Ε. — Τι είναι η Πούλια;

Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.

Δεν θα πεθάνω ποτέ για τις ιδέες μου…..

«Δεν θα πεθάνω ποτέ για τις ιδέες μου, γιατί μπορεί να κάνω και λάθος», έλεγε ο αθεόφοβος –κυριολεκτικά, καθότι άθεος, αλλά και μεταφορικά, με διάθεση θαυμασμού και όχι αποδοκιμασίας– Bertrand Russell, ένας από τους επιφανέστερους διανοούμενους του προηγούμενου αιώνα, βραβευμένος και με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1950. Το έργο του είχε αντίκτυπο στη φιλοσοφία, στη γλωσσολογία, στα μαθηματικά, αλλά και στο παγκόσμιο κίνημα ειρήνης.

Γόνος μεγάλης αριστοκρατικής οικογένειας της Βρετανίας, ο φανατικός ειρηνιστής Russell δεν δίστασε να ασκήσει σκληρή κριτική όταν οι συμπατριώτες του αποφάσισαν να πείσουν τις ΗΠΑ να μπουν στο πλευρό τους στον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα, καταδικάστηκε για αυτό, το 1918, σε φυλάκιση έξι μηνών. Ο Russell ήταν από την αρχή κατά του πολέμου, άποψη για την οποία είχε διωχθεί και από το κολέγιο στο οποίο δίδασκε – πρακτική γνώριμη, δυστυχώς, και στις μέρες μας.

Ο Russell δεν… σωφρονίστηκε κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, δεν έκανε ποτέ εκπτώσεις σε αυτά που πίστευε. Ωστόσο, ευτυχώς –και για εκείνον και για εμάς–, δεν χρειάστηκε να θυσιαστεί για τις ιδέες του.

Πηγή: αθηΝΕΑ

Το 1987 καταγράφηκε ως μία από τις πλέον ακραίες χρονιές στην ιστορία των καιρικών φαινομένων στην Ελλάδα.

Ο Μάρτιος του ίδιου έτους σημαδεύτηκε από παρατεταμένες και σφοδρές χιονοπτώσεις, με το χιόνι να καλύπτει την Αθήνα σε πάχος 10-15 εκατοστών, ενώ οι πολικές θερμοκρασίες κατέκλυζαν την Αττική και την Εύβοια.

Στη Νέα Φιλαδέλφεια το θερμόμετρο έδειξε -4°C, στο Τατόι έπεσε στους -7°C και στα Τρίκαλα Θεσσαλίας καταγράφηκαν εκπληκτικοί -18°C. Παρά την επιστημονική άρνηση της θεωρίας “βαρύς χειμώνας – βαρύ καλοκαίρι”, το 1987 επιβεβαίωσε τραγικά αυτή την ιδέα.

Η θερμοκρασία ξεκίνησε να ανεβαίνει επικίνδυνα από τα μέσα Ιουλίου. Από τις 18-19 Ιουλίου, το θερμόμετρο έδειχνε ήδη 38-39°C, για να φτάσει στις 20 Ιουλίου τους 40°C. Μέχρι τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, οι μέγιστες θερμοκρασίες παρέμεναν σταθερά πάνω από 40°C, με την Ελευσίνα να καταγράφει 45°C και τη Νέα Φιλαδέλφεια 44°C, ενώ ο μέσος όρος άγγιζε τους 43°C. Οι ελάχιστες θερμοκρασίες κυμαίνονταν από 29°C έως 32°C, με μέση τιμή 31°C. Η κατάσταση έγινε αφόρητη λόγω της πλήρους άπνοιας και της υψηλής υγρασίας.

Στην εποχή εκείνη, τα κλιματιστικά ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, οι ανεμιστήρες ανεπαρκείς και η ενημέρωση για τα μέτρα προστασίας από τον καύσωνα ανύπαρκτη.

