
Ο Αντιστράτηγος Δημόκριτος Ζερβάκης νέος Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς
Του Ηλία Προύφα
Ο απόστρατος Αντιστράτηγος Δημόκριτος Ζερβάκης, είναι σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες που φθάνουν και στο kranosgr, ο νέος Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο.
Μέχρι πέρυσι Διοικητής της 1ης Στρατιάς στη Λάρισα, είχε διαδεχθεί τον τότε Στρατάρχη και νυν ΑΓΕΕΦ Αντιστράτηγο Ηλία Λεοντάρη, τον οποίο θα διαδεχθεί ξανά, αυτή τη φορά ως Αρχηγός στην Κύπρο.
Στέλεχος του Πυροβολικού με γνώσεις και εμπειρία στο στράτευμα, αποτελεί άριστη επιλογή για τη θέση του ΑΓΕΕΦ, ειδικά την περίοδο που διανύουμε.
Να σημειώσουμε ότι ο Αντιστράτηγος Δημόκριτος Ζερβάκης, ο οποίος είναι συμμαθητής του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Στρατηγού Κωνσταντίνου Φλώρου, είχε διατελέσει στο βαθμό του Υποστρατήγου, Επιτελάρχης στην Εθνική Φρουρά Κύπρου.
kranosgr



Κ. Βουτσάς
Όταν ο Βουτσάς ήταν αρραβωνιασμένος με την εκρηκτική Σπεράντζα Βρανά
Το επεισόδιο με τον τροχονόμο και το σκαμπίλι από την ηθοποιό
27/02/2020
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ήταν πλούσια, παραγωγική αλλά και επεισοδιακή η ζωή του ηθοποιού Κώστα Βουτσά του Αποστόλου και της Θεοδώρας Φερεντίνου που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών. Με καταγωγή από τους Επιβάτες, την παράλια κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου και μετά την αποφοίτησή του (1953) συμμετείχε σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλουκιών). Ωστόσο η επιτυχία δεν άργησε να έλθει για τον πληθωρικό κωμικό, ο οποίος νυμφεύτηκε τρεις φορές. Σε πρώτο γάμο με την Έρρικα Μπρόγιερ, σε δεύτερο με τη Θεανώ Παπασπύρου και σε τρίτο με την Αλίκη Κατσαβού. Από τους γάμους του απέκτησε τέσσερα παιδιά.

Κώστας Βουτσάς. Φωτογραφικό αρχείο Ελ. Γ. Σκιαδά.
Ωστόσο είχε και θυελλώδη σχέση, η οποία κράτησε περισσότερο από τέσσερα χρόνια, με την επίσης θυελλώδη Σπεράντζα Βρανά, όπως ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Μεσολογγίτισας ηθοποιού Ελπίδας Χωματιανού (1928-2009). Μία σχέση που πέρασε από… σαράντα κύματα πριν λήξει άδοξα. Το ζευγάρι σχετίστηκε το 1959, όταν ο Κ. Βουτσάς δεν ήταν ακόμη γνωστός στο ευρύ κοινό. Ωστόσο ένα επεισόδιο, στο οποίο πρωταγωνίστησε το καλλιτεχνικό ζευγάρι απασχόλησε τη δημοσιότητα το 1962-63 και κατέληξε στην καταδίκη τους, σε φυλάκιση 20 ημερών. Κυκλοφορούν πολλές εκδοχές για το τι πραγματικά συνέβη έξω από το «Θέατρο Βέμπο» την Παρασκευή, 13 Ιουλίου 1962. Εκεί έπαιζε ο Κώστας Βουτσάς.
