Ο κλέφτης των σύκων

Ο κλέφτης των σύκων Πρόκειται για ενασχόληση απελευθερωτική, σχεδόν μυστικιστική. Ο κλέφτης σύκων είναι ταυτοχρόνως κατσαπλιάς, παρτιζάνος, οικολόγος εναλλακτικός, τερψιλαρύγγιος αστός και ακραίος (νεο)φιλελεύθερος

Δημήτρης Ευθυμάκης 16 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2019,

Ο Jesus Christ (πριν γίνει κινηματογραφικός super star), στις μακρές πορείες του μέσα στην άνυδρη Ιουδαία και στην αμαρτωλή Σαμάρεια, συναντήθηκε πλειστάκις με την συκιά. Δέντρο που ταιριάζει απόλυτα με μεσογειακό (πόσο μάλλον με το βιβλικό) τοπίο, γαντζωμένο σε πυρωμένες πλαγιές και πετρώδη αφρόντιστα εδάφη, φαίνεται ότι ξεφύτρωνε τακτικά μπροστά στα σκονισμένα σανδάλια του θεανθρώπου, ποιος ξέρει γιατί. Η σχέση τους πάντως δεν πήγε καλά, καθώς έπεσε θύμα μιας απρόσμενης επιθετικότητας εκ μέρους του συνήθως νηφάλιου και προσηνούς Ιησού. Στα προάστια των Ιεροσολύμων συνάντησε μια συκιά, την πλησίασε, έψαξε για σύκα να φάει, αλλά πάνω στα κλαδιά της βρήκε μόνο φύλλα. Εκνευρίστηκε, την καταράστηκε κι αυτή ξεράθηκε στο άψε σβήσε.

Συμπέρασμα: Η πείνα είναι κακός σύμβουλος και για θεούς και για ανθρώπους και για το ενδιάμεσο τους.

Κάθε Αύγουστο αναθυμούμαι αυτή την αψυχολόγητη θεϊκή κατάρα, καθώς ξαμολιέμαι στα χωράφια για να τρυγήσω τα (ξένα) σύκα που φέρνουν μαζί τους τα μελτέμια του ύστερου καλοκαιριού. Σε αντίθεση με τον Jesus Christ, εγώ θεωρώ την συκιά (και τον καρπό της) πραγματικό μνημείο της φύσης, άξιο θαυμασμού και όχι αναθέματος.

Κατά τούτο ταυτίζομαι πλήρως με τους αρχαίους άνδρες Αθηναίους, οι οποίοι προκειμένου να αποτρέψουν την κλοπή και το λαθρεμπόριο των σύκων (ειδικά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου), είχαν θεσπίσει την φοβερή και τρομερή κρατική θέση του συκο-φάντη (αυτού που φυλάει-φανερώνει τα σύκα). Αν αυτές τις μέρες έπεφτα στα χέρια κάποιου συκοφάντη, τον είχα στο τσεπάκι μου τον εξοστρακισμό έτσι που πετσοκόβω τα σύκα άλλων νοικοκυραίων και τα καταναλώνω αυθωρεί και παραχρήμα. Το εξομολογούμαι λοιπόν ευθέως.

Όπως άλλοι είναι εξαρτημένοι απ’ το τσιγάρο ή το αλκοόλ, εγώ είμαι εξαρτημένος με το κλέψιμο των σύκων τον Αύγουστο. Δεν νοούνται διακοπές δίχως το ξαφνικό φρενάρισμα του αυτοκινήτου μου σε επαρχιακό δρόμο, σε κάποια στροφή του οποίου προβάλλουν απρόσμενα οι φυλλωσιές μιας κατάφορτης με ζουμερούς καρπούς συκιάς, αγνώστου ιδιοκτήτη φυσικά. Δεν με νοιάζει αν είναι άσπρα, μαύρα, βασιλικά, καλαματιανά, ηπειρώτικα ή κάποιας άλλης άγνωστης ντόπιας ποικιλίας. Το ίδιο μου συμβαίνει και στα σύνορα έρημων χωραφιών στα ενδότερα νησίδων του Αιγαίου ή χερσονήσων της νότιας χώρας, όπου παμπάλαιες συκιές συνεχίζουν να στέκονται αγέρωχες, σαν πινελιές βαθέως πρασίνου μέσα σ’ έναν ωκεανό θερινής ξεραΐλας. Καμιά δεν γλυτώνει απ’ την μανία μου, αν και συχνά πυκνά γδέρνω τα χέρια μου και σπάω τα ποδάρια μου σκαρφαλώνοντας σε ετοιμόρροπους πέτρινους τοίχους που ψευτόχτισαν παλιοί άνθρωποι, οριστικά φευγάτοι εδώ και τρεις ή πέντε γενιές.

Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην διατροφική αξία ή στα απαράμιλλης νοστιμιάς ζάκχαρα που περιέχουν τα σύκα. Πολλώ δε μάλλον στην ευεργετική τους επίδραση επί της αφοδεύσεως. Δεν είμαι ούτε διατροφολόγος, ούτε φρουτογευσιγνώστης, ούτε γαστρεντερολόγος. Είμαι ένας απλός κλέφτης σύκων. Ως τέτοιος δεν πολυψειρίζω τα πράγματα. Ο κλέφτης ζει για το σήμερα, άντε και για το αύριο. Είμαι επίσης ένας αυθεντικός θαυμαστής της ίδιας συκιάς. Του μόνου δέντρου που ενώ ανήκει στην ιδιοκτησία του ανθρώπου, αδιαφορεί πλήρως για τις υπηρεσίες που μπορεί να της παράσχει όπως οργώματα, ψεκάσματα, λιπάνσεις, κλαδέματα ή ποτίσματα. Η μοναχική συκιά ζει ερήμην του γεωργού και της τεχνογνωσίας του. Ζει επίσης αδιαφορώντας για την αρνητική φημολογία που την συνοδεύει, προφανέστατα εξ αιτίας του παράλογου πολέμου που είχε κηρύξει ο πρωτοχριστιανισμός εναντίον της:

Ο Ιησούς την καταράστηκε, ο προδότης Ιούδας κρεμάστηκε στα κλαδιά της, ο αέρας κάτω απ’ τον ήσκιο της είναι αραιός και θανατηφόρος, στην ρίζα της φωλιάζουν οχιές ή αστρίτες και άλλα παρόμοια. Μυθολογία αστήρικτη και καταφανέστατα άδικη, για ένα δέντρο που δεν ζητά ποτέ την στήριξη κανενός.

Επανέρχομαι στο κλέψιμο των σύκων. Πρόκειται για ενασχόληση λυρική, απελευθερωτική, σχεδόν μυστικιστική. Ο κλέφτης σύκων είναι ταυτοχρόνως παρτιζάνος κατσαπλιάς, οικολόγος εναλλακτικός, τερψιλαρύγγιος αστός και ακραίος (νεο)φιλελεύθερος. Παραλλήλως και την ίδια στιγμή, απαλλοτριώνει προϊόντα ξένης ιδιοκτησίας που θα ‘πρεπε να ανήκουν σε όλους, έρχεται σε βιωματική επαφή με την φύση, χαρίζει στον ουρανίσκο σου σπάνιες εκρήξεις ανόθευτης γεύσης και αποθεώνει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Θεωρώ δε τον «κλέφτη σύκων», κατάφωρα αδικημένο έναντι του διάσημου «κλέφτη ποδηλάτων» του Βιττόριο ντε Σίκα, ο οποίος ως Σίκα θα είχε κάθε λόγο να αναδείξει τα σύκα (με τους κλέφτες τους) και όχι τα άσχετα ποδήλατα. Ας είναι. Η ιδανική ώρα για τις επιχειρήσεις είναι λίαν πρωία ή αργά το απόγευμα πριν πέσει ο ήλιος. Οι κίνδυνοι είναι μηδαμινοί, σαν επιδρομή του Ρουβίκωνα σε συμβολαιογραφείο.

