Η Αλόμα και τα καλόπαιδα της Συγγρού (διήγημα)

 Το πιο κάτω διήγημα είναι από το υπό έκδοση βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: ένα αμπελοτόπι είναι η ζωή!

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1980, τα δύο μεγάλα πολυκαταστήματα του κέντρου της Αθήνας, το Μινιόν και ο Κατράτζος, παραδόθηκαν στις φλόγες. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική, κι όλα έδειχναν εμπρησμό.

Δύο μέρες αργότερα, την ευθύνη για τις πυρκαγιές ανέλαβε η μυστηριώδης «Επαναστατική Ομάδα Οκτώβρης ’80». Όπως ανέφερε η εφημερίδα Το Βήμα στις 23 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς, η οργάνωση ήταν άγνωστη μέχρι τη μέρα που τα πολυκαταστήματα έγιναν στάχτη.

Σύντομα ακολούθησαν κι άλλοι εμπρησμοί — πάντα συνοδευόμενοι από προκηρύξεις με απειλές για νέα χτυπήματα, ώσπου, όπως έγραφαν, το προλεταριάτο να απελευθερωθεί από τους δυνάστες του και να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής, για να οικοδομηθεί, επιτέλους, η αταξική κοινωνία.

Οι Αρχές βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Οι έρευνες σκόνταφταν σε αδιέξοδα, τα σενάρια οργίαζαν, και η παράλληλη δράση της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» συνέτεινε στη σύγχυση. Φόβος άρχισε να απλώνεται στην κοινωνία — φόβος άγνωστος, πρωτόγνωρος. Πολλές επιχειρήσεις έλαβαν μέτρα αυτοπροστασίας.

Ήταν τότε που βρεθήκαμε, πολλά βράδια, στα γραφεία της εταιρείας όπου εργαζόμουν, στην οδό Συγγρού, για να στήσουμε νυχτερινές βάρδιες φύλαξης. Μικρές ομάδες υπαλλήλων –τρεις, τέσσερις κάθε φορά– συνδράμαμε τον φύλακα για να προστατεύσουμε τον χώρο από πιθανούς εμπρηστές.

 

Δεν θυμάμαι ποιος πρότεινε πρώτος την ιδέα για τις βάρδιες, μα η προθυμία όλων να προστατεύσουμε την περιουσία της εταιρείας ήταν σχεδόν καθολική. Χωριστήκαμε σε ομάδες περιφρούρησης και κάθε βράδυ είχαμε ραντεβού στη Συγγρού. Η πρωτοβουλία μας μπορεί να φαινόταν σε αντίθεση με τα συνθήματα των προκηρύξεων — «κάτω η εκμετάλλευση, φωτιά στα σύμβολα του καπιταλισμού» — αλλά, τέλος πάντων, αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι που δούλευαν στην εταιρεία ένιωθαν ότι το γραφείο ήταν προέκταση του σπιτιού τους. Για μερικούς, ίσως και το αντίστροφο — το σπίτι τους δεν ήταν παρά μια προέκταση του γραφείου. Μια τέτοια κουλτούρα, σπάνια σήμερα, είχε καλλιεργηθεί από τον ιδιοκτήτη και συντηρούνταν μεθοδικά. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το καύσιμο που έδινε ώθηση στην επιχείρηση. Έτσι, από τον κλητήρα και τον νεοσύλλεκτο ασφαλιστή μέχρι τον γενικό διευθυντή, όλοι νοιάζονταν… για το “σπίτι” τους.

Η βάρδια μας ξεκινούσε γύρω στις εννιάμισι — λίγο μετά άρχιζαν να καταφθάνουν και οι τραβεστί. Έτσι τους αποκαλούσαμε τότε, σύμφωνα με το πολιτικά ορθό της εποχής. Ήταν η ώρα που η μεγάλη πιάτσα της Συγγρού έπαιρνε ζωή, απ’ το ύψος του Intercontinental ως το Δέλτα.

