Προγόνων ρίζες

Συνέχεια

Γράφει ο Χρήστος Μίχας

Παναγιώτης Καλμπένης

(1913–2013)

Ο Παναγιώτης Καλμπένης γεννήθηκε στα Σκούρτα Βοιωτίας στις 25 Νοεμβρίου 1913, αν και ο ίδιος συχνά ανέφερε ως έτος γεννήσεως το 1911.

Ήταν τρίτης γενιάς απόγονος της ιστορικής οικογένειας των Λεπενιώτηδων, ονομαστής φάρας αγωνιστών που έδρασε στα προεπαναστατικά χρόνια κατά των Τούρκων στα Άγραφα. Μετά την Επανάσταση του 1821, οι Λεπενιώτηδες και άλλες οικογένειες Σαρακατσάνων βλαχοποιμένων μετοίκησαν νομαδικά προς τη Ζήρεια Κορινθίας και αργότερα εγκαταστάθηκαν στα υψίπεδα της Πάρνηθας.

Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Καλμπένης και μητέρα του η Μαρία Κωνσταντίνου Ίσσαρη.

Τα αδέλφια του ήταν ο Φώτης, ο Γιώργος, ο Αθανάσιος, η Χριστίνα, η Σοφία και η Αικατερίνη.

Το επώνυμο «Καλμπένης» προέκυψε από παραφθορά του «Λεπενιώτης» σε παλαιά απογραφή, πιθανώς για λόγους απόκρυψης στοιχείων εκείνης της εποχής, λόγω της προεπαναστατικής δράσης της οικογένειας.

Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό τον Σεπτέμβριο του 1935 και υπηρέτησε στο 1ο Σύνταγμα Αντιαεροπορικών Αθηνών, από όπου απολύθηκε το 1938 ως χειριστής αντιαεροπορικών.

Με την κήρυξη του πολέμου, επιστρατεύτηκε ξανά στις 28 Οκτωβρίου 1940 και υπηρέτησε για επτά μήνες στο μέτωπο της Αλβανίας, συμμετέχοντας στις νικηφόρες επιχειρήσεις της 2ης Μεραρχίας στο Καλπάκι, το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι και αλλού.

Το 1942 εντάχθηκε στη μαχητική ομάδα του ΕΛΑΣ Σκούρτων και έλαβε μέρος στην ιστορική Μάχη της Πύλης κατά των Γερμανών (16–18 Οκτωβρίου 1943).

Το 1936 παντρεύτηκε στα Σκούρτα την Αγαθή Γεωργίου Αγάθη (Γάτση), απόγονο του Κώστα Σκουρτανιώτη και της Σοφίας Πέππα από το Πράσινο.

Με την Αγαθή έζησαν αρμονικά επί 75 χρόνια και απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Αλέξανδρο, τη Μαρία, τη Σταυρούλα και τον Ιωάννη.

Μετά τον πόλεμο έμεινε στα Σκούρτα και εργάστηκε σε όλη του τη ζωή ως κτηνοτρόφος και ρητινοσυλλέκτης, δίνοντας αδιάκοπο αγώνα επιβίωσης στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.

Υπηρέτησε ως εκκλησιαστικός επίτροπος της Ενορίας Σκουρτών για πάνω από τριάντα χρόνια, συμβάλλοντας ιδιαίτερα στην ανέγερση του ναού του Αγίου Αθανασίου.

Με τα χρόνια κέρδισε τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων των συγχωριανών του.

Υπέργηρος πλέον, και με διαύγεια πνεύματος μέχρι το τέλος, εξιστορούσε περιστατικά από τον μακρύ βίο του: τα παιδικά του χρόνια, τις ρίζες της οικογένειας στα Άγραφα, τη νομαδική ζωή των προγόνων του, τη μετοίκησή τους στη Ζήρεια —όπου σώζεται ακόμη το τοπωνύμιο «Η στρουγκα του Καλμπένη»— τις εμπειρίες του στο αλβανικό μέτωπο, την οπισθοχώρηση, τον εμφύλιο και τον δύσκολο βίο του κτηνοτρόφου.