Αντώνης Καλογιάννης

Ήμουν τσαγκάρης. Σε ένα υπόγειο μαγαζί έφτιαχνα παπούτσια και τραγουδούσα. Με βρήκε ο Μίκης Θεοδωράκης. Μέσα σε μία εβδομάδα τραγούδησα στη Μόσχα στην αίθουσα Τσαικόφσκι, τους ”Μοιραίους” του Κώστα Βάρναλη.

Ήταν τέλος του 1966. Ακολούθησαν 30 συναυλίες σε όλες τις πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης. Τον Μάη του ’67 πήγα στο Παρίσι. Έτσι άρχισαν οι συναυλίες σε πέντε ηπείρους. Με τη Μαρία Φαραντούρη ζήσαμε έντονες στιγμές. Εκατοντάδες εμφανίσεις στο εξωτερικό.

Περνάνε διάφορα από το μυαλό: μνήμες, νοσταλγία, μια επιθυμία. Θα ήθελα να μου ξανασυμβούν όλα αυτά. Δεν πρόσβαλλα τα αυτιά των άλλων. Δεν πρόδωσα κανέναν. Δεν ζήτησα ποτέ από τον εκάστοτε συνθέτη της μόδας, υλικό ανάλογα με το πνεύμα της εποχής. Ποτέ δεν είπα: ”sos παιδιά, θα τραγουδήσω στα μεγάλα μαγαζιά, γράψτε μου κάτι να έχει μεγάλη απόδοση”.

Είμαι περήφανος γιατί δεν συμβιβάστηκα, γιατί δεν απαρνήθηκα αυτό που είμαι. Πορεύτηκα στη νύχτα τραγουδώντας Σικελιανό, Ελευθερίου, Χριστοδούλου. Τραγούδια ωραία με λόγο σοβαρό. Μου άρεσε η ποίηση – ακόμη διαβάζω – δεν μπορούσα λοιπόν να τραγουδήσω κάτι φτηνό. Ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου έφτιαξε τον χαρακτήρα μου. Σε αυτόν οφείλω τη γνωριμία μου με την ποίηση, με τη λογοτεχνία.

Δεν είχα σχέση με τη μάθηση και είμαι ευχαριστημένος που προσπάθησα να μη μείνω αδαής. Άνοιξα κάποια βιβλία, γνώρισα ανθρώπους ξεχωριστούς. Σαράντα χρόνια γεμάτα. Η γενιά μου είχε διωγμούς, στερήσεις, οικογένειες σε εξορίες. Αγωνία για την επιβίωση, όχι για το επιπλέον. Υπήρχε ένα κοινό όραμα. Ύστερα μπήκαν και οι μεγάλοι σε αυτό. Ποιητές και δημιουργοί. Ήταν οι αιμοδότες.

Ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις. Έτσι ακούσαμε Βάρναλη, Σεφέρη, Ρίτσο. Ο λαός αγαπούσε εξίσου τη ”Συννεφιασμένη Κυριακή”, και το ”Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου”. Πάντα φορούσα λευκά ρούχα. Στον Μεσαίωνα το λευκό ήταν στοιχείο πένθους. Είχα πολλά να πενθήσω. Τη ζωή που φεύγει, αυτό που δεν πάει καλά, τους δικούς μου αγνοούμενους, τους άλλους στην εξορία. Λίγες ήταν οι χαρές.

Γεννήθηκα στην Καισαριανή. Εδώ που μένω. Εδώ γονείς, εδώ παιδιά, εδώ έφυγαν όλοι οι αγαπημένοι, από εδώ θα είναι το τελευταίο ταξίδι. Εδώ, στην Καισαριανή, εξοικειωθήκαμε νωρίς με τον θάνατο. Δεν τον προκαλώ αλλά του λέω περήφανα: ”Δε σε φοβάμαι. Έλα να φύγουμε και θα τα πούμε στο δρόμο…”

Αντώνης Καλογιάννης

Εφημερίδα “Καθημερινή”, απόσπασμα από συνέντευξη
στη Γιώτα Συκκά.