Πρώτο πράγμα που παρατηρήσαμε ήταν η έντονη αντιπαλότητα με τις ιερόδουλες — μια άλλη κατηγορία εργαζόμενων, με τη δική της κοινωνική προσφορά. Αν και φαινομενικά η διαμάχη τους αφορούσε την πιάτσα, η αλήθεια ήταν αλλού. Στον ανταγωνισμό για την πελατεία. Στο χρήμα. Πάντα εκεί καταλήγουν όλα.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, ξεχώριζε μια μορφή θρυλική: η Αλόμα.

Είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη σχεδόν δέκα χρόνια πριν και, με τον δυναμικό χαρακτήρα της, είχε καθιερωθεί ως η αρχηγός της Συγγρού. Αγωνιζόταν για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των τραβεστί, συγκρουόταν καθημερινά με την αστυνομία και με τις ιερόδουλες — ώσπου, τελικά, κατάφερε να διαπραγματευτεί μια άτυπη εκεχειρία, ένα modus operandi. Ορίστηκαν, λέει, ακόμα και γεωγραφικά όρια για την «επικράτεια» κάθε πλευράς…

 

Η ομάδα στην οποία ανήκα απαρτιζόταν από τέσσερα άτομα. Επικεφαλής ήταν ο Κώστας, με καταγωγή από τη Λαμία, ένας από τους πρώτους υπαλλήλους της εταιρείας και άνθρωπος με υπερβάλλοντα ζήλο για τα εταιρικά συμφέροντα. Μας μίλησε με ενθουσιασμό και πρακτικότητα για το πώς θα κινούμασταν στη βραδινή βάρδια. Μας έδωσε οδηγίες και δεν παρέλειψε να μας προετοιμάσει για τους ανθρώπους της νύχτας.

Θυμάμαι ακόμα τα λόγια του, ειπωμένα με εκείνο το μείγμα σοβαρότητας και γλυκιάς επιείκειας:
— «Είναι πολύ καλά παιδιά… και μας προσέχουν. Συνήθως τους φτύνουν όλοι, τους κρίνουν χωρίς να ξέρουν. Δεν πρέπει. Έχουν κι αυτοί τα δίκια τους. Θα δείτε ποιοι τους πλησιάζουν τη νύχτα… και θα καταλάβετε.»

Το δεύτερο βράδυ της φύλαξης, Σάββατο πια, η Συγγρού έσφυζε από ζωή. Δεκάδες αυτοκίνητα ανεβοκατέβαιναν τη λεωφόρο, τα παζάρια στις πιάτσες φούντωναν, οι φωνές, τα φώτα και οι υποσχέσεις του δρόμου είχαν πιάσει δουλειά.

— «Πολύ δουλειά απόψε…» λέει γελώντας ο Κώστας. «Θα βγάλουν καλό μεροκάματο — ή μάλλον νυχτοκάματο — και οι δικές μας.»

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν η πόρτα του κτιρίου μας άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ένας ψηλός, καλοχτενισμένος τύπος, ντυμένος με θεατρική υπερβολή. Η εμφάνιση πρόδιδε τραβεστί — αλλά η παρουσία του ήταν κάτι πολύ περισσότερο.

— «Γεια χαρά, καλόπαιδα της Συγγρού, από ένα… κωλόπαιδο της Συγγρού!» είπε, χαιρετώντας μας με σκέρτσο και μπρίο.

— «Ε, όχι και κωλόπαιδο, Αλόμα!» του απάντησε γελώντας ο Κώστας. «Μακάρι να ήταν όλοι οι άνθρωποι σαν κι εσένα. Τι έγινε και μας τίμησες; Έξω γίνεται χαμός, κι εσύ την έκανες απ’ την πιάτσα;»

— «Κωνσταντίνε μου, απόψε δεν έχω κέφι… Ο τελευταίος πελάτης μ’ εκνεύρισε. Πολλή ανωμαλία, βρε αδελφέ! Τον σχόλασα νωρίς. Είδα και νέα πρόσωπα στην παρέα… Δεν θα με τους συστήσεις;»

Ο Κώστας έκανε τις συστάσεις. Ο Μήτσος, ο φύλακας του κτιρίου, την παρακάλεσε να καθίσει στον δερμάτινο διθέσιο καναπέ, ενώ της πρόσφερε ένα ποτήρι νερό.

 

— «Α, και που είστε…» είπε χαμογελώντας με μισόκλειστα μάτια η Αλόμα. «Γνώρισα και το αφεντικό σας!»