Έξω από το θέατρο στάθμευσε το αυτοκίνητό της η Σπεράντζα Βρανά προκειμένου να επισκεφτεί τον αγαπημένο της. Ο αστυφύλακας της Τροχαίας Ευθύμιος Λιανός, ο γνωστός σε όλους τους καλλιτέχνες Θύμιος, την παρακάλεσε να απομακρύνει το αυτοκίνητό της. Η Βρανά μετακίνησε το αυτοκίνητο στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά το όργανο έσπευσε λέγοντάς της πως κι εκεί απαγορευόταν. Κουβέντα στην κουβέντα προκλήθηκε λογομαχία. Τότε επενέβη ο Κ. Βουτσάς για να υποστηρίξει τη μνηστή του και τα πράγματα έλαβαν περίεργη τροπή. Ο ηθοποιός βρέθηκε ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο και η εκρηκτική μνηστή του σκαμπίλισε τον τροχονόμο και του προκάλεσε νυχιές στο πρόσωπο. Αμέσως έτρεξαν πολλοί θεατράνθρωποι για να υποστηρίξουν τους συναδέλφους τους. Ανάμεσά τους οι Θάνος Λειβαδίτης, Μίμης Τραϊφόρος και Τάκης Μηλιάδης.
Ο τροχονόμος Θύμιος πήρε την άγουσα για τον Σταθμό Α΄ Βοηθειών, η Βρανά για το θέατρο του Εθνικού Κήπου όπου έπαιζε και ο Κ. Βουτσάς προς άγνωστη κατεύθυνση προκειμένου να αποφύγει το αυτόφωρο. Περασμένα μεσάνυχτα πια και αφού ο τροχονόμος είχε υποβάλει μήνυση εναντίον του ζεύγους συλλάβαν τη δημοφιλή πρωταγωνίστρια του ελαφρού θεάτρου μόλις τελείωσε η παράσταση. Παρέμεινε ένα βράδυ στην υποδιεύθυνση της Τροχαίας Αθηνών για να αφεθεί ελεύθερη την επομένη από τον Εισαγγελέα Υπηρεσίας στον οποίο προσήλθε αυτοβούλως και αφού παρήλθε το αυτόφωρο και ο Κ. Βουτσάς.

Σπεράντζα Βρανά
Η διαμάχη στο δικαστήριο
Η συνέχεια δόθηκε στη δίκη που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο της επόμενης χρονιάς. «Επειδή είναι ηθοποιοί νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν» κατέθεταν συνάδελφοι του τροχονόμου. «Τα λένε αυτά από ζήλεια. Ο τροχονόμος έχει βάλει στο μάτι τη μνηστή μου και επειδή δεν του δίνει σημασία την κυνηγάει με το τεφτέρι στο χέρι» υποστήριζε ο Κώστας Βουτσάς. «Οι ηθοποιοί ξέρετε είναι μεγάλα παιδιά» κατέθετε ο Τάκης Μηλιάδης προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ενώ η Σπεράντζα Βρανά υποστήριζε πως δεν ράπισε τον αστυφύλακα. Ωστόσο οι μάρτυρες έκαναν λόγο για ξεγυρισμένο και ηχηρό σκαμπίλι. Φαίνεται δε πως το δικαστήριο πίστεψε τους τελευταίους και καταδίκασε το ζεύγος σε 20 ημέρες φυλάκιση τον καθένα με τριετή αναστολή. Ο Κ. Βουτσάς καταδικάστηκε με την κατηγορία της εξύβρισης και η Βρανά με την κατηγορία της απλής σωματικής βλάβης. Μετά την καταδίκη τους οι δύο καλλιτέχνες έφυγαν για ολιγοήμερες διακοπές στο εξωτερικό.



Photo by nnanopoulos

Photo by nnanopoulos
Τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο!