Συκοφάντες (με την στενή έννοια του όρου) δεν υπάρχουν πια, οι δε ιδιοκτήτες των δένδρων που μπορούν να σε πετροβολήσουν είναι πιο σπάνιοι κι από φρέσκο ψάρι σε Μυκονιάτικη ψαροταβέρνα. Αποκλείεται επίσης να πέσεις πάνω σε συνάδελφο κλέφτη σύκων, οι σκόρπιες μοναχικές συκιές είναι περισσότεροι απ’ αυτούς. Μόνοι πραγματικοί ανταγωνιστές είναι τα πετεινά του ουρανού, τα οποία όμως διαθέτουν το πλεονέκτημα της σύλησης των κλαδιών που φεύγουν υπερήφανα προς τον ουρανό, απροσπέλαστα στους κλέφτες επιφανείας. Σκαρφάλωμα ανθρώπου προς τα ρετιρέ της συκιάς δεν συνιστάται. Ως γνωστόν τα κλαδιά της σπάνε εύκολα, δεν ανέχονται αναρριχητές και ζογκλέρ της συμφοράς. Τους γκρεμοτσακίζουν, για να μάθουν. Θα ρωτήσετε βέβαια γιατί δεν αγοράζω σύκα αφού μ’ αρέσουν τόσο πολύ. Μα φυσικά αγοράζω, αλλά μόνο όταν δεν μπορώ να τα κλέψω. Και –πιστέψτε με- τα αγορασμένα δεν είχαν ποτέ την θεϊκή αύρα των κλεμμένων. Όπως για τον ορεινό κρητικό η νοστιμιά του κλεμμένου κατσικιού δεν μπορεί να συγκριθεί με την μετριότητα του κατσικιού απ’ το δικό του κοπάδι, έτσι και το απαλλοτριωμένο σύκο από την μακρινή πρασινάδα της απέναντι πλαγιάς παραμένει γευστικά και βιωματικά αξεπέραστο. Μην ρωτάτε γιατί, δεν γνωρίζω ούτε με νοιάζει. Στο κάτω κάτω, το κάνω μόνο είκοσι μέρες τον χρόνο. Όλο τον υπόλοιπο καιρό είμαι ένας νομοταγής πολίτης που δεν απομακρύνεται από την άσφαλτο της πόλης του και ψωνίζει δηλητηριασμένα φρούτα απ’ τον μανάβη της γειτονιάς του.

Ένας Αύγουστος μου έχει απομείνει κι εμένα για να κλέψω μια σταλιά ζωή, συμπυκνωμένη μέσα σ’ ένα μοναχικό απρόσιτο σύκο που κοιτάει τον ήλιο κατάφατσα περιμένοντας με να εμφανιστώ μέσα στην πρωινή δροσούλα.

Πηγή: Protagon.gr

Μάχη μέχρι τέλους του ΣΥΡΙΖΑ, για να μη γίνει ποτέ η επένδυση στο Ελληνικό

Του Μανόλη Καψή

Αν πιστέψατε τον Αλέξη Τσίπρα, που έλεγε προεκλογικά ότι η επένδυση στο Ελληνικό ήταν στην τελική της φάση, ότι έμεναν δήθεν κάτι υπογραφές και τα σχετικά και μετά μπαίνουν οι μπουλντόζες, μάλλον κάνατε λάθος. Γενικά, αν πιστέψατε τον Αλέξη Τσίπρα -έστω και στο παραμικρό- κάνατε λάθος δηλαδή, αλλά είναι άλλο το θέμα μας τώρα.

Όχι ότι δεν υπήρχαν και λογικοί άνθρωποι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που έβλεπαν το όφελος της επένδυσης, που αντιλαμβάνονταν το κέρδος για την οικονομία και τη δυνατότητα αναμόρφωσης του παραλιακού μετώπου της Αθήνας. Προφανώς υπήρχε και ο Στέργιος Πιτσιόρλας και πιθανώς υπήρχαν και άλλοι. Αλλά κι αυτοί το ίδιο λάθος έκαναν. Πίστεψαν τον κ. Τσίπρα.