— «Ποιο αφεντικό, καλέ;» την πειράζει ο Κώστας. «Στην Συγγρού ένα είναι το αφεντικό, και λέγεται Αλόμα!»

— «Έλα, άσε τα αστεία. Μιλάω σοβαρά. Τον Δημήτρη, τον ψηλόλιγνο… Μου τον σύστησε ο μπάρμπα Μήτσος, προχτές το βράδυ γύρω στις έντεκα, που έφευγε. Μου φάνηκε καλός άνθρωπος. Μου μίλησε εγκάρδια, λες και με ήξερε χρόνια. Με ευχαρίστησε κιόλας, γιατί –λέει– είχα πει σε κάποιους δικούς σας να μην ανησυχούν. Πως εμείς, εδώ κάτω, προσέχουμε τα γραφεία σας. Δεν πρόκειται να τα αγγίξει κανείς… Το ίδιο λέω και σε σας τώρα: Σάββατο βράδυ και να είστε εδώ; Κρίμα. Εμείς είμαστε εδώ. Μην φοβάστε τίποτα.»

— «Σ’ ευχαριστούμε, Αλόμα,» της λέει ήρεμα ο Κώστας. «Αλλά κι εσείς έχετε τη δουλειά σας. Οι πελάτες προηγούνται. Εμείς θα συνεχίσουμε τις βάρδιες μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Να, πριν ένα μήνα, κάψανε τον Λαμπρόπουλο στον Πειραιά… Δύσκολοι καιροί. Είμαστε και ασφαλιστική εταιρεία, ανησυχούμε και για τους πελάτες μας.»

— «Ε, αφού είστε ασφαλιστική, βρείτε μας κι εμάς ένα ειδικό ασφαλιστήριο!» είπε με μισό αστείο και μισή σοβαρότητα η Αλόμα. «Το είπα και στον Δημήτρη προχθές, χαριτολογώντας. Κι εκείνος το πήρε στα σοβαρά! Άρχισε να ρωτά διάφορα για τη δουλειά μας… Ψάχνεται ο τύπος. Θα πάει ψηλά!»

[…]

 


Η πόρτα είχε μόλις κλείσει πίσω της κι εμείς μείναμε αμίλητοι, σχεδόν απορημένοι. Κάποιοι ίσως ένιωσαν άβολα, κάποιοι άλλοι μια περίεργη συγκίνηση. Πάντως όλοι σωπάσαμε. Η πρώτη σιωπή της νύχτας έπεσε ανάμεσά μας σαν πέπλο.

Λίγο αργότερα κατέβηκε ο Κώστας κρατώντας το βερμούτ και τους ξηρούς καρπούς. Του διηγηθήκαμε τα καθέκαστα. Αναστέναξε, κουρασμένα μα όχι απρόθυμα.

— «Τι τραβάνε κι αυτές κάθε βράδυ…» μουρμούρισε. «Τι έχουν δει τα μάτια μου αυτά τα πέντε χρόνια που δουλεύω νύχτα εδώ… Σας το λέω ειλικρινά: τις λυπάμαι. Και θυμώνω με όλους εκείνους τους τύπους που έρχονται μόνο για να ικανοποιήσουν τα καπρίτσια τους.»

Ο μπάρμπα Μήτσος, ο φύλακας μας, είχε ήδη καθίσει στην άκρη της παλιάς πολυθρόνας του και κρατούσε το ποτήρι του με τρόπο λιτό, σχεδόν τελετουργικό. Ήταν από αυτούς που ήξεραν να αφηγούνται – και να ζυγίζουν τις κουβέντες τους.

— «Αυτό το παλικάρι… Για μένα είναι παλικάρι, να το ξέρετε. Το όνομά του είναι Χαράλαμπος. Δεν είχε καν κλείσει τα δέκα όταν ένας ηλικιωμένος χωριανός του τον βίασε. Ήταν κι απ’ τη φύση του… πιο “ευαίσθητος”, όπως λένε. Ήρθε κι έδεσε το κακό.»

Σιωπή. Μια απ’ αυτές τις σιωπές που δεν παγώνουν τον αέρα, αλλά τον βαθαίνουν.