Τα παιδιά έχουν πάντα δίκιο
από dimartblog
—της Μαρίας Τοπάλη—
Συνέβη όπως και με τη Δέλτα, που υπήρξε φορέας ανατρεπτικών για την εποχή της αντιλήψεων αλλά, μέσω του πατριωτισμού, αφομοιώθηκε παραμορφωτικά από τους «κυρίαρχους μηχανισμούς». Έτσι και η Ζέη, ξεκίνησε ως καρπός κομμουνιστικός, οιονεί απαγορευμένος, για να γίνει γρήγορα, με το Καπλάνι και τον Πέτρο, τυπικό μεταπολιτευτικό φετίχ, μπεστ-σέλερ με εκατοντάδες εκδόσεις και μεταφράσεις σε πλήθος γλωσσών. Η τρομερή κυρία με τα τοξωτά φρύδια δοκίμασε, από το ’60 μέχρι σήμερα, πολλές συνταγές με επιτυχία, εμβαθύνοντας ανήσυχα, τολμηρά στο θέμα της. Η «ενσωμάτωση» βέβαια των κλασικών έργων έχει διπλή όψη: εν μέρει ο ριζοσπαστισμός τους κατευνάζεται, εν μέρει έχει ήδη συμβάλει από την πλευρά του στην αλλαγή των συνειδήσεων, οδηγώντας τον πολιτισμό ένα βήμα παραπέρα. Με κάτι τέτοια κριτήρια δεν (θα έπρεπε να) απονέμονται, άλλωστε, και τα μεγάλα διεθνή βραβεία;
Όπως κάθε κλασικός, η Ζέη υπερβαίνει την κατηγοριοποίηση «παιδικό-νεανικό». Είναι απλώς ο μεγαλύτερος έλληνας συγγραφέας της Μεταπολίτευσης (οι άλλοι θα ήταν οι Χάκκας και Βακαλόπουλος, αν τους είχε δοθεί περισσότερος χρόνος). Η Ζέη (1925) μοιράζεται με τη Δέλτα, της οποίας είναι καθαρόαιμη επίγονος, την ιστορικότητα. Τα μεγάλα γεγονότα δεν συνιστούν απλώς καμβά του έργου της αλλά καθορίζουν και δίνουν νόημα στις ζωές των πρωταγωνιστών. Μοιράζεται την αγάπη «για την πατρίδα», το ρομαντικό πάθος, τη ζωή ως απόλυτο δόσιμο. Ανάλογη είναι και η επιρροή της Λάγκερλεφ, την οποία η Ζέη επίσης διάβασε και αγάπησε. Με τη Δέλτα μοιράζεται μιαν ακόμη ιδιαίτερη ποιότητα, που χαρακτηρίζει πολλούς κλασικούς συγγραφείς «για παιδιά»: χιούμορ, καθόλου σοβαροφάνεια, ούτε στις τραγικότερες εξάρσεις, καθόλου διδακτισμός, διατήρηση της οπτικής του παιδιού δίχως αραχνιασμένο «σεβασμό» και «γνώση»: απροσποίητα, ανεπιτήδευτα.
Παιδί μιας άλλης εποχής, κάνει το δύσκολο βήμα για τη δική της, αυτόνομη εγγραφή (κι ας φαίνεται εκ των υστέρων αυτονόητο). Όταν, το 1987, δημοσιεύεται η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, θέτοντας απερίφραστα ζητήματα «κομματικής ετερότητας» και «γυναικείας ταυτότητας», το τείχος του Βερολίνου μοιάζει ακλόνητο. Τα πλήθη στην Ελλάδα εξακολουθούν διψασμένα και ανήλικα να αποζητούν τον ηγέτη. Κι όμως: οι δυνατοί άντρες, οι άκαμπτοι πειθαρχημένοι καθοδηγητές γίνονται σκόνη στο βιβλίο της, μια σκόνη που την «τρώνε» κατάμουτρα κι οι ήρωες της Δέλτα. Στις αντιφατικές τους αποχρώσεις ανατέλλουν τώρα οι πολύχρωμοι κι ευαίσθητοι, με μόνη χαμηλότονη αποσκευή, στον ιστορικό κατακλυσμό που τους σαρώνει, τις ιδιορρυθμίες και τα πάθη τους.
Ότι η Ζέη είναι storyteller αειθαλής τεκμαίρεται ακλόνητα στο ύστερο έργο της. Το Η Κωνσταντίνα και οι Αράχνες της (2002) στήνει στον τοίχο τη γενιά της Αντίστασης και του Εμφυλίου, υπέρ μιας χαμένης έφηβης που φτιάχνεται με χαπάκια, δεν αντέχει την κουβέρτα που τσιμπάει και απαιτεί παγωμένο το γάλα στα δημητριακά της. Σ’ αυτή την απελπισμένη Κωνσταντίνα η Ζέη δεν αντιτάσσει καμιά διδακτική επινόηση γονεϊκής φιγούρας αλλά κάτι που το γνωρίζει από πρώτο χέρι: μιαν αντιπαθή, αυταρχική γιαγιά, ηρωίδα αντάρτισσα, φιλοσοβιετική, ανίκανη να ακούσει, να δεχτεί, να κατανοήσει. Έτοιμη να σώσει τον πλανήτη αλλά ακατάδεχτη όταν είναι να αναλάβει την ευθύνη της εγγονής που λαχταρά στοργή και φροντίδα. «Και για όσους δυσκολεύονται να το καταλάβουν», μοιάζει να λέει η μεγάλη κυρία της σύγχρονης πεζογραφίας μας, «τα παιδιά έχουνε πάντα δίκιο».
