλά διδάσκει. Αυτό ίσως είναι και το σπουδαιότερο μέρος του έργου του.

Μέσα από τη μουσική διαδρομή του Νίκου Πανουργιά, η ιστορία γίνεται τραγούδι και το τραγούδι γίνεται φορέας ιστορίας.

Με τις ερμηνείες του δεν τραγουδούσε απλώς· μας μετέφερε στον χρόνο και στη μνήμη μας. Τραγούδησε για τον καπετάνιο μας Θανάση Σκουρτανιώτη, για τον καπετάν Βόγγλη, για τα καμένα χωριά μας, για τον Στέφα Μαλιάτση και τόσους ακόμη. Έβαλε σε στίχους όσα έζησαν οι άνθρωποι του τόπου. Έδωσε φωνή στα βιώματα, στους αγώνες, στις χαρές και στις λύπες μιας ολόκληρης κοινότητας – και αυτά τα έκανε τραγούδια που αγγίζουν και θα αγγίζουν πάντα τις ψυχές μας.

Η συμβολή του στη δημοτική μουσική παραμένει ανεκτίμητη και η φωνή του συνεχίζει να φωτίζει το μονοπάτι της παράδοσής μας για τις επόμενες γενιές.

Μάθαμε και μαθαίνουμε ιστορία μέσα από τα τραγούδια του, γιατί μέσα στο δημοτικό τραγούδι –όπως εκείνος το πρόσφερε– βρίσκεται η ίδια η ιστορία του τόπου μας.

Να είσαι καλά, Νίκο Πανουργιά. Να μας διδάσκεις και να μας διασκεδάζεις πάντα με τα τραγούδια σου. Οι Δερβενοχωρίτες είμαστε περήφανοι για σένα. Το έργο σου ήρθε για να μείνει και η μουσική πορεία σου πραγματικά πρέπει να σε κάνει περήφανο.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συμμετοχή σου στον μουσικό διαγωνισμό το 1977, όταν όλοι οι συγχωριανοί σου παρακολουθούσαμε με αγωνία την εκπομπή της ΕΡΤ «Να η ευκαιρία», όπου κέρδισες τον θαυμασμό αυστηρών κριτών, όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η Ροζίτα Σώκου και ο Γιώργος Κατσαρός.

Δεν θα σταματήσουμε να συγκινούμαστε με το τραγούδι σου σε όλες τις εθνικές επετείους· με εκείνο το τραγούδι–ορόσημο «Πέρασα από το Μαυρομάτι», με αρβανίτικους στίχους, αφιερωμένο στον θάνατο του Σκουρτανιώτη.

Χαίρομαι, και πραγματικά συγκινούμαι, που μου παρέδωσες τους στίχους του νέου σου τραγουδιού για τον Θανάση Σκουρτανιώτη, που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Προσεγγίζεις τον ήρωα και τον θάνατό του από μια άλλη οπτική γωνία· ένα τραγούδι-ύμνο και εξομολόγηση προς τον πρόγονό σου, τον οποίο βλέπεις σήμερα στην πλατεία του χωριού.

Ίσως έγραψα πολλά· δεν έγραψα όμως τίποτε υπερβολικό και τίποτε που δεν σε αντιπροσωπεύει.

Το χρωστούσα σε έναν άνθρωπο που έβαζε πάντα την ψυχή του μέσα στο τραγούδι του.

Δεν θέλω να σε ευχαριστήσω· θέλω μόνο να σε συγχαρώ, εγκάρδια, για τη μουσική σου πορεία.

Είμαι σίγουρος ότι, μέσα απ’ αυτά που γράφω, ευχαρίστησα και άλλους ανθρώπους που δεν βρίσκονται πια κοντά μας: τον μπάρμπα-Γιώργη, τη θεία Γιαννούλα και πολλούς συγχωριανούς μας που διασκέδασες, ανάμεσά τους και τη μητέρα μου, τη Μαρία –την ξαδέλφη σου– που σε υπεραγαπούσε.

Είμαι σίγουρος ότι ευχαρίστησα και όσους ζουν σήμερα και χαίρονται με τα τραγούδια σου· και τα παιδιά μας, που σε ακούν και χορεύουν.

Είμαι βέβαιος ότι θα αποτελείς πρότυπο και σημείο αναφοράς για τους Δερβενοχωρίτες στα χρόνια που έρχονται.

Είμαι βέβαιος ότι άνοιξες ένα μουσικό μονοπάτι που το θαυμάζουν πολλοί – και θα το ακολουθήσουν ακόμη περισσότεροι.

Χρήστος Μίχας

Δεν είναι μόνο μουλάδες η Περσία

«Χθες πέρασε, αύριο δεν υπάρχει ακόμη.

Μόνο το σήμερα είναι δικό σου.

Γέμισε το ποτήρι σου με κρασί

και άφησε τα μυστήρια του κόσμου στους θεούς.»