— «Κάποιες νύχτες χειμωνιάτικες, όταν κάνει παλιόκαιρο και δεν βγαίνουν πελάτες, έρχεται εδώ… μαζί με κάποιους άλλους. Λένε τα δικά τους, λένε για τη ζωή. Κι η ζωή, παιδιά μου, δεν είναι ποτέ μία. Είναι πολλές. Άλλες τις ζεις τη μέρα, άλλες τη νύχτα.»

Έμεινε για λίγο ακίνητος, έπειτα συνέχισε με μια φωνή σαν εξομολόγηση:

— «Η νύχτα… η νύχτα βγάζει στη φόρα όλες τις ενοχές της ημέρας. Δικαστής που το πρωί τους δικάζει με αυστηρότητα, το βράδυ γυρίζει εδώ στη Συγγρού να βρει το ταίρι του. Τι έχω δει, τι έχω ακούσει… Δεν μπορείτε να τα φανταστείτε. Κι ούτε είμαι κανένας άβγαλτος — που λέγαμε και στο χωριό μου.»

Όσο μιλούσε ο μπάρμπα Μήτσος, εγώ σκεφτόμουν. Όλα μου φαίνονταν απίστευτα — και την ίδια στιγμή, βαθιά αληθινά. Μια κοινωνία υπήρχε γύρω μου, εντελώς άγνωστη, αθέατη, σαν να ζούσε σε μια παράλληλη πραγματικότητα. Τι δεν ήξερα ακόμα; Πόσα ακόμα έκρυβε η ζωή κάτω απ’ το «δέρμα» της καθημερινότητας;

Θυμήθηκα τότε κάτι που μου έλεγε η γιαγιά μου, όταν, δωδεκάχρονος, είχα φύγει απ’ το σπίτι για να φοιτήσω στο Γυμνάσιο της κωμόπολης. Έμενα μόνος τότε, σ’ ένα μικρό δωματιάκι δύο ώρες μακριά από το χωριό μας:

— «Να προσέχεις τους ανθρώπους. Δεν είναι όλοι όπως φαίνονται. Κάποιοι φορούν μάσκα, όπως τις Απόκριες. Θέλουν να σε γελάσουν, να σου κάνουν κακό. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, παιδί μου.»

Αργότερα, κάπου διάβασα πως ο άνθρωπος έχει πολλά προσωπεία, αλλά ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που συχνά κρύβει επιμελώς. Και η νυχτερινή Συγγρού; Ίσως ήταν ένας τόπος που μερικοί μπορούσαν, επιτέλους, να βγάλουν το προσωπείο και να φανερώσουν το πραγματικό τους πρόσωπο.

 


Είχα μόλις τελειώσει το γράψιμο αυτού του διηγήματος όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος μου ο Αντώνης από την Λιβαδειά.

— «Τι γράφεις αυτόν τον καιρό;» με ρώτησε.

Τον ενημέρωσα πως μόλις είχα τελειώσει ένα κείμενο με τίτλο Η Αλόμα και τα καλόπαιδα της Συγγρού. Του περιέγραψα επιγραμματικά το περιεχόμενο, κι εκείνος έμεινε για λίγο σιωπηλός, ώσπου είπε:

— «Τι μου θύμισες τώρα… Είχαμε κι εμείς στην πόλη μας μια “Αλόμα”! Σίγουρα είχε δανειστεί το όνομά της απ’ τη διάσημη της Συγγρού. Μόνο που η δική μας δεν ήταν απλώς τραβεστί· ήταν και… μάγος. Κυριολεκτικά!»

Κι άρχισε να μου διηγείται.

Η “Αλόμα” της επαρχίας δεχόταν πελάτες που πήγαιναν είτε για να λύσουν τα μάγια είτε —πολύ συχνότερα— για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους. Ανάμεσά τους και ένας διάσημος κλαρινίστας, γνωστός σε όλο το πανελλήνιο. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη του πως η Αλόμα τού είχε σταθεί σε δύσκολες στιγμές, που όταν πέθανε —λίγα χρόνια αργότερα— πήγε στο νεκροταφείο, μεσάνυχτα, και έπαιξε για εκείνη με το κλαρίνο του.