Όπως πολλοί μεγάλοι συγγραφείς έτσι και η Ζέη γράφει διαρκώς το ίδιο έργο. Όλα μαζί τα βιβλία της συνθέτουν το έπος της Αντίστασης και του Εμφυλίου, με τις δάφνες και με τα άπλυτά του, εξίσου. Τα παιδιά, με τον αφελή και απροκατάληπτο τρόπο τους, είναι οι ανατρεπτικοί φακοί της, ξεκινώντας από τις μέρες του ’30 και φτάνοντας, σχεδόν, στο 2010. Στα πρώτα χρόνια της συγγραφής της σκαλίζει και βυθομετρά, μ’ έναν ιδιαίτερο νεορεαλισμό, τα χρόνια από τη δικτατορία του Μεταξά μέχρι και την απριλιανή επταετία, συμπεριλαμβάνοντας αθηναϊκή εαμική αντίσταση και πολιτική προσφυγιά στην ΕΣΣΔ. Στα τελευταία, ανοίγει με παραμυθένια άνεση την αφήγησή της από το γραφικό Μαρούσι του ’30 μέχρι το Χολαργό και το Παγκράτι του σήμερα· από το μεταξωτό εξπρεσιονιστικό αερόστατο της Μωβ Ομπρέλας στο μεταμοντέρνο φορητό ηλεκτρονικό παιχνίδι.
Με τον Βακαλόπουλο μοιράζεται επίσης κάμποσα η Ζέη: τη γερή κινηματογραφική παιδεία (ας μην ξεχνάμε ότι σπούδασε σεναριογραφία στη Μόσχα του ’50!), έκδηλη στη γρήγορη, εναλλασσόμενη οπτικοακουστική αφήγηση∙ την γλυκόπικρη μυθοποίηση του αστικού αθηναϊκού τοπίου και τη σύνδεσή του με μια νεανική εμπειρία μέθης, σε τόνους διακριτικούς — αφού πια το γνωρίζουμε ότι οι βάρβαροι και πάλι θα διαβούνε: θα γεράσουμε, μ’ άλλα λόγια. Κουράγιο μιας ανθεκτικής παιδικής ματιάς είναι οι Θερμοπύλες της.
Δεν παραιτούμαστε στη θλίψη. Όσο υπάρχουν πιτσιρίκια, παιδιά κι εγγόνια, φυσικά και υιοθετημένα, περιστασιακά και μόνιμα, αρσενικά και θηλυκά, ενήλικα και ανήλικα, θα υπάρχει πάντα ζήτηση για μια καλή ιστορία απ’ τα παλιά. Ιστορία όχι απαραίτητα πειστική («Ψεύτη Παππού!»), δίνει το σύνθημα να ξεκινά η αρχαία τελετουργία ανακωχής ανάμεσα στο παλιό και στο νέο. Ο εμπόλεμος χρόνος αυλακώνει για να κυλήσει, σταγόνα ή ρυάκι, η ελπίδα. Η αφήγηση της Ζέη, που βγήκε στο βουνό ρίχνοντας κούκλες κουκλοθέατρου σ’ ένα σακούλι και για μεγάλο μέρος της ζωής της ανεβοκατέβαινε σ’ αεροπλάνα, τρένα και βαπόρια, είναι η φρέσκια, ολοζώντανη ελπίδα της μητρικής μας γλώσσας.