Ο βαθύς ΣΥΡΙΖΑ δεν θα άφηνε ποτέ να γίνει η επένδυση. Δεν καθυστέρησε τυχαία 4,5 χρόνια η επένδυση και ας έλεγε εκείνα τα περισπούδαστα ο κ. Τσίπρας προεκλογικά, για τις τεχνικές δυσκολίες και την αναμόρφωση δήθεν της σύμβασης υπέρ του ελληνικού δημοσίου. Προφάσεις εν αμαρτίαις. Ο πρώην πρωθυπουργός πάντα θα έπαιρνε το μέρος -όπως και έκανε- εκείνου του ultra αριστερού κομματιού στο εσωτερικό του κόμματός του, που ακούει επενδύσεις και βγάζει σπυράκια. 

Αν για όσους βρίσκονται απέξω, οι μηχανισμοί που σαμποτάριζαν την επένδυση από την πρώτη στιγμή, ήταν ένα μυστήριο, στο οποόο πρωταγωνιστούσαν αρχαιολόγοι, υπάλληλοι, κομματικοί και διάφοροι περίεργοι, ορισμένοι τουλάχιστον  “αποκαλύφθηκαν” μετεκλογικά.

Η τελευταία ανακοίνωση του συλλόγου υπαλλήλων του υπουργείου Πολιτισμού – σύλλογος που ελέγχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και ακραίες, αριστερές συνδικαλιστικές παρατάξεις- είναι χαρακτηριστική. Με αφορμή την ανακοίνωση της νέας σύνθεσης του ΚΑΣ από την υπουργό Λίνα Μενδώνη, και την επικείμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου για την επένδυση στο Ελληνικό, ο σύλλογος άστραψε και βρόντηξε.

“Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ‘επισπεύδει’ τις διαδικασίες για το Ελληνικό με συνεδρίαση του ΚΑΣ για τις 21 Αυγούστου”, σημειώνει σε ανακοίνωσή του, με το επισπεύδει σε εισαγωγικά παρακαλώ, για να τονίσει το ύποπτο φυσικά της διαδικασίας. Για τον σύλλογο προφανώς και δεν υπάρχει καμία βιασύνη. Προφανώς και μπορούμε να περιμένουμε και άλλα 4,5 χρόνια. Προς τι η βιασύνη; 
Και “ήταν τέτοια η “σπουδή” να φτιαχτεί ένα νέο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, προσθέτει,  απόλυτα ελεγχόμενο από τη νέα πολιτική ηγεσία, ώστε αγνοήθηκε και ο ίδιος ο νόμος”. Και η σπουδή σε εισαγωγικά φυσικά, για να τονίσει ο σύλλογος -που έχει αναλάβει εργολαβικά να προστατέψει την αρχαία μας κληρονομιά από τους ανιστόρητους “φιλελέδες”- το ύποπτο της διαδικασίας. Μη ρωτήσετε αν είχε αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο, όταν η προηγούμενη κυβέρνηση ανακοίνωσε τη δική της σύνθεση του ΚΑΣ. Ξέρετε την απάντηση. Αλλά μην ξεχνάτε ότι είχαν και πλεονέκτημα…

Αλλά η κατάληξη της ανακοίνωσης είναι που τα λέει όλα: “Να μην τροποποιηθούν σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αρχαίας και νεότερης, οι αποφάσεις για το Ελληνικό”. Μετάφραση:

Να μη γίνει η επένδυση ποτέ. 

Υ.Γ.: Η ανακοίνωση υποστηρίζει ότι ένα μέλος της σύνθεσης του ΚΑΣ δεν έχει τα τυπικά προσόντα που απαιτεί ο νόμος. Φωτογραφίζει τη για πολλά χρόνια διευθύντρια αναστηλώσεων του υπουργείου Πολιτισμού. Έστω κι αν η ένσταση είναι υποκριτική, έστω και είναι προφανείς οι λόγοι της “ιερής” αγανάκτησης του συλλόγου των υπαλλήλων, η κυρία Μενδώνη οφείλει να δώσει μια απάντηση.