Ο Αντώνης έμενε τότε κοντά στο κοιμητήριο. Στο άκουσμα του κλαρίνου, πετάχτηκε έξω, όπως και δεκάδες άλλοι από τα γύρω σπίτια. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από τον τάφο της επαρχιακής Αλόμα, παρακολουθώντας τον σπουδαίο καλλιτέχνη να παίζει αυτοσχέδια μοιρολόγια — με πάθος, με δάκρυα, με θλίψη.

Εικόνα σουρεαλιστική. Νύχτα, τάφος, κλαρίνο και σιωπηλοί άνθρωποι γύρω του, σαν σκηνή θεάτρου του παραλόγου. Ή ίσως και όχι.

Ίσως, τελικά, εκείνη τη στιγμή, η μουσική να μην παρηγορούσε μόνο εμάς — αλλά και τον νεκρό. Τον μάγο, την τραβεστί, τον παλιάτσο της νύχτας. Την Αλόμα.

Τι να πεις; Σύμπτωση; Μύθος; Ή απλώς, η δύναμη της μνήμης που ξέρει να ενώνει τις πιο μακρινές ζωές;

Εκείνη τη στιγμή, φευγαλέα, πέρασε από μπροστά μου η μορφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Του αιρετικού, ευάλωτου, Θεσσαλονικιού ποιητή. Και σιγοψιθύρισα από μέσα μου τους στίχους του:

«Τι γυρεύω εγώ αυτές τις νύχτες;
Τι γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τους δρόμους
που άγρια τους φορολογεί η νύχτα;»

Διήγημα από το υπό έκδοση βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: ένα αμπελοτόπι είναι η ζωή

Άγιος Πορφύριος και τα Δερβενοχώρια Βοιωτίας

Το πιο κάτω κείμενο είναι του Χ.Μιχα

Δεν θα ήθελα να γράψω πολλά λόγια για τον μεγάλο Άγιο της Εποχής μας τον Γέροντα Πορφυριο καθώς αυτό θα ήταν ιδιαίτερα τολμηρό για μενα και ισως αδικο για τον ιδιο τον Αγιο , …..αφου τους Αγιους, μονο Αγιοι μπορουν να τους περιγραψουν…. εμεις μονο να ψελλίσουμε ισως καποιες μαρτυριες που ειδαμε η ακουσαμε και να διδαχθουμε από τον λογο του και τις πραξεις του , θα ηθελα να πω μονο ότι μελετώντας τον βιο του, ο Αγιος αυτος ηταν πραγματικά ένα δωρο του θεου στο κοσμο , ενας ουρανιος ανθρωπος που πατησε το ποδι του στην Γη, Χριστοειδως και Χριστοκεντρικα , εζησε αγελικα εκλπηρωσε την θεια αποστολή του κατά τον καλυτερο τροπο και ανυψωθηκε για εκει οπου ανήκε παντοτε ……στην Χαρα και Δοξα του Κυριου και θεου μας Ιησου Χριστού και από εκει μεσιτευει τωρα για μας και για αυτό που αγαπησε σε ολη του την ζωη …..τους ανθρωπους , την πλαση και την οικουμενη ολη

Γι αυτό λοιπον ο σκοπος μου μονο είναι να κανω γνωστο ότι είχαμε την μεγαλη ευλογία την δεκαετία του 1970 ο Αγιος αυτος να περασει πολλές φορές από το χωριό μας τα Σκούρτα και μάλιστα να φιλοξενενηθει σε φιλική οικογενεια και να αγορασει και ακινητο με σκοπο να φτιαξει Ναο πριν ακομη εγατασταθει στο Μηλεσι Αττικής οπου ανεγερθηκε από τον ιδιο τελικα , ο Ναος της Μεταμορφωσεως του Σωτήρα

Στην παρουσια του εδώ ηταν αδυνατο να κατανοησει ο κόσμος και οσοι τον γνωρισαν τα μεγαλα χαρισματα του Γεροντα από την ακρα ταπεινωση του και την διακριση των οσων εκανε και ελεγε …

Περιληπτικά και μονο λίγα λόγια απο τις επισκέψεις του Αγίου Πορφυρίου στα Δερβενοχώρια καθως κάθε δευτερολεπτο στην ζωη του ηταν μια βιοπνευματική εμπειρια και αποτελουσε ενα σημειο ένωσης του με τον θεο…..