[ Πρώτη δημοσίευση το 2011, στο ένθετο για το βιβλίο της Καθημερινής ]
Μαγικός Θρύλος έκανε άνω-κάτω το Λονδίνο και την Άρσεναλ και πήρε μάγκικη πειραιώτικη πρόκριση με 1-2 στην παράταση για τους “16” του Europa League χάρη σε “χρυσό” γκολ του Ελ Αραμπί στο 119′ της αναμέτρησης.

Η αλήθεια είναι άσχημη”.
“Έχουμε την Τέχνη, ώστε να μη πεθάνουμε από την αλήθεια”.
Καρναβαλικά !




Αγιος Σώστης.

η γέφυρα του Κόκκινου



Αρβανίτες:Το άρθρο του Θ. Πάγκαλου
Λίγο πριν από την Επανάσταση, στα 1815, στην Αθήνα κατοικούσαν 7 χιλιάδες χριστιανοί και 3 χιλιάδες μουσουλμάνοι σύμφωνα με τον Pouqueville. Από τους 7 χιλιάδες χριστιανούς οι 4 χιλιάδες ήταν αρβανίτες και προέρχονταν από όλα τα χωριά της Αττικής. Είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Πλάκας και Μακρυγιάννη.
Το 1821, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι της Αθήνας συνέλαβαν 12 Αθηναίους προκρίτους ως ομήρους επειδή υποψιάζονταν ότι οι ραγιάδες θα επαναστατούσαν. Η αρχική τους απόφαση ήταν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς αλλά η εναντίωση του Χαλήλ Εφέντη, κατή (δηλαδή δικαστή), το απέτρεψε.
Στις 25 Απριλίου 1821, σύμφωνα με τον Διονύσιο Σουρμελή, αγωνιστή και αυτόπτη μάρτυρα, συγκεντρώθηκαν στο Μενίδι (Αχαρνές) 1.200 χριστιανοί. Προέρχονταν από τη Χασιά (Φυλή) με αρχηγούς τον Μελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά, από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια με αρχηγό τον Ιωάννη Δάβαρη και από την Αθήνα με αρχηγό τον Δήμο Αντωνίου.
Απελευθέρωσαν την Αθήνα
Υπό την ηγεσία του Μελέτη Βασιλείου οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα και την ελευθέρωσαν. Σήμερα έξω από το δημαρχείο της Φυλής μπορεί κάποιος να δει το άγαλμά του να ατενίζει ακόμα τους συγχωριανούς του, δείχνοντας τον δρόμο του χρέους και της περηφάνιας.
Τον Σεπτέμβριο του 1821 εβδομήντα παληκάρια από τη Χασιά υπό την ηγεσία του Μήτρου Σκευά και του Αναστασίου Λέκκα πολέμησαν εναντίον 500 Τούρκων (πεζών και ιππέων) υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη. Σ’ αυτήν τη μάχη κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του ο τρομερός πασάς. Ετσι πήρε την απόφαση και εγκατέλειψε την Αθήνα λέγοντας «αν 70 άνθρωποι με ενίκησαν και με έκαμαν να κινδυνεύσω την ζωήν μου, τι θέλει γίνει, αν συσσωματωθώσιν εις 1.000».
Η μετέπειτα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους απελευθερώθηκε από τους Αρβανίτες της Αττικής, μια πολεμική φυλή ορθόδοξων χριστιανών με τα δικά της ήθη και έθιμα, τον δικό της πολιτισμό, τη δική της γλώσσα. Μια φυλή που ποτέ δεν προσκύνησε τους Τούρκους και ποτέ δεν έκανε ειρήνη μαζί τους. Έμαθαν να ζουν με το μαχαίρι στα δόντια για να υπερασπίζουν την τιμή και τη ζωή τους -και αυτή ήταν η σειρά προτεραιότητας- από τους Τούρκους κατακτητές που δεν γνώριζαν νόμο και δεν είχαν μπέσα.
Οι Αρβανίτες της Αττικής που άλλοι τους αποκαλούν «δωριείς του σύγχρονου ελληνισμού», άλλοι τους θεωρούν Ηπειρώτες και άλλοι Αλβανούς που εποίκησαν την Αττική τον 10ο-11ο αι. μ.Χ., ήταν εκείνοι που σήκωσαν τα όπλα τα ιερά για τον μεγάλο αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδας – τα αναφέρω με τη σειρά που τα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του της Πνύκας.