Έζησε ζωή γεμάτη αγώνες, αξιοπρέπεια και προσφορά. Έδινε απλόχερα την ευχή του σε όλους, μένοντας σύμβολο ήθους για την τοπική κοινωνία.

Απεβίωσε το 2013, αφήνοντας σε εμάς, τα εγγόνια του, μια βαριά και τιμημένη παρακαταθήκη.

Χρήστος Μιχας

προληπτική αλλαγή

Κάθε οργανισμός που θέλει να έχει μέλλον πρέπει να καλλιεργήσει τη νοοτροπία της προληπτικής αλλαγής — όχι από φόβο, αλλά από συνείδηση. Γιατί στο τέλος, δεν επιβιώνει ο ισχυρότερος, ούτε ο πιο έξυπνος, αλλά αυτός που προσαρμόζεται πιο γρήγορα.

Προγόνων ρίζες …

Γράφει ο Χρήστος Μιχας

Σε μια κοινωνία όπου ίσως αύριο να μη γνωρίζουμε ποιος κατοικεί δίπλα μας, ούτε ποια συγγένεια μάς δένει με τον απέναντι…

σε μια κοινωνία που αφήνει τις ρίζες της να ξεθωριάζουν…

Υπήρξαν άνθρωποι που έζησαν ζωές μέσα στις οποίες καθρεφτίζεται κι ένα δικό μας κομμάτι· ένα νήμα που μας συνδέει με ό,τι υπήρξε πριν από εμάς.

Γι’ αυτό παραθέτω τα παρακάτω κείμενα για τους παππούδες μου — όχι για να υψώσω πρόσωπα, αλλά για να βρούμε, μέσα από πολλές τέτοιες ιστορίες προγόνων μας, το νήμα που ακόμη μας ενώνει όλους.

Χρήστος Ηρακλή Μίχας

(1892–1977)

Ο Χρήστος Ηρακλή Μίχας γεννήθηκε στα Σκούρτα Βοιωτίας το 1892 και πέθανε το 1977, σε ηλικία 85 ετών.

Μητέρα του ήταν η Φωτεινή Τζέλα και αδέλφια του ο Σταύρος, ο Κυριακός, η Μαρία, η Όλγα και η Αλεξάνδρα.

Η καταγωγή των προγόνων του ήταν η Λιβαδειά. Μετοίκησαν στην Αλίαρτο και στη συνέχεια, στα προεπαναστατικά χρόνια, ζούσαν ως ποιμένες στην Ασωπία. Αργότερα βρήκαν καταφύγιο και προστασία στα ορεινά Δερβενοχώρια, μετά από επεισόδιο με τους Τούρκους, λόγω συγγένειας με τη γυναίκα του Αθανασίου Σκουρτανιώτη.

Υπήρξε στρατιώτης της κλάσεως 1913, με ειδικότητα πολυβολητής. Κατατάχθηκε ως κληρωτός και υπηρέτησε σε μονάδες ιππήλατου πυροβολικού. Μετά από μήνα εκπαίδευσης στη Χαλκίδα, στάλθηκε στο μέτωπο του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, στο 4ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον συνταγματάρχη Δ. Παπακυριαζή. Διακρίθηκε στις μεγάλες μάχες και στις νίκες κατά των Βουλγάρων στη γραμμή Κιλκίς–Λαχανά.

Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914–1915), στις επιχειρήσεις στο Σκρα και αργότερα στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Ακολούθησε η συμμετοχή του στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (Κριμαίας) το 1917, με τη 2η Μεραρχία του Α΄ Σώματος Στρατού, στο 3ο Σύνταγμα, υπό τον Γ. Κονδύλη. Όπως ο ίδιος αφηγείτο, μετά την ήττα των συμμάχων, η επιστροφή έγινε δια ξηράς από την Κωστάντζα της Ρουμανίας, ύστερα από τρίμηνη πεζοπορία.