Όταν πήγε στο αγροκτημα….. του αρεσε παρα πολυ επειδη όπως είπε αυτό είχε χωρίς ενδιαμεσο φυσικό εμπόδιο πολύ καλή Ανατολή και Δύση δηλαδή ήταν μεσημβρινό με πλουσια πευκόφυτη κάλυψη του βορρά από το βουνό , εχοντας πλάτη τον ορεινό αυτόν όγκο ώστε να προστατεύεται από βορειους ανέμους , με θέα στον Νότο και με μεγαλη ορατοτητα σε μεσο υψομετρο , σε επίπεδο σχεδον ύψωμα και ταυτοχρονα έκανε ακαριαία μετρήσεις για ανέμους , θερμοκρασία , κλίμα ,υγρασια , σαν φυσικός επιστημονας , περιγραφοντας τα παντα κλπ

Παρολο που το κτημα αγοραστηκε από τον ιδιο δεν προχωρησε στην ανεγερση του Ναου καθώς με το Διορατικο του Χαρισμα διεκρινε αντιδρασεις από κατοικους και το κτημα αυτό το επεστρεψε μεταβιβαζοντας το , στον πνευματικο τεκνο τον Πολιτικο Μηχανικό Π.Ι

Στο κτήμα που ήθελε να κτίσει το μοναστήρι …όταν του είπαν ότι είναι άγριο δηλαδη πετρωδη ….είχε πει …μωρέ μην το βλέπεται έτσι τώρα…. θα ρίξουμε χώμα θα φυτέψουμε δέντρα θα κάνουμε παρτέρια …

Όταν του είχε πει ο πατέρας μου ως πρόεδρος της Κοινοτητας ότι θέλουν νερό του είπε…… ότι δεν υπάρχει στον κάμπο πουθενά,μόνο σε βάθος κάτω από τριακόσια μέτρα εξηγώντας τους λόγους και περιγραφοντας τις διεστρωμστωσεις του υπεδάφους ,σαν γεωλόγος γεωφυσικός επιστήμονας
Όταν πολλά χρόνια αργότερα έκανε γεώτρηση η κοινότητα βρέθηκε νερό στα 305 μέτρα ,προς επιβεβαίωση των προλεχθεντων από τον Άγιο

Είχε πει ακομη ότι μέσα στο βουνό με την ονομασία Πάστρα υπάρχει λίμνη τεράστια και επιβεβαιώθηκε και σε αυτό καθώς όταν έγινε αργότερα υπόγεια συρραγγα για τον Μόρνο ,έπεσαν πάνω στην λίμνη και μάλιστα άλλαξαν την πορεία της συρραγγας για τεχνικούς λόγους

Στο περασμα του από την Περιοχή Άγιος Αθανάσιος Σκούρτων τέσσερα περίπου χιλιόμετρα από τα Σκουρτα ,οποu τον είχε πάει ο πατέρας μου να του δείξει κάποια έκταση σε ένα κωνοειδη λοφο για ανέγερση Μοναστηριού .Ο Άγιος με το Προφητικό του χάρισμα είπε τότε , ότι είναι πολύ ευλογημένο μέρος….. αλλά θα έλθει άλλος …..πράγματι μετά από είκοσι χρόνια περίπου ανεγέρθηκε η Μόνη Αναλήψεως από τον πατέρα Πολύκαρπο ,προς πλήρη επιβεβαίωση των λεγόμενων του Αγίου

Στην συνέχεια για να πείσει ο Άγιος ότι είναι ευλογημένο μέρος , με το διορατικό του χάρισμα , του υπέδειξε από απόσταση δύο μέρη αντιδιαμετρικά μεταξύ τους λέγοντας του ότι εδώ ζούσαν μοναχοί . To πρώτη στην θέση ΄΄Κιμινια ΄΄και το δεύτερη στην θέση ΄΄λεδιζες΄΄ …..και για να γίνει ακόμη πειστικοτερος του είχε πει ότι υπάρχει και πηγάδι στην θέση Κιμινια δείχνοντας και περιγράφοντας από αποσταση το πηγάδι αυτό στην κάθε λεπτομέρεια του .Ο Άγιος Πορφύριος είχε υπολογίσει με απίστευτη μαθηματική ακρίβεια ακόμη και την διάμετρο και το βάθος του πηγαδιού και μάλιστα χωρίς να το έχει δει ποτέ του , από μακρινή απόσταση με φυσικά εμπόδια βουνά μπροστά του , λέγοντας ότι υπήρχαν και ασκητες και καλύβες Μοναχών…