Ομάρ Καγιάμ ή Ομάρ Χαγιάμ) ήταν ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της μεσαιωνικής Περσίας. Έζησε περίπου από το 1048 έως το 1131 και γεννήθηκε στην πόλη Νισαπουρ του σημερινού Ιράν

Ο Ομάρ Χαγιάμ είναι μοναδική μορφή γιατί ενώνει:

επιστήμη και ποίηση ορθολογισμό και υπαρξιακή σκέψη μαθηματική ακρίβεια και φιλοσοφική αμφιβολία

Πικάσο και παιδιά

«Κάθε παιδί είναι καλλιτέχνης. Το πρόβλημα είναι πώς να παραμείνει καλλιτέχνης όταν μεγαλώσει.»

Ο Πικάσο θαύμαζε την αυθόρμητη δημιουργικότητα των παιδιών, που δεν φοβούνται τους κανόνες. Για τον ίδιο, η μεγάλη δυσκολία της τέχνης είναι να διατηρήσει κανείς αυτή τη φρεσκάδα μέσα σε έναν κόσμο που επιβάλλει συμβάσεις.

Η τέχνη ως αλήθεια μέσα από το «ψέμα»

Μια από τις πιο γνωστές και αυθεντικές του φράσεις του Πικάσο είναι:

«Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθά να δούμε την αλήθεια.»

Ο Πικάσο πίστευε ότι η ζωγραφική δεν πρέπει να αντιγράφει τον κόσμο όπως τον βλέπουμε. Αντίθετα, ο καλλιτέχνης αποδομεί την πραγματικότητα για να αποκαλύψει την ουσία της. Αυτή ακριβώς η ιδέα βρίσκεται στον πυρήνα του κυβισμού, που ανέπτυξε μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ.

Ζωή πριν από τον θάνατο

Η ανθρώπινη σκέψη, από την αρχαιότητα έως σήμερα, βασανίζεται από ένα ερώτημα που μοιάζει να μην έχει τέλος: υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο; Θρησκείες, φιλοσοφίες και επιστήμες προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις, άλλες καθησυχαστικές και άλλες πιο σκοτεινές. Όμως ίσως το πραγματικά κρίσιμο ερώτημα να βρίσκεται αλλού: όχι στο τι συμβαίνει μετά, αλλά στο τι συμβαίνει τώρα.

Πολλοί άνθρωποι περνούν τη ζωή τους σαν να την αναβάλλουν. Περιμένουν την κατάλληλη στιγμή, την κατάλληλη συνθήκη, την επόμενη ευκαιρία. Περιμένουν να μεγαλώσουν τα παιδιά, να σταθεροποιηθεί η δουλειά, να λυθούν τα προβλήματα. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, η ζωή τους μετατρέπεται σε μια μακρά προετοιμασία για κάτι που ποτέ δεν έρχεται.

Να έχεις ζωή πριν από τον θάνατο σημαίνει να ζεις με επίγνωση. Να αισθάνεσαι το βάρος και ταυτόχρονα τη χάρη της ύπαρξης. Να αγαπάς, να δημιουργείς, να ρισκάρεις, να μαθαίνεις. Να μην περνάς απλώς από τον κόσμο, αλλά να τον αγγίζεις και να σε αγγίζει.

Η ζωή δεν μετριέται μόνο με χρόνια, αλλά με ένταση και παρουσία. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν ογδόντα χρόνια χωρίς να έχουν ζήσει πραγματικά ούτε μία ημέρα, και άλλοι που μέσα σε λίγες δεκαετίες αφήνουν πίσω τους μια ολόκληρη διαδρομή εμπειριών, σχέσεων και δημιουργίας.

Ίσως λοιπόν το μυστήριο του θανάτου να μην είναι το σημαντικότερο μυστήριο. Το μεγαλύτερο μυστήριο είναι η ίδια η ζωή — και το κατά πόσο θα τολμήσουμε να τη ζήσουμε. Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν θα είναι τι υπάρχει μετά τον θάνατο. Το ερώτημα θα είναι αν υπήρξε πραγματικά ζωή πριν από αυτόν.

Πικάσο και μοντέρνα τέχνη

Κυκλοφορεί ευρέως, αλλά δεν θεωρείται αυθεντική δήλωση του Πικάσο από τους ιστορικούς της τέχνης.

Το κείμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά γύρω στο 1923 σε ένα βιβλίο του Ιταλού συγγραφέα και κριτικού τέχνης G. Papini

“Στην τέχνη ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι λεπτεπίλεπτοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, για να ξεχωρίσουν απ’ τον λαό αναζητούν το καινούργιο, το παράδοξο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Κι εγώ, από τον κυβισμό και έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονταν στο κεφάλι. Κι όσο λιγότερο με καταλάβαιναν, τόσο περισσότερο με θαύμαζαν.

Με το να διασκεδάζω μ’ αυτά τα παιχνίδια, αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος – και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα, για έναν ζωγράφο, σημαίνει πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα –όπως ξέρεις– είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος. Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι καλλιτέχνης με όλη την  σημασία της  λέξεως. Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών του και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε την βλακεία, την ματαιοδοξία και την φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγησή μου, πιο θλιβερή απ’ όσο φαίνεται, αλλά έχει την χάρη να είναι ειλικρινής”