Από το 1919 και για τρία χρόνια υπηρέτησε στη Στρατιά της Μικράς Ασίας, ακολουθώντας την πορεία του Α΄ Σώματος Στρατού μέχρι τον Σαγγάριο ποταμό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες (Ουσάκ, Τσεντίζ, Προύσα, Εσκί Σεχίρ, Σαλιχλί κ.ά.).

Με την άτακτη υποχώρηση του στρατού διασώθηκε την τελευταία στιγμή και διέφυγε με βάρκα στη Χίο και από εκεί στην Αθήνα.

Συγκινημένος περιέγραφε τη στιγμή της αναχώρησης από τα μικρασιατικά χώματα, όταν δόθηκε εντολή να μη μείνει πίσω τίποτα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο εχθρός. Τότε έδωσε για τελευταία φορά τροφή στο άλογό του και στη συνέχεια το πυροβόλησε… Γεγονός που δεν ξέχασε ποτέ και τον στιγμάτισε· από τότε έως τα βαθιά γεράματα προτιμούσε να μείνει νηστικός ο ίδιος παρά να λείψει τροφή από τα ζώα του.

Ως λάφυρο πολέμου έφερε ένα ασημοστόλιστο όπλο από τις οδομαχίες στο Σαλιχλί, το οποίο αργότερα του κατασχέθηκε στα χρόνια της δικτατορίας.

Μιλούσε πάντα με θαυμασμό για τους ηγήτορες του Ελληνικού Στρατού, που αργότερα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Για τη δράση του τιμήθηκε με στρατιωτικό παράσημο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με Δίπλωμα Παλαιών Πολεμιστών από την Πολιτεία. Είχε επίσης λάβει μετάλλιο σε στρατιωτικούς αθλητικούς αγώνες στο άλμα εις μήκος στη Θεσσαλονίκη.

Για δέκα συνεχόμενα χρόνια βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αγώνων του Έθνους.

Κατάκοπος επέστρεψε τον Σεπτέμβριο του 1922. Η οικογένειά του, που τον θεωρούσε νεκρό, δυσκολεύτηκε αρχικά να τον αναγνωρίσει.

Μετά το κάψιμο των χωριών από τους Γερμανούς, έζησε —όπως και πολλοί άλλοι Δερβενοχωρίτες— για χρόνια έξω από το Λοιμωδών Νοσοκομείο στην Αγία Βαρβάρα, σε πρόχειρα καταλύματα και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Τον Ιανουάριο του 1944 συνελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής και στάλθηκε στο Χαϊδάρι για εκτέλεση. Δραπέτευσε όμως με άλλους Δερβενοχωρίτες και σώθηκε.

Ο αδελφός του, Σταύρος, δεν τα κατάφερε· συνελήφθη, οδηγήθηκε στο Άουσβιτς και δεν γύρισε ποτέ.

Τον Φεβρουάριο του 1944 παρασύρθηκε από γερμανική φάλαγγα στο Αιγάλεω, υπέστη διάσειση και προσωρινή αμνησία, και νοσηλεύτηκε για έξι μήνες στον Ερυθρό Σταυρό.

Φιλότιμος, τίμιος και εργατικός, συνέχισε τη ζωή του στα Σκούρτα ως ρητινοσυλλέκτης και κτηνοτρόφος, προσφέροντας παράλληλα στα κοινά.

Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Κοινότητας (1925–1928) και πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής (1935–1942).

Παντρεύτηκε τη Βασιλική Ντάρδα το 1924 και απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τη Γεωργία, την Όλγα, τη Φωτεινή και τον πατέρα μου, Ευάγγελο Μίχα.

Ο Χρήστος Μίχας ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους της γενιάς που έζησαν πολλά, άντεξαν περισσότερα και έγραψαν τη δική τους μικρή ιστορία με πόνο, φτώχεια, ιδρώτα και αίμα.

Η ζωή του υπήρξε δύσκολη, αλλά γεμάτη αξιοπρέπεια — και ίσως αυτό ήταν το μεγαλύτερο παράσημό του.

Χρήστος Μίχας

Συνεχίζεται ..