Υπάρχουν μάλιστα ψηλά προς το βουνό θεμελιώσεις,που δείχνουν ίχνη κατοίκησης που τις υπέδειξε ….πέρασαν εικόνες από το μυαλό του ,των Μοναχών , περιέγραψε πόσοι ήταν , πως ζουσαν κλπ , λεγοντας ότι καλλιεργούσαν μια μικρή κοιλάδα ,ότι ο μοναχισμός εξαφανίσθηκε από την περιοχή περίπου το 1300 ,από λεηλασίες και τελικά από κάποια λοιμώδη νόσο και έμεινε το σημείο έτσι έρημο έως σήμερα για 700 χρονια ,ενώ ο μοναχισμός εκεί κράτησε περίπου 2οο χρόνια
Διεκρινε ότι ασκητεψαν στο σημείοσ την ακμή του, περίπου 50 Μοναχοι,με κεντρικό Ναο τον Άγιο Αθανάσιο , ενώ υπήρχαν και άλλοι Ναοί τριγύρω .Οι άλλοι Μοναχοί στις λεδιζες εκκλησιάζονταν και στον Προφήτη Ηλία που ηταν παλαιό μετοχη της Μονής Σινά το οποίο είναι δυτικότερα
Ο Άγιος είχε υποδείξει και τρίτο σημείο όπου ζούσαν Μοναχοί Ασκητες στην θέση Ευαγγελίστρια Σκούρτων σε χαράδρα της Πάρνηθας

Ειχε πει μάλιστα ότι θα βρεθεί και σκήνωμα του τελευταίου ηγουμένου σε καποια  από τις Μονες στης περιοχής μας στα Σκουρτα που επισκέφθηκε και συγκεκριμένα του Ηγουμένου Αρσενίου άφθαρτο και αναλοιωτο εκατό χρόνια από την κοίμηση του και θα Αγιοποιηθει

Είχε μιλήσει και για αναβίωση του Μοναχισμού στον Αγιο Αθανασιο , τον Προφητη Ηλία και την Ζωοδοχο Πηγη .Σήμερα και στις τρεις αυτές Μονες όπως είχε προλεχθεί από τον ίδιο , αναβιωσε ο μοναχισμός , καθως έχουμε τους πρώτους Μοναχούς στον Προφητη Ηλια μετά από τόσα πολλά χρόνια και τις πρώτες Μοναχές στις άλλες δύο Μονές, στην Αναληψη και στην Ζωοδοχο Πηγη .

Στην Ευαγγελίστρια Πάρνηθας υπάρχει Ναός αγνώστου Αγίου ,οι κάτοικοι την ονομάζουν δίδυμη εκκλησία γιατί υπάρχει όμοια της σχεδόν απέναντι της , δηλαδή της ίδιας τεχνοτροπίας του 10 αιωνα πολύ κοντά στην πρώτη εκκλησία .Όταν είχε πάει εκεί ο Άγιος εισερχόμενος στον Ναό έψαλε το απολυτίκιο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα ….είδε και εκεί Ασκητές λέγοντας …οι ευλογημένοι έκαναν απόδειπνο στα βράχια

Στην θέση Τσιγγουρατι ζήτησε να σταματήσουν για λίγο και κινήθηκε μόνος του για δέκα λεπτά περίπου μέσα σε πουρνάρια ,στο σημείο αυτό υπάρχει ερειπωμένος Ναός ,οι κάτοικοι λένε ότι ήταν της Παναγίας ,προφανώς διαισθάνθηκε την ύπαρξη του από απόσταση βρισκόμενος μέσα στο αυτοκίνητο και σταμάτησε εκεί χωρίς να πει τίποτε άλλο .Ο ναός σήμερα οπου φαίνονται μόνο οι θεμελιώσεις του δηλαδή οι πέτρες …..,μόνο οι κάτοικοι γνώριζαν ότι υπήρχε εκκλησία εκεί παλαιά
Έχει δει οστά μοναχών σε κάποιο σημείο των περιηγησεων του και μάλιστα για κάποιο από αυτά το αναγνωρισε βλεποντας το και λεγοντας και το όνομα του Μοναχου …