Πιστοί στη μεγάλη ελληνική ιδέα, διψασμένοι για ελευθερία, οι Αρβανίτες της Αττικής όπως και όλων των ελληνικών χωρών, πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση, ανήκαν και εκείνοι στη μεγάλη γενιά των Ελλήνων που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του έθνους μας προσφέροντας στον Ελληνισμό, έπειτα από 4 αιώνες, ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.
Ιστορία των οικογενειών
Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη ιστορικά άποψη. Είμαι όμως Αρβανίτης και γνωρίζω την ιστορία της δικής μου οικογένειας, όπως και οι περισσότεροι Αρβανίτες της Αττικής. Ας μην ξεχνούν οι αναγνώστες ότι σε αντίθεση με την Αθήνα, η περιφέρεια Αττικής κυριαρχούνταν ώς πρόσφατα -και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να κυριαρχείται- από χωριά που οι ρίζες τους πάνε πολύ πίσω και εκεί οι οικογένειες γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.
Από την πλευρά του πατέρα μου, ο Γιαννάκης Μελέτης (Χατζημελέτης) είχε την ύψιστη τιμή να βρεθεί στο πλευρό του Γ. Καραΐσκάκη ως υπαρχηγός του. Για όποιον κάνει τον κόπο να ρωτήσει θα μάθει πολλές ιστορίες από όλα τα αρβανίτικα χωριά για τους τοπικούς καπετάνιους και τα παλικάρια που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας μας.
Ο Γ. Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία διασώζει μια μικρή διήγηση όπου σε συνεδρίαση της Βουλής, όταν τα αίματα είχαν ανάψει, ένας παλιός αγωνιστής του ’21 απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στα αρβανίτικα για να σταματήσει η διχόνοια. Και σταμάτησε.
Τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. Ήταν η γλώσσα που ήξερε και καταλάβαινε ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος και πολλοί άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης.
Στη μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922 οι Λιοσιώτες Αρβανίτες πολεμούσαν με δικό τους μπαϊράκι. Δεν υποχώρησαν ούτε βήμα, έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Μόνο όταν το ξέρουμε αυτό καταλαβαίνουμε εκείνο το σκοτεινό βλέμμα των Αρβανιτών της Αττικής που περιγράφει ο Τίτος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης». Στα ηρώα των χωριών μας ο κατάλογος των νεκρών του 1922 είναι μεγαλύτερος από όλα τα άλλα χωριά της Ελλάδας σε σχέση με τον πληθυσμό μας.
Σημαντική παρουσία
Οι Αρβανίτες βέβαια δεν έχουν σημαντική παρουσία μόνο στο μεγάλο βιβλίο των τιμημένων νεκρών του έθνους μας. Εξίσου σημαντική παρουσία έχουν στα γράμματα, τις επιστήμες και στις δομές του νέου κράτους, ιδιαίτερα καταλαμβάνοντας υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα.
Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα ανάστασης του γένους μας. Είναι η ημέρα που το ελληνικό έθνος απέκτησε ξανά ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος. Όπως περιγράφει και στη «Βαβυλωνία» του ο Βυζάντιος, αυτό το ελληνικό έθνος δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα, δεν είχε τα ίδια έθιμα, αλλά είχε την ίδια πίστη, την ίδια αίσθηση ότι αποτελεί μια ξεχωριστή κοινότητα, την ίδια αντίληψη ότι έχει τη δική του ταυτότητα πέρα και πάνω από τις διαφορές και τις πολυποίκιλες επιμέρους γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες που το συναποτελούσαν. Αλλά περισσότερο απ’ όλα αυτό το έθνος ήθελε να είναι ένα, ενιαίο και αδιαίρετο, έθνος με δική του πολιτική υπόσταση και κυριαρχία. Και αυτή η πολιτική υπόσταση και κυριαρχία είναι θεμελιωμένη στην ιστορία, στη γλώσσα και κυρίως στο αίμα των ηρώων που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία μας.