Όταν ηλθε στο οροπέδιο είδε προϊστορικούς ανθρώπους τουλάχιστον σε δύο σημεία. Αργότερα η αρχαιολογική υπηρεσία ανακάλυψε νεκροταφείο και πράγματι τα οστά ήταν κατά πολύ μεγαλύτερα από τον μέσο όρο του ανθρώπου σήμερα , ενώ σε θέσεις που είχε δει προϊστορικούς οικισμούς επιβεβαιώθηκε από την ταυτοποίηση τους που έκανε η αρχαιολογική υπηρεσία πολλά χρόνια αργότερα

Σε ιδιώτη κάτοικο που τον επισκέφτηκε κακόβουλα του συνέστησε να πάει την κόρη του στον ιατρό και στον ίδιο να εξομολογηθεί .Πράγματι η κόρη είχε ιατρικό πρόβλημα το οποίο διέγνωσε ο Άγιος και θεραπεύτηκε .Ο κάτοικος δεν πήγε για εξομολόγηση και μετά από λίγο καιρό απεβίωσε ,προφανώς ο Άγιος είχε δει τον θάνατο του

Στον Π.Ι που τον συνοδευε ο οποίος αγόραζε κτήματα Δασικά στην περιοχή μας του είχε πει μην αγοράζεις γιατί θα τα χάσεις τα κτήματα .Πράγματι το 1979 τα δάση με συνταγματική διάταξη περιήλθαν όλα στην κυριότητα του Δημοσίου και τα έχασε ως δασικές εκτάσεις
Του είχε πει , δεν θα προλάβεις να κάνεις τίποτε και τον προετρεψε να παει στον γιατρό πιάνοντας του τον σφιγμο του καρπού του γιατί το αίμα του δεν είναι καλό και ότι είχε πρόβλημα στα νεφρά .Ο ιδιος όμως τον αγνόησε και δεν πήγε έγκαιρα σε ιατρό και όταν πήγε πολύ αργότερα επιβεβαιώθηκε ο Άγιος στην διαγνωση που ειχε κανει με το χαρισμα του

Περνώντας από την περιοχή Μαζαρεκα Σκούρτων είχε πει …μωρέ εδώ είναι πολύ καλή περιοχή πολύ εύφορη , εδώ κάνει πολύ καλό σιτάρι ,σαν καθηγητής Γεωπονίας

Στην θέση Κορτσι Στεφανής Δερβενοχωρίων είχε πει …..μωρέ εδώ ζούσαν παλαιά άνθρωποι ,πράγματι μετά από δεκαπέντε χρόνια η αρχαιολογική υπηρεσία την ανακήρυξε ως αρχαιολογική θέση μετά από έρευνα Αμερικανικού Πανεπιστημίου στο οροπέδιο

Είχε έλθει πολλές φορές ,απλός λιτός ταπεινός ολιγολογος ,έδινε την αίσθηση του ασθενικου, μιλούσε λίγο , οσο επρεπε , οπου επρεπε , οτι επρεπε ….

Καταλαβαινε τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω του χωρίς να δυσανασχετεί καθόλου λέγοντας μωρέ οι κάτοικοι εδώ δεν με θέλουν το ξέρω ….

Σίγουρα στο πέρασμα του, έκανε , είδε και είπε πολλά πράγματα που ήταν αδιανόητο να κατανοηθούν από κατοίκους ….,σιγά σιγά όμως ο καθένας έχει μια προσωπική μαρτυρία που καταμαρτυρεί και φανερώνει την Αγιοσύνη του

Μακάρι να μας αξιωσει να γίνει ο Ναός που τοσο ηθελε ο Αγιος και να Ευλογείται ο τόπος μας από τον Άγιο Πορφύριο
Την ευχη του να εχουμε

Χρήστος Μίχας.